Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Η γενιά του ‘40

Διαβάζω: «Η εχθρική αντεπίθεση του Μαρτίου έχει εκδηλωθεί. Το 731 έχει μεταβληθεί σε ηφαίστειο. Οι φαντάροι μας, πεσμένοι με την κοιλιά στους λάκκους των οβίδων, πυροβολούν, χωρίς διακοπή, για να συγκρατήσουν το εχθρικό πεζικό. Ο δάσκαλος – έτσι έχει βαφτίσει τον διοικητή του ο λόχος, γιατί δημοδιδάσκαλος είναι το επάγγελμά του – με προβιές και επιδέσμους, γύρω από τα κρυοπαγημένα πόδια του, αντί για παπούτσια, χωρίς να προφυλάγεται τρέχει νευριασμένος από διμοιρία σε διμοιρία και δίνει οδηγίες.

          Μην πυροβολείτε στα στραβά, παιδιά! Μην ξοδεύετε ασκόπως τις χειροβομβίδες σας, τους λέει. Κι όταν ο ταγματάρχης του φωνάζει να μην εκθέτει τόσο τον εαυτό του, ο δάσκαλος του απαντάει:
          Φοβάμαι μήπως χάσουμε σήμερα το ύψωμα. Και τι θα δικαιολογηθώ ύστερα εγώ στους μαθητές μου, άμα γυρίσω στο σχολείο;» (Χρ. Ζαλοκώστα, «Πίνδος», εκδ. «Εστία», σελ. 194).
Εθνική επέτειος σε λίγες μέρες. Ίσως σταματήσουν, έστω και για μια μέρα, οι τσιρίδες για την παγκόσμια οικονομία, για τα χρηματιστήρια, που τα ονομάζουν και «ναούς του χρήματος», για τα επιτόκια. Η ζούγκλα της «πανελεύθερης αγοράς», του εξοντωτικού ανταγωνισμού, η εξασφάλιση, όχι του ανθρώπου, αλλά των καταθέσεων. Η Νέα Τάξη αντιπαθεί τον άνθρωπο, χρησιμότερες είναι οι καταθέσεις. Αυτές να μη χαθούν…
Η γιορτή του «ΟΧΙ», να ανασάνουμε λίγο και λίγο ψηλότερα να σηκωθούμε, θα βάλουμε και την σημαία μας στο μπαλκόνι – ευλογημένη παράδοση- θα ακούσουμε και τον εθνικό μας ύμνο, τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», που λέγεται πως όταν το 1826 τον διάβασε ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Κάνιγκ, συνέταξε αμέσως το Πρωτόκολλο με το οποίο αναγνώριζε την αιμόφυρτη πατρίδα ως κράτος. Πριν από δυο – τρία χρόνια επανεκδόθηκε φωτοτυπημένος ο τύπος της εποχής του ‘40.
Στην τότε εφ. «Πρωΐα» δημοσιεύτηκε επιστολή μιας μάνας, χήρας από τα Μέγαρα, που μόλις είχε λάβει τον πολεμικό σταυρό ανδρείας του σκοτωμένου γιου της. (Δεν πήγαν να σκοτώσουν εκείνα τα παιδιά, πήγαν να πεθάνουν για την πατρίδα τους). Έγραφε η χαροκαμένη μάνα στην επιστολή: «Ο Δημητρός μου, ο μοναχογιός μου, προστάτης των τριών κοριτσιών μου, έπεσε υπέρ πίστεως και πατρίδας. Χαλάλι της πατρίδος ο Δημητρός μου. Ας ήτανε να πέθαινα κι εγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω η Ελλάς». Τέτοιοι δάσκαλοι, που ντρέπονταν να ντροπιαστούν, και τέτοιες μάνες, που χαλάλιζαν μονάκριβους στην πατρίδα, ανέστησαν και ανέθρεψαν τη γενιά του ’40. Γι’ αυτό αναφωνούσε λογοτέχνης του καιρού εκείνου: «Βγάλτε τα στεφάνια της νίκης από τα κεφάλια των στρατιωτών και φορέστε τα στα κεφάλια των μανάδων και των δασκάλων τους». Παρένθεση. Ακόμη να ανεγερθεί ένα μνημείο για τους ήρωες του 1940 στη Βόρεια Ήπειρο. Οι Ιταλοί φρόντισαν να περισυλλέξουν τους νεκρούς τους και να δημιουργήσουν περίλαμπρο κοιμητήριο. Σκορπισμένα σε κλεισούρες και αετοράχες τα «κόκαλα τα ιερά» των Ελλήνων στρατιωτών. Κάτι πάει να γίνει και προσκρούει σε αλβανικές αντιρρήσεις. Ως γνωστόν το «τετρομαγμένο» ΥΠΕΞ δεν ανοίγει τέτοια θέματα. Θα σκούζουν και οι «προοδευτικοί»…).
Ντρέπονταν ο πατριδοφύλακας δάσκαλος να φυλαχτεί από τις σφαίρες, ντρέπονταν τους μαθητές του. Παράξενα πράγματα. Το κράτησε το ύψωμα, γιατί έστεκε εκεί πάνω και το «καλυβάκι», η μητέρα η μεγαλόψυχη στο πόνο και στη δόξα, η πατρίδα.
Τώρα χάνονται ένα ένα τα υψώματα, οι κορφές, τότε μεγαλουργούσαν οι καρδιές, τώρα μεγαλουργούν οι καταθέσεις. Τότε οι δάσκαλοι αγωνίζονταν για το βλέμμα των μαθητών τους. Τώρα μόνο για δίκαια οικονομικά αιτήματα κι ας μπήκε η λέπρα του αφελληνισμού μες στα σχολεία. Τότε οι δάσκαλοι γίνονταν «οι χαμένοι ανθυπολοχαγοί της Αλβανίας», τώρα «δοξάζονται» οι συνδικαλιστές, οι μίζεροι, οι πενταροκυνηγοί, που λέγονται ακόμη «δάσκαλοι», κι ας ξέχασαν πότε αντίκρισαν για τελευταία φορά  πρόσωπα μαθητών. Χαμήλωσε η πατρίδα μας, δεν έχει υψώματα. Ξεθώριασε το ύψωμα που λέγεται Μακεδονία. Μας κυβερνούν γονατισμένοι. Ένα νεύμα της αμερικανοσκοπιανής συμπαιγνίας και είναι έτοιμοι να παραδώσουν το όνομά μας. Το ’40 κρατήθηκαν τα υψώματα, γιατί τα υπερασπίστηκε μια «γενιά». Τώρα τα κουρσεύουν οι εχθροί, γιατί καταντήσαμε μάζα, καταναλωτές- έτσι μας αποκαλεί νυχθημερόν το βοθροκούτι – δεν υπάρχει «γενιά» να αντισταθεί. Και εκείνο το ύψωμα εκεί κάτω, η Κύπρος, η έσχατη γωνιά της Ρωμιοσύνης, τουρκοπατιέται. Λησμονούν οι τωρινοί  «κατευναστές», τα τσόφλια της υποτέλειας, πως το Κυπριακό  δεν είναι πρόβλημα «δίκαιης και βιώσιμης λύσης». «Το Κυπριακό ξεκίνησε, υπήρξε και είναι πάντα, πρόβλημα ελευθερίας. Πρόβλημα στέρησης της ελευθερίας ενός πανάρχαιου γηγενούς και ακμαίου κομματιού του Ελληνισμού». Είναι λόγια της εγκλωβισμένης, στη σκλάβα βόρεια Κύπρο, δασκάλας Ελένης Φωκά, «δασκάλας του Γένους». (Θυμάμαι, μου έλεγε, όταν ήρθε στο Κιλκίς προ ετών, πως κάθε πρωί ζωγράφιζαν οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» μαθητές της στον πίνακα την σημαία και σιγοψιθύριζαν τον Εθνικό μας Ύμνο. Αυτό είναι «κρυφό σχολειό». Το Γένος μας έτσι άντεξε και έτσι θα αντέξει).
Και η άλλη, ψηλά, βόρεια ελληνίδα γη, το ύψωμα της Θράκης, πολιορκείται.
Το καρκίνωμα που λέγεται τουρκικό προξενείο, απλώνει τα δηλητήριά του. Το «επίσημο κράτος» σιωπά συνένοχα. Φοβάται. Έτσι «ανεπαισθήτως» μεταβαλλόμασε σε δορυφόρο της εξ ανατολών συμμάχου. Σαν να μας έβλεπε, εμάς τα εγγόνια του,ο παππούς μας, ο Αντισθένης, όταν έλεγε: «Όστις δε ετέρους δέδοικεν, δούλος ων λέληθεν», όποιος φοβάται τους άλλους, καταλήγει δούλος τους, χωρίς να το καταλάβει (ανεπαισθήτως).
Θυμήθηκα πάλι τη μάνα που καμάρωνε εν σπαραγμώ τον ήρωα γιο της. Γράφουν οι εφημερίδες της εποχής, πως τότε οι μάνες οι Ρωμιές, ξεπροβόδιζαν τα παιδιά τους σαν τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες: «Στην ευχή της Παναγίας και με τη νίκη».
Θα κλείσω το κείμενο, με μια παραπομπή σε κάτι εκπληκτικό που είχα διαβάσει παλαιότερα σ’ ένα περιοδικό. Είναι γραμμένο από ελληνομαθή Γερμανό συγγραφέα. Ένα ευλαβικό μνημόσυνο στις μάνες του ’40, στις Ελληνίδες, που ανέβαζαν πολεμοφόδια στην Πίνδο, για να τα πάνε σε κάτι παιδιά που «τριγύριζαν πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες», στα παιδιά της Ελλάδος.
 Γύρω στο 1952 επισκέπτεται την Κρήτη. Γράφει.
«Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο. Ήταν έρημο, με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί μια ζωντανή ψυχή, μια μαυροφορεμένη ηλικιωμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα ν’ ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα.
Την πλησίασα και τη ρώτησα:
          Είστε από δω;
          Μάλιστα
          Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν Κρητικούς.
Και η απάντηση μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί.
          Παιδί μου, είπε, από την προφορά σου, φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ την περίοδο 1941-1944. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης και έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο το 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Σαξενχάουζεν. Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως πως όλα τούτα ήταν παιδιά μιας κάποιας μάνας σαν κι εμένα. Και ανάβω και στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να έρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιου μου…»

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Παιδεία: «η ροδόχρους ελπίδα του Έθνους»

«Η πόλις ημών ανεμεστώθη δημοπιθήκων εξαπατώντων τον δήμον».

Αριστοφάνης. «Βάτραχοι, στιχ. 1083-1085


Εκτός της συνήθους αηδίας και αποστροφής που νιώθουμε αυτές τις ημέρες, που ξεβράζονται σωρηδόν οι πομπές και οι ανομίες «πατρικίων», πολιτικών και ρασοφόρων, μια βαθιά αγωνία και απογοήτευση διατρέχει το κοινωνικό σύνολο. Απογοήτευση για τα παρόντα, αγωνία για τα μέλλοντα. Έγραφε σ’ ένα στίχο του ο Καβάφης, μ’ εκείνη την εξαίσια δυσνόητη μαστορική του. «Η βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Όλη αυτή η δυσοσμία που περιβάλλει την πατρίδα μας τίποτε το καλό δεν προοιωνίζεται. Και δεν είναι καιρός για μικροκομματικές χαιρεκακίες. Η προκοπή βρίσκεται στο «εμείς», αυτό είναι της πατρίδας. Το «εγώ», χωρίς το ευλογημένο «εμείς», χωρίς την ευαίσθητη σύναρση στην αγωνία του πλησίον, καταστρέφει τις πολιτείες. Θυμάμαι μια φράση του αγράμματου ήρωα, του Κολοκοτρώνη, φράση πετράδι, την οποία είπε τον Νοέμβριο του 1838, μιλώντας στην Πνύκα στους μαθητές των Αθηνών: «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας αλλά να κοιτάξει το καλό της κοινότητας και μέσα εις το καλόν αυτό βρίσκεται και το δικό σας». Λόγια που παραπέμπουν σε μια ρήση του Περικλή στους αρχαίους Αθηναίους: «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούσι πολλώ μάλλον διασώζεται». (Θουκ., Β΄60). «Διότι άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί», μεταφράζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Κλείνω όμως εδώ τις προλογικές σκέψεις, γιατί άλλος είναι ο σκοπός της σημερινής γραφής. Αφιέρωμα το σημερινό σημείωμα, με αφορμή μια επέτειο, ξεχασμένη, απωθημένη στο ημίφως της ιστορικής μνήμης. 27 Σεπτεμβρίου του 1831, Κυριακή μέρα, 6.35’ το πρωί, δολοφονείται στο Ναύπλιο ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Το αποτρόπαιο φονικό γίνεται έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Συνήθιζε ο Κυβερνήτης να «λειτουργιέται» νωρίς «όρθρου βαθέος». Ο θάνατός του θεωρήθηκε «συμφορά διά την Ελλάδα». «Ο κακούργος όστις εδολοφόνησε τον Καποδίστριαν, εδολοφόνησε την πατρίδα του», θα πει θρηνώντας ο φίλος του και μεγάλος ευεργέτης της πατρίδας μας, Ελβετός φιλέλληνας Εϋνάρδος.
Στην ιστορία υπάρχουν πρόσωπα αδυσώπητα δορυκτητόρων – κατακτητών, που τα ονόματά τους κολυμπώντας στο αίμα της νίκης τους πέρασαν στην επικράτεια του θρύλου. Είναι στη φύση του ανθρώπου να θαυμάζει τους νικητές. Υπάρχουν όμως και άλλοι ήρωες, που τα τραγικά τους παθήματα είναι «κρημνά αρετής» (Κάλβος). Προσφέρουν στην ιστορική περιπέτεια τον έλεον και τον φόβον μιας πολύ πιο ανθρώπινης αναγνώρισης. Είναι οι ήρωες της ήττας. Αυτοί που «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» δεν στρέφουν την πλάτη στην βεβαιότητα του θανάτου. Σ’ αυτό το είδος της τραγωδίας συναπαντιέται και ο Καποδίστριας, που αντί άλλης τιμής, φρόντισαν τα τωρινά πολιτικά ναυάγια, να συνδέσουν το όνομά του, μ’ ένα νόμο, που για πολλούς κατάντησε συνώνυμο ύβρεως. Ας είναι, «Πέφτουμε εμείς το έργο μας για την πατρίδα μένει», έλεγε ο Κυβερνήτης. Έχω ένα μικρό βιβλιαράκι, έκδοση του 1976. Περιέχει κείμενα του Καποδίστρια. Εκδόθηκε από τον «Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων». Πριν από μερικά χρόνια, τολμούσε ο εν λόγω «Οργανισμός», να εκδίδει και κάποιο βιβλίο εθνικού περιεχομένου, για να συμβάλλει στην ιστορική παιδαγωγία μαθητών και δασκάλων. Αφότου αλώθηκε από την νεοταξική γλίτσα και η λέξη «εθνικός» ποινικοποιήθηκε βλέπουν το φως της δημοσιότητας κουρελουργήματα τύπου Ρεπούση ή βιβλία γλώσσας που μορφώνουν τους Ελληνόπαιδες με συνταγές για επιτυχημένα «μακαρόνια με κιμά». Ερανίζομαι από το θαυμάσιο αυτό τευχίδιο κάποια κείμενα του Καποδίστρια, που επιβεβαιώνουν το γιατί η πρόωρη απώλειά του υπήρξε πράγματι συμφορά για τους Έλληνες.
Είχε συλλάβει εναργέστατα ο Καποδίστριας την ιδέα ότι για να ανορθωθεί ο λαός χρειάζεται σωστή Παιδεία «της ροδοχρόου ταύτης ελπίδος του Έθνους», όπως ο ίδιος την αποκαλεί σε μια επιστολή του.
Τι σχολείο όμως ονειρεύεται για τον λαό; «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής». Σήμερα και οι τρεις αυτές λέξεις που συνοδεύουν την αγωγή, είναι προγραμμένες, γι’ αυτό περισσεύουν η ανηθικότητα, η αθεΐα και η αφιλοπατρία. Γι’ αυτό και «νόμιμα» αλλά χωρίς ίχνος ηθικής, «κάποιοι», με ήθος κλεφτοκατσικάδικο, βρίσκονται με ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στην ιδιοκτησία τους.
Δεν διαφεύγει, από το ανύστακτο ενδιαφέρον του για την Παιδεία, το ποιόν των «διδασκάλων». «Το συμφέρον και η εθνική φιλοτιμία θα υποκινηθώσι εξ ίσου, εάν το εκπαιδευτήριον προικισθεί με όλα τα μέσα της παραγωγής της παιδείας, εάν διδάσκαλοι διακεκριμένοι, επί φιλοθρησκεία και έρωτι προς την εθνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν, εκλέγονται μεταξύ των Ελλήνων, οίτινες δικαίως υπολήπτονται εν τω κόσμω των γραμμάτων και επιστημών».
«Σχολείο ίσον δάσκαλος» και, κατά τον Κυβερνήτη, σωστός δάσκαλος είναι ο διακεκριμένος επί «φιλοθρησκεία», ο χριστιανός δάσκαλος, και ο «επί έρωτι» προς την γλώσσα μας. Γλώσσα και πίστη είναι τα δύο «τζιβαϊρικά πολυτίμητα», που αρδεύουν την εθνική μας συνείδηση.
«…Άρτου και χρημάτων ανάγκην έχομεν. Εγώ εκ των λειψάνων της μικράς μου περιουσίας έδωκα ήδη». Ό,τι βιος είχε το πρόσφερε στην πάμφτωχη πατρίδα. Έδινε παράδειγμα στον λαό, τον φιλοτιμούσε. Λέει κάπου ο Πλάτων: «Πολιτεία τροφή ανθρώπων εστίν, καλή μεν αγαθών, η δ’ εναντία, κακών». Η πολιτεία, είναι ανατροφή, διαπαιδαγώγηση ανθρώπων. Η καλή πολιτεία κάνει τους πολίτες «καλούς καγαθούς», το κακό κράτος εκφαυλίζει τους πολίτες. Το ήθος των πολιτών μολύνεται, όταν κυβερνούν αχαλίνωτοι φιλοχρηματίες, αδιάντροποι σαλταδόροι και λοιπά κηφηνοειδή.
Ελάχιστη υπόληψη τρέφει ο Καποδίστριας για την Ευρώπη: «Και εγώ αναγκαιότατον κρίνω να συλλέξωμεν και επαναγάγωμεν εις την Ελλάδα τους νέους Έλληνας, όσοι επί προφάσει μαθήσεως διαφθείρωνται εν Ευρώπη…». Η Ευρώπη, που για τους σημερινούς είναι «τόπος επαγγελίας», για τον συνετό Κυβερνήτη, είναι εστία διαφθοράς. (Εννοεί τις παραλυμένες θεωρίες της «πεφωτισμένης Ευρώπης» και του πέραν του Ατλαντικού πνευματικού παιδιού της, που ήδη γονατίζουν την οικουμένη).
«Δε με μέλει» γράφει «περί του τι λέγουσι και τι θα είπωσι περί εμού. Με ενδιαφέρει μόνον να ευρίσκωμαι εν ειρήνη προς την συνείδησήν μου, όπως και ευρίσκωμαι, χάρις τω Θεώ». Μπορεί κάποιος από τους εθνοσωτήρες της σήμερον, να καυχηθεί για το έργο του και να επαναλάβει αυτά τα λόγια. Δύσκολο. Οι συνειδήσεις τους έχουν μπαζωθεί….