Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Άγιον Όρος: το περιβόλι της Παναγίας

Με πόνο ψυχής και λύπη παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες την τηλεοπτική διαπόμπευση του Αγίου Όρους. Λαμπρή ευκαιρία για τους συνήθεις εκκλησιομάχους, για να χλευάσουν την αγιώνυμη πολιτεία. Χωρίς να γνωρίζουν τις πραγματικές διαστάσεις του σκανδάλου, έστησαν και οι τηλεδικαστές μεγαλοδημοσιογράφοι τα ικριώματα και με φανερή χαιρεκακία σπιλώνουν δικαίους και αδίκους. Ίσως ποτέ στην υπερχιλιετή ιστορία του, το Άγιον Όρος, δεν πολεμήθηκε με τέτοια λύσσα και κακοήθεια, όσο στις μέρες μας.
Και μάλιστα να κατηγορείται για φιλαργυρία, όταν είναι γνωστό πως η περιφρόνηση του πλούτου, η αρετή της ακτημοσύνης, είναι η μεγίστη των μοναχών. «Μοναχός ακτήμων αετός υψιπέτης», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος ή όπως γράφει απ’ έξω από ένα κελλί του Αγίου Όρους «σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε ουδενός». Δεν είναι όμως το Άγιον Όρος, όπως το παρουσιάζουν οι τωρινοί πολέμιοί του. Όχι. Ας μην σκανδαλίζονται οι πιστοί και ας μην επιχαίρουν οι κίβδηλοι, τα θρασίμια που βυσσοδομούν κατά του ιερού καταφυγίου. Το Άγιον Όρος, είναι το περιβόλι της Παναγίας και μέσα στο περιβόλι αυτό, εκτός από μυρίπνοα άνθη, φυτρώνουν και ζιζάνια. «Αμφότερα συναυξάνονται μέχρι του θερισμού» (Ματθ. ΙΓ΄ 30).
Είναι ντροπή, όνειδος για τον Ελληνισμό, να στηλιτεύεται με το γνωστό απύθμενο θράσος και τον αηδιαστικό φανατισμό της δήθεν προόδου, ένας τόπος που απέβη το «ακάματο εργαστήρι της αρετής, η σχολή της ανώτερης φιλοσοφίας, το ταμείο της τέχνης, της ορθοστασίας του Γένους και της φιλοκαλίας της Ελληνορθοδόξου Παραδόσεως». (μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «το ήθος και το ύφος του Αγίου Όρους»). 1200 χρόνια στέκεται το Άγιον Όρος πρόμαχος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας και θα καταντήσουμε σήμερα, εμείς, τα απολειφάδια του Γένους, παρασυρμένοι από τους θεομπαίχτες της τηλοψίας, κατήγοροί του;
Ουαί της ανομίας κα της αχαριστίας! Ο ιστορικός Γ. Θεοχαρίδης γράφει: «Κατά τους ατέλειωτους και βαρείς αιώνες της δουλείας του Έθνους το Άγιον Όρος υπήρξε το δεύτερο μετά το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σημείον του πατρικού εδάφους, όπου συγκεντρώθηκε το φως της ψυχής του Έθνους. Για το Έθνος θα αποτελούσε συμφορά, εάν το Άγιον Όρος εξαφανιζόταν ως μοναχική Πολιτεία από το πρόσωπο της γης».
Το Άγιον Όρος διδάσκει πίστη, αγάπη και γνώση στη ζωηφόρο παράδοση και είναι ανεπίτρεπτο να λακτίζεται ο πλούτος που μας παρέδωσε η υπομονή, τα δάκρυα, η άσκηση τόσων και τόσων αγίων ασκητών. Αν αστόχησε από την αποστολή του ένας ηγούμενος, κάποιοι μοναχοί, αν αμάρτησαν, «Άλλος» κρίνει, και «ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον». Είναι υποκρισία του χειρίστου είδους να βγαίνουν στο γυαλί κάποιοι «αναμάρτητοι» πολιτικοί και να μηρυκάζουν κάτι για εκκλησιαστικές περιουσίες, όταν είναι γνωστό «τοις πάσι» πως οι περισσότερο απ’ αυτούς μπήκαν στην πολιτική «ξεβράκωτοι» και θα συναξιοδοτηθούν χωρίς να ξέρουν τι έχουν, αλλά ξέρουμε όλοι από πού και πώς «έχουν».
Δεν κρίνεται το Άγιον Όρος. Το Άγιον Όρος, ως κιβωτός των ορθών δογμάτων, μας κρίνει. Δεν είναι το Άγιο Όρος αυτό που νυχθημερόν παρουσιάζεται και βάλλεται από το κανάλια της ασωτείας και της διαπλοκής. Το Άγιον Όρος είναι το περιβόλι που ευωδίασαν Γέροντες θεοφόροι, άνθη σπάνιας ωραιότητας και αγιότητας. Είναι το Άγιον Όρος του Γέροντα Παΐσιου, του Πορφυρίου, του οσίου Σιλουανού, του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, του αγίου Νικοδήμου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Ο Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης για πολλά χρόνια μετέφερε την αγιορείτικη δρόσο στις ξεραμένες ψυχές πολλών στην Αττική.
Η ταπείνωση κι η αγάπη, η υπομονή και η διάκριση, η διόραση και προόραση τον κοσμούσαν. Χιλιάδες οι ψυχές που ξαπόστασαν κοντά του, που βρήκαν παρηγοριά και ξεδίψασαν από τον λόγο του σύγχρονου αυτού αγίου. Τι να γράψουμε για τον οσιακής μνήμης Γέροντα Παΐσιο, το νέο αυτό καύχημα και σέμνωμα της Ορθοδοξίας;
Πρέπει να ανατρέξουμε στα Συναξάρια των παλαιών πατέρων της ερήμου για να βρούμε λόγια αντάξια για την προσφορά του στον άνθρωπο και την αγάπη του στο Θεό. (Στο γνωστό βιβλίο «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου», του ιερομονάχου Ισαάκ, σημειώνεται: «ο Γέροντας πονούσε για το Άγιο Όρος και αγωνίσθηκε να παραμείνει ήσυχο, πνευματικό, αρνησίκοσμο, όχι όμως αφιλόξενο. Ανεπηρέαστο από κοσμικές, καταστρεπτικές επιδράσεις για να συνεχίσει να είναι άγιο και να αναδεικνύει αγίους τόνιζε γεμάτος ελπίδα: Πάλι θα επιστρέψουν στην παράδοση. Θα δείτε πολυτελή αυτοκίνητα να γίνονται σαν κοτέτσια και νέους μοναχούς να ζουν σε σπηλιές).
Είναι το Αγιονόρος των Κολλυβάδων της «Φιλοκαλικής Αναγέννησης», που φύλαξαν ακέραιο το ορθόδοξο ήθος από τα «φώτα της Εσπερίας». Από το Άγιο Όρος ξεκίνησε και ο Πατροκοσμάς, ο οποίος διέσωσε το «αγροίκον Γένος» από την αμάθεια, τον εξισλαμισμό με μοναδικό του όπλο την αγιότητα. Χιλιάδες οι Αγιορείτες άγιοι και μάρτυρες, που όταν κάποιοι δραπέτευαν στην Δύση, οι αρνησιπάτριδες λόγιοι και οι παπόδουλοι επίσκοποι τύπου Βησσαρίωνος, στάθηκαν «καλώς», πιστοί στις παραδόσεις του Γένους και υπάκουοι στην ευαγγελική εντολή – «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων αυτού»- για να σηκώσουν τον σταυρό της αιχμάλωτης πατρίδας.
Πίσω όμως από την πολεμική αυτή κατά του Αγίου Όρους, κρύβεται ο ανομολόγητος στόχος της νεοταξικής λέρας: να πάψει η Ορθόδοξη Εκκλησία να είναι η ψυχή του Γένους μας. Ήδη τέθηκαν στο στόχαστρο όλα τα μοναστήρια, αμφισβητείται η «χρησιμότητά» τους, μυκτηρίζονται οι μοναχοί. Ό,τι ακριβώς γινόταν την εποχή του Μακρυγιάννη. Θεωρώντας, ο στρατηγός, τα μοναστήρια της Ελλάδας ως πνευματικούς πνεύμονες του Έθνους και εγγύηση συνέχισης της ορθόδοξης πίστεως και ζωής, καταφέρεται, στα «απομνημονεύματα», με δριμύτητα εναντίον των ανθελλήνων εκείνων που φρόντιζαν να «εξευρωπαΐσουν» τον λαό, καταστρέφοντας τα μοναστήρια του. «Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μίαν πέτραν δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια. Κι αυτείνοι οι απατεώνες σύνδεσαν τα συμφέροντά τους με τους μολεμένους, φαναριώτες κι άλλους τοιούτους, οπού ήταν εις την Ευρώπη μόλεμα και μας χάλασαν τα μοναστήρια και τις εκκλησιές μας – μαγαρίζουν μέσα κι άλλες έγιναν αχούρια. Από τους τοιούτους γερωμένους πολλούς πάθαμεν αυτά. Κι από τους τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς, αφού χύσαμεν ποταμούς αίματα, κιντυνεύομεν να χάσωμεν και την πατρίδα μας και την θρησκείαν μας».
Εις μάτην ο πόλεμος. «Η Εκκλησία πλεμουμένη λαμπροτέρα καθίσταται». Την μονή Βατοπεδίου (με έψιλον από το βατώδες πεδίο που την περιέβαλλε) την λαμπρύνουν οι ασκητικοί αγώνες των οσίων της και οι χαριτόβρυτες εικόνες της Παναγίας που κατέχει ως θησαυρό πολυτίμητο. (Παραμυθία, Αντιφωνήτρια, Εσφαγμένη, Κτιτόρισσα, Ελαιοβρύτισσα, Πυροβοληθείσα). Κανείς ανάξιος του σχήματος δεν μπορεί να μειώσει την ακτινοβολία της. Ο κήπος της Παναγίας, ο ησύχιος Άθως, θα συνεχίσει να αγρυπνεί υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Γιατί Άγιον Όρος είναι κυρίως αυτό που δεν φαίνεται…

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Μη Θρησκευτικά προς Θεού!

«Μη Θρησκευτικά προς Θεού! Το ελληνικόν έθνος δεν είναι Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα εκπολιτίσθησαν, επροόδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη». 

(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Λαμπριάτικος ψάλτης»). 



Συνόψισε, ο μεγάλος μας διηγηματογράφος, σε λίγες αράδες, το συνομήλικο με το νεοελλαδικό κράτος πρόβλημα: είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, το υποτιμητικώς λεγόμενο Βυζάντιο, δεν είναι ελληνικό κατόρθωμα. Εξάλλου έτσι πρόκρινε η κοραϊκή πεφωτισμένη διανόησις. Ο Κοραής επιδαψιλεύτηκε με τον υπέροχο τίτλο «δάσκαλος του Γένους», αλλά στην ουσία υπήρξε απλώς ένας «σοφός» άνθρωπος, με έντονα αντικληρικαστικά στοιχεία. Άγευστος του μεγαλείου της καθ’ ημάς Ανατολής έφτασε στο σημείο να θεωρεί σκλαβιά των Ελλήνων την μακεδονική και βυζαντινή αυτοκρατορία.

Γράφει: «Η κατάρατος αύτη φιλαρχία εγέννησε την διχόνοια, διήγειρε τας πόλεις και τους πολίτας κατ’ αλλήλων, άναψε των εμφυλίων πολέμων την πυρκαϊάν και υπέταξε τους Έλληνας πρώτον εις τους Μακεδόνας, έπειτα εις ξένον έθνος, τους Ρωμαίους, και τελευταίον εις το βαρβαρώτερον και αγριώτατον όλων των εθνών του κόσμου, τους Τούρκους». («Άπαντα», εκδόσεις Μπίρη, σελ. 100).
Για τον Κοραή, η χιλιόχρονη ελληνική αυτοκρατορία, η Ρωμανία, ήταν ξενική κατοχή. Και επειδή, οι εκ Παρισίων απανταχούσες του Κοραή, είχαν ισχύ νόμου, το ελλαδικό κράτος ξεκίνησε απορρίπτοντας την εξοχότερη κληρονομιά του, αλλά και με εμφανή εχθρότητα προς την πάτριο πίστη μας. Και αυτό το μένος δυστυχώς συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Η πρόσφατη επίθεση κατά του μαθήματος των Θρησκευτικών το επιμαρτυρεί. Έχω σημειώσει ένα προφητικό κείμενο των Αγιορειτών πατέρων, έτους 1984. Το παραθέτω. «Από πολλά χρόνια τώρα γίνεται συστηματική προσπάθεια, διαρκώς αυξανομένη, να πολεμηθεί η πίστη. Να βγει από τα ελληνικά σχολεία ο Χριστός. Να διαστρεβλωθεί η ιστορία μας. Να ευτελισθεί η σημασία των μεγάλων εορτών που τόσο ζει ο λαός μας. Να παύσει η Ορθόδοξος Εκκλησία να είναι η ψυχή του Γένους μας». Και όταν βγαίνει από το σχολείο ο Χριστός, το σχολείο αυτό καταντά άχρηστο. Δεν μορφώνει τον χρηστό πολίτη, αλλά το νευρόσπαστο που ξέρει μόνο να διεκδικεί και να εκλιπαρεί, αύριο – μεθαύριο, στους βουλευτικούς προθαλάμους για μια αργομισθία. Και όλα ενορχηστρωμένα και σχεδιασμένα με άφθαστη μαεστρία. Το ελκυστικό και απoενοχοποιητικό κέλυφος, για να παρεισφρήσει η ανομία, λέγεται συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας, διαπολιτισμική εκπαίδευση και λοιπές ηχηρές σαπουνόφουσκες. Στόχος, προς το παρόν ανομολόγητος, η σταδιακή κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών και η αντικατάσταση του μ’ ένα ομιχλώδες «τίποτε», που θα ονομαστεί θρησκειολογία, μάθημα προαιρετικό, υποβαθμισμένο, κακόμοιρο, απαξιωμένο. Και τότε θα βγαίνουν σωρηδόν από τα σχολεία οι αγελαίοι καταναλωτές, οι άκρατοι ηδονοθήρες, διότι «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται» ή χειρότερα, όπως το διατύπωσε ο Έλιοτ, «αν δεν θέλεις να έχεις τον Θεό, πρέπει να υποκλιθείς στον Χίτλερ ή στον Στάλιν». Αλλά πόσο μετράει η γνώμη των σοφών ανθρώπων, μπροστά στα σπιθαμιαία αναστήματα, τους νάνους και τους αρλεκίνους που διαβουκολούν την  παιδεία μας; Μια ρεπούση (με μικρό ρο) τολμά να μαγαρίζει ολόκληρη την νεότερη ιστορία μας και παραμένει καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, δηλητηριάζοντας γενιές και γενιές δασκάλων. Κατάφεραν όλα αυτά τα ημιμαθή και αντίχριστα υποκείμενα να εισχωρήσουν σ’ όλες τις σχολές, που προετοιμάζουν τους αυριανούς διακόνους της Εκπαίδευσης – δασκάλους και καθηγητές – οπότε τα χειρότερα έπονται. Ανέξοδο διαπιστευτήριο αναρρίχησης σήμερα στις εκπαιδευτικές βαθμίδες των πανεπιστημίων είναι η αφιλοπατρία, το μένος κατά της Εκκλησίας μας, η αναμάσηση της πολυπολιτισμικής μπούρδας. Και πόση ζημιά γίνεται μ’ αυτές τις αθλιότητες! Να έβλεπε όλη αυτή η καθωσπρέπει ανοησία και η κρατικοδίαιτη προοδευτικότητα, πόσο λάμπουν, φέγγουν, αστράφτουν τα πρόσωπα των μαθητών μας, όταν τους μιλάς για ήρωες, για αγίους, για το Χριστό;

Μισή ώρα σπουδή στο «Μανιάκι» ή στην «Έξοδο» αρκεί για να ψηλώσει ο νους των μαθητών. Άλλη τόση για να τους διαβάσεις τον «Άσωτο Υιό» και αντικρίζεις την χαρά, τον γλυκασμό στα πρόσωπά τους. «Τις Θεός, μέγας ως ο Θεός ημών». Μια επίκαιρη μνεία στον Άη – Δημήτρη, το παλικάρι της πίστης μας, και να η φιλοτιμία, η καύχηση γιατί «και αυτός ήταν Ρωμιός, σαν εσάς, αθλοφόρος»; «Τι σημαίνει, κύριε, αθλοφόρος»;. Ξεκρεμάς από το εικονοστάσι της παιδείας την ετυμολογία, μιλάς για την γλώσσα μας, το έτερον φυλακτήριο και προσάναμμα της εθνικής μας συνείδησης.
Ωραία μαθήματα. Με πίστην και πατρίδα. Πέτυχες. Έκανες το χρέος σου. (Διδάσκω, κατά παράβασιν του λεγόμενου Αναλυτικού Προγράμματος, κάθε Παρασκευή τις καταργημένες, προ δεκαετίας νομίζω, «Ευαγγελικές Περικοπές», οι οποίες συνόδευαν το βιβλίο των θρησκευτικών. Τις διδάσκω, γιατί έχω πάντοτε ενώπιόν μου αυτό που κανοναρχεί ο Πατροκοσμάς τους Έλληνες δασκάλους: «Πρέπει να φωτίζονται οι άνθρωποι. Διότι από το σχολείο μανθάνομε τι είναι Θεός, τι είναι Αγία Τριάς, τι είναι αρετή. Τα πάντα από το σχολείο τα μανθάνομεν…». Ομολογώ, δίκην εξομολογήσεως, ότι είναι από τις λίγες ώρες που νιώθω πως ανταποκρίνομαι στον τίτλο του δασκάλου και αυτό που λέξη υπονοεί. (δάσκαλος από το δάω – δω = φωτίζω, εξού και δάδα). Παιδαγωγών και παιδαγωγούμενος ταυτόχρονα. Και πώς αλλιώς; «φως Χριστού φαίνει πάσι».
Διαβάζοντας αυτές τις ημέρες άρθρα για το μάθημα των Θρησκευτικών διαπίστωσα ότι πολλοί επικαλούνται το άρθρο 16 του Συντάγματος. Την περίφημη φράση «Η Παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους…». Είναι λάθος η επίκληση του συγκεκριμένου άρθρου. Στο ίδιο άρθρο γίνεται και αναφορά στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον νεοταξικό λοιμό να ασελγήσει κατά της Ιστορίας μας. Άρα πρέπει να προσφεύγουμε στο ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος. «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Εφόσον καταλύεται «η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων», δικαιούμαστε να αντιστεκόμαστε με κάθε μέσο. Εξάλλου σε θέματα πίστεως «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις».
Πολλοί, καλοπροαίρετοι, ερωτούν. Γιατί αυτή η θεομαχία, γιατί οι «νατοκεμαλικές συμμωρίες» (Ζουράρις), μαίνονται;
Γιατί, αντί για «σκολειά για να γιομίζη ο μαθητής προκοπή και αρετή», οδεύουμε στα σχολειά της «απιστίας και της παραλυσίας»; (Μακρυγιάννης).
Η απάντηση είναι του Παπαδιαμάντη. Προτάσσει στο απόσπασμα την αγήρατο, την αχώνευτη για τους «Γραικύλους της σήμερον», αλήθεια: «ο δε Χριστιανισμός έμεινε και θα μείνη». Και συνεχίζει: «Ο πόθος της μωράς επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας».
Προσέξτε λέξεις. Επίδειξη, κενότητα, δοκησισοφία, τύφος, οίηση, αυτά ακριβώς που χαρακτηρίζουν την σημερινή άρχουσα, του έθνους ημών, τάξη.  Ήρθε ο άγιος της πολιτικής, ο Καποδίστριας, να κυβερνήσει τον αιματοβαμμένο τόπο πατώντας στα δυο «ριζιμιά λιθάρια»: πίστιν και πατρίδα. Δολοφονήθηκε. Πρόλαβε και μας άφησε τιμαλφή κληροδοτήματα. Ένα εξ αυτών: «…αν η παρούσα γενεά δεν ενδυναμωθεί από ανθρώπους μορφωμένους εν καλή διδασκαλία, και μάλιστα προς τον κανόνα της αγίας ημών πίστεως και των ηθών μας, θα είναι δυσοίωνο το μέλλον της Ελλάδος και η διακυβέρνησις της αδύνατη». Γυροφέρνουν στο νου μου οι στίχοι του Γκάτσου:
«Για να σωθεί η Ελλάδα/ στους καιρούς τους ύστατους/ θέλει έναν Καιάδα/ γκρεμοτσακίστε τους».