Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Το «αξιοζήλευτο» φιλανδικό μοντέλο

Ολημερίς το χτίζουνε το βράδυ γκρεμίζεται…το
οικοδόμημα της Παιδείας. Νέος υπουργός Παιδείας και όπως γίνεται, νυν και αεί,
εκτοξεύονται υποσχέσεις (ή απειλές) για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αναγέννηση,
αναπτέρωση, τα συνήθη δηλαδή, καρυκεύματα της βαρύγδουπης τιποτολογίας. Τόσο δε
πείθουν αυτές οι διακηρύξεις, όσο «αι μελαναί εκείναι ως εκ του ψύχους μορφαί
των λουομένων, αίτινες διά τρεμόντων χειλέων και συγκρουομένων οδόντων σας
βεβαιούσιν ότι η θάλασσα είναι θερμή», όπως θα σχολίαζε με τον υπέροχο καγχασμό
του ο Ροΐδης. Κοινός όμως τύπος όλων των…μελανόμορφων αναμορφωτών είναι η
μειονεξία τους έναντι αλλότριων εκπαιδευτικών «μοντέλων».


Στην ουρά των επιχειρημάτων τους για την
ανάγκη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, όλοι αυτοί οι τροπαιούχοι του άδειου λόγου,
αναμασούν το ξεθυμασμένο, το αερόπλαστο σύνθημα. «Να αντιγράψουμε το φιλανδικό
μοντέλο». Και πάλι τα φώτα της Εσπερίας περιμένουμε να μας φωτίσουν, ξανά τα
«κούφια καρύδια» θα μας σώσουν. Πρόπερσι, αν θυμάμαι καλά, είχαμε αντικρίσει
στο σαχλό αυτό πράμα που λέγεται «γιουροβύζιον», ένα αποκαλυπτικό δείγμα του
φιλανδικού μοντέλου. Τέσσερις κακομοίρηδες, μεταμφιεσμένοι σε τέρατα της
Αποκαλύψεως, φιλανδικά μοντέλα, ξερνούσαν κάτι βρυχηθμούς και ουρλιαχτά, με τα
οποία εκπροσωπούσαν την χώρα – υπόδειγμα. Η Φιλανδία, είναι γνωστό πως είναι η
πρώτη σε αυτοκτονίες χώρα. Επιπλέον σαπίζει και θερίζει κυριολεκτικά τους νέους
αυτού του κράτους, ο αλκοολισμός. (Κάθε Σαββατοκύριακο γίνονται «λιώμα», όπως
χαρακτηριστικά μου είπε άνθρωπος που έζησε για αρκετό χρονικό διάστημα στην
Φιλανδία). Να μην μιλήσουμε βέβαια και για το υψηλότατο ποσοστό των λεγομένων
σήμερα «μονογονεϊκών» οικογενειών, φαινόμενο που στιγματίζει όλη την
«πολιτισμένη» Δύση. Πρωτιές σε
αυτοκτονίες, αλκοολισμό και διαζύγια, δεν νομίζω πως είναι δείκτες
επιτυχημένης Παιδείας ή αξιομίμητου και αξιοζήλευτου μοντέλου. Και όμως!
Επιμένουν οι κήρυκες του τίποτε «πρέπει να αντιγράψουμε το φιλανδικό μοντέλο».
Βέβαια κάτι τέτοιοι, όταν μιλούν για Παιδεία, έχουν στα κρανία τους, τρόπους
απόκτησης χρημάτων ή διάφορων καταναλωτικών υποπροϊόντων και μάταιης εξουσίας.
Πάσχουν βέβαια και από τεχνο-ακράτεια (ας νεολογίσουμε ολίγον). Όνειρό τους να
έχει κάθε μαθητής ενώπιόν του έναν υπολογιστή, οπότε, ως διά μαγείας, θα λυθεί
το πρόβλημα της Παιδείας. Και οι Φιλανδοί αυτό το μοντέλο ακολουθούν γι’ αυτό
μετά το πέρας των σπουδών, οι νέοι τους, «πνίγουν» τον μηδενισμό τους στο ποτό
ή «πνίγονται» μ’ ένα κομμάτι σκοινί. Πώς να σκεφτούν οι ξιπασμένοι οψίπλουτοι
ότι το μόνο μοντέλο που πρέπει να ξαναγράψουμε – και όχι να αντιγράψουμε –
είναι το ελληνικό;
Θυμάμαι, ο Μάνος Χατζιδάκις, ονόμαζε την
Ευρωπαϊκή Ένωση, μια νέα μορφή Τουρκοκρατίας και μακάριζε εαυτόν, διότι δεν θα
βίωνε την νέα και ύπουλη σκλαβιά. Λοιπόν. Εφ’ όσον η «ευρωπαϊκή» Τουρκοκρατία
μας απειλεί απροκάλυπτα και κινδυνεύουμε να βουλιάξουμε μέσα σ’ αυτήν την
βαρβαρότροπη χοάνη, ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουμε ως λαός ιστορικός, είναι
να αναστήσουμε την Παιδεία με την οποία παίδευε τα Ελληνόπουλα το εν αιχμαλωσία
Γένος μας. Να ξαναγράψουμε το εκπαιδευτικό μοντέλο με το οποίο μόρφωνε τα
παιδιά του ο λαός μας την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή κάποιοι
«προοδευμένοι» ενδέχεται να παρανοήσουν, εξηγώ. Δεν θα κλείσουμε τα αυτιά μας
και τα μάτια μας, σ’ όλα όσα συμβαίνουν στα πεπολιτισμένα έθνη. «Ό,τι καλόν
ό,τι χρήσιμον» το υιοθετούμε, η ουσία (η φιλοσοφία) όμως της Παιδείας μας θα
εξετάζει, θα «βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι τις πρέπει». Έξω «μαυροφόρ’
απελπισιά» και «χειροπιαστό σκοτάδι» και μέσα «στη θολόκτιστη εκκλησιά», τα
σχολειά της πατρίδας μας, θα θεριεύουν την «αποσταμένη ελπίδα».
Όσοι ξέρουν λίγα γράμματα, γνωρίζουν πως ο
Ελληνισμός σκλαβώθηκε πνευματικά, όταν απελευθερώθηκε από την τουρκική
θηριωδία. Έφυγε ο Τούρκος και ήρθαν οι «αναθεματισμένοι Μπαυαρέζοι και οι
οπαδοί τους Έλληνες» και από τότε έκατσαν στο σβέρκο μας. (Γι’ αυτό ο
Μακρυγιάννης ελεεινολογώντας την λευτεριά που αποκτήσαμε ύστερα από τόσες
θυσίες και τόσα αίματα, έγραφε περίλυπος: «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την
λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους
Τούρκους, άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπεί πατρίδα,
τι θα ειπεί θρησκεία, τι θα ειπεί φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη…»). Για να
φτιάξουμε όμως μια Παιδεία ελληνική, που θα βγάζει ανθρώπους που θα «κοιτάζουν
το καλό της κοινότητος» (Κολοκοτρώνης), πρέπει να παρθούν δύο ρηξικέλευθες
αποφάσεις.
Πρώτον: να επαναπατρισθεί (στην Ευρώπη) όλο το
νεοταξικό κηφηναριό των μεγαλοκαθηγητάδων, το οποίο παράγει εκπαιδευτικούς που
θαυμάζουν φιλανδικά, σουηδικά και λοιπά μοντέλα, τα οποία αναδίδουν την
«τσίκνα» του ψοφιμιού.
Δεύτερον: να σταλούν για ανακύκλωση τα επίσης
νεοταξικά σχολικά βιβλία, βιβλία αγραμματοσύνης, βιβλία που διδάσκουν
αφιλοπατρία, αγλωσσία και απιστία. Να γραφτούν βιβλία που θα αποπνέουν το άρωμα
της Ρωμιοσύνης και την σοφία των αρχαίων προγόνων.
  Είναι σίγουρο πως τέτοια μέτρα θα
χαρακτηρισθούν από τις συνήθεις προοδευτικές τσιρίδες, φασιστικά, ρατσιστικά,
οπισθοδρομικά. Ας σκούζουν. Αυτοί μας έφτασαν ως εδώ και οι μαγαρισμένες ιδέες
τους. Για να ορθοποδήσει η Παιδεία μας πρέπει να σμίξει και πάλι με την χαμένη
παράδοσή μας, την οποία θα διδάσκουν δάσκαλοι που έχουν τόλμη και αρετή. «Ακόμη
δεν καταλαβαίνουμε πως καλό είναι το σχολείο με τους αφοσιωμένους δασκάλους και
όχι με τον άριστο κτιριακό κι εποπτικό εξοπλισμό». (Ράμφος).
Άφησα τελευταία την πλέον επαναστατική αλλαγή
στο παιδευτικό μας σύστημα. Να καταργηθεί το μονοτονικό και να επανέλθει η
ιστορική ορθογραφία. Αμέσως ψηλώνει η Παιδεία μας, η Ελλάδα ξαναστολίζεται με
το φυλακισμένο πνεύμα της, εκεί ψηλά στο έψιλον το κεφαλαίο, ανοίγει η αγκαλιά
της δασείας. Ίσως είναι ανεδαφικά, ουτοπικά όλα αυτά. Τι να κάνουμε όμως;
Καταρρέουμε εν θριάμβω. Φορές φορές  μια
βαθιά νοσταλγία μας κυριεύει, έτσι, κατά τον τρόπο του καθ’ ημάς Σεφέρη: «Όσο
προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως
δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα, που τόσοι σπουδαίοι και
ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης, με
ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς
τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό…»