Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Το καλό παράδειγμα

Είχαμε γράψει σε πρόσφατο άρθρο ότι το όνειρο του Νεοέλληνα υπήρξε κατ’ εξοχήν βραχύβιο. Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, για την οποία οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν μας είχαν προετοιμάσει, αλλά ούτε και εμείς θελήσαμε να προετοιμαστούμε προς αντιμετώπισή της, όπως ακριβώς δεν θέλαμε να αναρωτηθούμε πώς προέκυπταν εκείνα τα εντυπωσιακά κέρδη κατά την αρχική φάση του μεγάλου στημένου παιχνιδιού του χρηματιστηρίου. Τώρα καλούμαστε να κατανοήσουμε την κρισιμότητα των περιστάσεων και να αποδεχθούμε αδιαμαρτύρητα τις θυσίες που πρέπει να υποστούμε προς αποφυγή καταρρεύσεως της οικονομίας της χώρας.
Εκείνο το οποίο καθιστά δυσχερή την αποδοχή των θυσιών είναι η πλήρης αναξιοπιστία των πολιτικών (όχι αποκλειστικά των σήμερα κυβερνώντων). Ούτε ευθύνες για την ως τώρα κακοδιαχείριση έχουν αναλάβει (αποδεικτική η πρόσφατη εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού για το θέμα της οικονομίας) ούτε διάθεση να ελαφρύνουν τους πλουτίσαντες κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ούτε τη δύναμη να κατοχυρώσουν ότι απόμεινε διαθέτουν. Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται διόλου είναι ότι όχι μόνον οι καλλιεργήσαντες τη διαπλοκή αλλά και μεγάλο μέρος του λαού ωφελήθηκε από την κατασπατάληση πόρων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μηδέ και των γεωργοκτηνοτρόφων εξαιρουμένων, αυτών που τώρα βρίσκονται σε κατάσταση απόγνωσης. Αφού η Πολιτεία εμφύσησε σ’ αυτούς το πνεύμα του ατομισμού, κυρίαρχη αντίληψη του καπιταλισμού, τους εξώθησε στη διάλυση των συνεταιρισμών και στη σπατάλη για την αγορά πλεονάζοντος μηχανικού εξοπλισμού, προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους οι βιομηχανίες της Δύσης.
Το ίδιο πνεύμα με την Πολιτεία καλλιέργησε και η τοπική Αυτοδιοίκηση. Έχοντας να αντιμετωπίσει πλείστα όσα προβλήματα, την επίλυση των οποίων μετέφερε σ’ αυτήν η κεντρική Εξουσία χωρίς να μετακινήσει και αναλόγους πόρους, αναλώθηκε στη διάθεση σημαντικών κατ’ έτος ποσών για λεγόμενες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ο όροι παράδοση και πολιτισμός στις ημέρες μας είναι τραγικά παρεξηγημένοι. Σχετίζονται με τη σπατάλη προς στήριξη τόσο των διονυσιακών εκδηλώσεων της Αποκριάς, της μόνης ίσως κληρονομιάς των αρχαίων προγόνων μας που αναγνωρίζουν αρκετοί από τους πρωταγωνιστές του εθίμου, και προς στήριξη της πληθώρας των θερινών εκδηλώσεων, κατά τις οποίες ακριβοπληρωμένοι εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού κόσμου απομυζούν τα ισχνά κονδύλια της τοπικής Αυτοδιοίκησης προς δωρεάν τέρψη του λαού του άρτου και του θεάματος.
Βέβαια δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι πλείστες όσες τοπικές αρχές έχουν καταστεί δέσμιες των πρωταγωνιστών και “υπευθύνων” των εκδηλώσεων αυτών αλλά και μερίδας επαγγελματιών, οι οποίοι επωφελούνται από την αυξημένη κίνηση, και παρά την καλή τους θέληση να περικόψουν τα ποσά που σπαταλώνται, δεν τολμούν να αποφασίσουν αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, καθώς αντιγράφουν τη συλλογιστική της κεντρικής Εξουσίας. Και για να είμαστε πλέον ακριβείς δεν είναι μικρό το τμήμα εκείνο του λαού που επιθυμεί να συνεχιστεί η σπατάλη, έστω και αν αντιμετωπίζει οξυμμένα οικονομικά προβλήματα.
Το κατ’ εξοχήν γνώρισμα της κεντρικής Εξουσίας υπό το καθεστώς της λεγόμενης οικονομίας της αγοράς είναι η αναλγησία προς αντιμετώπιση προβλημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Στον τομέα αυτό καλείται η τοπική Αυτοδιοίκηση να αποστασιοποιηθεί και να επωμισθεί το χρέος έναντι των αποκλήρων της κοινωνίας που καθίστανται ημέρα με την ημέρα και περισσότεροι. Πρέπει όμως προς την κατεύθυνση αυτή να υποστηριχθεί από όλους εκείνους που αποτελούν τη σιωπηλή πλειονοψηφία, από εκείνους που περιφέρονται από γραφείο σε γραφείο για να εξασφαλίσουν μια δίμηνη σύμβαση εργασίας για τον άνεργο γυιό τους και δεν επιθυμούν να ξεσαλώνουν ένα βράδυ με δωρεάν κρασί! Αυτοί μπορούν να δείξουν τη θέλησή τους με την παρουσία τους ή μη στα δρώμενα. Αν ο λαός δεν εκδηλώσει τη θέλησή του, η τοπική Εξουσία θα συνεχίσει την σπατάλη και των τελευταίων ποσών που διαθέτει. Βέβαια πολύ θα βοηθούσε η δημοσιοποίηση, μετά το τέλος των εορταστικών εκδηλώσεων, ενός απολογισμού της δαπάνης. Τότε ο λαός θα αντιδρούσε διαφορετικά. Προς το παρόν ας αναλογισθεί ο καθένας, τί μπορεί να πράξει προσωπικά. Μια πρώτη κίνηση είναι η μείωση της φλυαρίας μας μέσω των κινητών τηλεφώνων. Αναλογιζόμαστε πόσο μας κοστίζει (σε χρήμα και σε υγεία);
Ίσως είναι αργά για αλλαγή αποφάσεων εν όψει της προσεχούς Αποκριάς. Καλό είναι να ληφθούν τα γραφόμενα υπ’ όψη πριν από τις εκδηλώσεις του θέρους και του χρόνου. Η κρίση θα διαρκέσει και θα επιδεινωθεί. Κανείς δεν τολμά να μας διαβεβαιώσει περί του αντιθέτου.
“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

«Φίλει την πατρίδα καν άδικος η»(*)

«Το ουσιαστικότερο
και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης είναι η πατρίδα και η
πίστη»
 
Δ. Σολωμός,
στοχασμοί στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»



Όσοι
αγαπούν την πατρίδα μας, αυτό το «πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει
άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου»
(Σεφέρης), θλίβονται και πικραίνονται για το τωρινό κατάντημά της. Τα
συμπτώματα της σήψης και της διάλυσης είναι εμφανέστατα. Κράτος – ζήτουλας της
οικουμένης, τετρομαγμένο και δανειοσυντήρητο, πολίτες, ένας ολόκληρος λαός,
πανικοβλημένοι, απογοητευμένοι και, το χειρότερο, που δεν σέβονται, δεν
συμπονούν, δεν αγαπούν την πατρίδα τους.
Και
το πάθαμε αυτό, γιατί ταυτίσαμε την πατρίδα με το κράτος της μίζας, της αρπαχτής,
της αναξιοκρατίας, της τεμπελιάς, της αργομισθίας. Είναι τέτοιο σίγουρα,
φρόντισαν γι’ αυτό οι ανθυπομετριότητες που το κυβερνούν, που αντί να
αναδείξουν και να καλλιεργήσουν τα προτερήματα του λαού, ξέβρασαν τα ελαττώματά
του, όμως δεν παύει να είναι και πατρίδα μας, ο τόπος των πατέρων μας, είμαστε
γραμμένοι στα μητρώα της, της ανήκουμε, δεν μας ανήκει. Είμαστε παιδιά της και
κανένα παιδί δεν απαρνιέται την μάνα του, γιατί έτυχε να ξεπέσει, να χάσει τα
πλούτη της, τα φτερά της τα πρωτινά, τα μεγάλα. Δεν έχω τις ικανότητες, μόνο ο
ποιητικός λόγος μπορεί να αποδώσει, εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, αυτές τους
καρδιακούς λόγους.
Ο
Νικηφόρος Βρεττάκος, ο ποιητής της ειρήνης, στρατιώτης του ’40, «μουρμουρίζει
στο αλβανικό μέτωπο»: «Δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ, /
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, / αν δεν ήταν πίσω μας λίκνα και τάφοι που
μουρμουρίζουν / αν δεν ήταν άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα / μέτωπα,
κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού / να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το
πνεύμα του». Είναι «γλυκό χώμα που νιώθει σαν άνθρωπος» η πατρίδα και όχι
κράτος με εξαπλωμένην την χείρα, είναι αυτό το χώμα που το πατάμε κι όλο
ανθίζει, το ατέλειωτο μπλε που μας αγκαλιάζει, που ξόδεψε ο Θεός απλόχερα, για
να μην τον βλέπουμε, όπως λέει ο τροπαιούχος μας ποιητής, Ελύτης.
Τώρα
«επαχύνθησαν οι καρδιές» μας, μειώνεται το εισόδημα, το κατά κεφαλήν όνειδος,
που λέγεται καταναλωτισμός και τρίζουν τα δόντια μας κατά της πατρίδας, πέφτει,
και εμείς της κλωτσούμε, μερικοί αδιάντροποι ντρέπονται κιόλας για την
ιθαγένεια, θεωρούν δυστυχία το να είσαι Έλληνας. Θα γυρίσω πάλι στους
προγόνους, στις παρήγορες και παραμυθητικές παραινέσεις τους. Εξάλλου τι να
διαβάσουμε; Το «τι είν’ η πατρίδα μας» της κ. Θάλειας Δραγώνα, τις
καταθλιπτικές, επιστημονικοφανείς λίγδες της; Η πατρίδα, όμως, την οποία το εν
λόγω, ληρώδες ημιγραϊδιον, ελεεινολογεί, την σιτίζει πλουσιοπάροχα, την
αναβίβασε σε υψηλότατο αξίωμα. Ας είναι «έξεστι… ασχημονείν». Τέλος πάντων,
όπως λίαν ευστόχως ειπώθηκε, σέβομαι τους νεκρούς κι όταν ακόμη είναι ζωντανοί.
Γύρω
στα 1600 ζει στην Κύπρο ο πιο επιφανής λογογράφος του 17ου αι., ο
Νεόφυτος Ροδινός. Γράφει στη γλώσσα του λαού. Στο βιβλίο του «περί ηρώων,
στρατηγών, φιλοσόφων και άλλων ονομαστών, όπου εβγήκασι από το νησί της
Κύπρου», μιλά για το χρέος που έχει ο καθένας όχι μόνο να αγαπά και να τιμά την
πατρίδα του, αλλά και να πεθαίνει γι’ αυτή.
Παραθέτω
το ωραίο και καλό κείμενο, σε αντίθεση με τους γνωμηγήτορες και λοιπούς
εθνομηδενιστές τής σήμερον, που απεχθάνονται «ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον»,
(Παπαδιαμάντης),  ό,τι δεν έχει πρόσφατη
ημερομηνία λήξεως. Έλεγε ο σοφός Ρωμηός της Κύπρου: «…Δύο πράγματα από όλα
περισσότερον μου φαίνεται και είναι ο άνθρωπος χρεώστης εις την ζωήν του, να
αγαπά και να διαφενδεύει ήγουν την πίστιν του και την πατρίδα του. Την πίστιν,
διότι διά μέσου αυτής της πίστεως όπου κρατεί εβγαίνοντας από τούτην την ζωήν,
ελπίζει να έχει ανταμοιβήν και πλερωμήν, καθότι έζησεν εις εκείνην.
Την
πατρίδα χρεωστεί κάθε εις να την αγαπά και να την τιμά και να πολεμά διά
εκείνην, διότι εβγάζοντας την παλαιάν παραγγελιάν, οπού νουθετά και λέγει μάχου
υπέρ πατρίδος, πολέμα διά την πατρίδα σου, είναι ακόμη και ηθικός, μάλιστα
φυσικός νόμος, κάθε ένας να αντιστέκεται και να υπερμαχεί της πατρίδος του, καν
τε καλή και ονομαστή είναι, καν τε αχαμνή, πτωχή και εις τους πολλούς
αγνώριστη». (Το κείμενο το εντόπισα στο «Κυπριακό Ανθολόγιο» Ε’ και ΣΤ’
δημοτικού, μια έξοχη έκδοση, η οποία αποσύρθηκε. Ως γνωστόν η μητέρα Ελλάς
«μετακενώνει» τα εκπαιδευτικά της σκύβαλα και στην πολύπαθη Κόρη). Ας προσεχθεί
η τελευταία πρόταση του κειμένου: «Χρεωστεί κάθε εις να αγαπά και να τιμά την
πατρίδα…καν τε αχαμνή (=αδύνατη), πτωχή και εις τους πολλούς αγνώριστη». Αγάπη,
σέβας για την πτωχή πατρίδα, όμως «οι Έλληνες παν να πιστέψουν πως η αλήθεια
είναι το κράτος και το κράτος η αλήθεια» θα πει ο Ι. Δραγούμης, για να
σημειώσει πρωτύτερα, στο «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», την επίκαιρη αποστροφή:
«για την κυβέρνηση (το κράτος) μου έρχεται σιχασμός και καταφρόνια· άμα
συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω
και ανθοβολώ άμα νιώθω τον Ελληνισμό (την πατρίδα).
«Στώμεν
καλώς», μην συγχέουμε τα πράγματα. «Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’
εκείνο», είμαστε πολιορκημένοι, από Δύση και Ανατολή, ας παραμείνουμε
ελεύθεροι, για να σώσουμε το «χώμα» της πατρίδας, όπως μας κανοναρχεί ο
Σολωμός.
Δεν
είναι πατρίδα αυτό που βλέπουμε στα βοθροκάναλα (η λέξη πιστώνεται στον έξοχο
«Αντιφωνητή» της Κομοτηνής), ούτε όπως μας την παρουσιάζει το εθνομηδενιστικό
χτικιό ούτε οι κοντόφθαλμοι λογιστές και λοιποί τζιτζιφιόγκοι (και
τζιτζιφιόγκες) που μας κυβερνούν. Πατρίδα είναι λευκασμένα κόκκαλα του παππού
μου στις αετοράχες και τα διάσελα της Πίνδου, τα εικονίσματα στην εκκλησιά του
χωριού μου. Αυτή είναι η πατρίδα μας, η «ώδε μένουσα πόλις» και αυτήν την
αγαπούμε.
Το
κράτος είναι αγνώριστο και άδικο, όμως η πατρίδα μας, τούτο το ένδοξο αλωνάκι,
το έχουμε κλεισμένο μες στην ψυχή μας και δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.



*να αγαπάς την πατρίδα σου
ακόμη κι αν είναι άδικη
Αντισθένης

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Οι παπόδουλοι της σήμερον

«Δεν χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως».
 

άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, του οποίου την μνήμη γεραίρει η εκκλησία μας στις 19 Ιανουαρίου.
 
 
 
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». 
Αυτή είναι η περίφημη απάντηση του «μεγάλου δουκός» Λουκά Νοταρά στον δύσμοιρο και ηρωϊκό αυτοκράτορα μας, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ο οποίος, για να σώσει την Πόλη από τους Τούρκους, δέχθηκε την υποδούλωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα.

Λίγα χρόνια ενωρίτερα, το 1438, ο αδελφός του Ιωάννης Η’ ο Παλαιολόγος, παρά την ρητή εντολή του πατέρα του, συνετού αυτοκράτορα, Μανουήλ Παλαιολόγου- «φεύγε πάσαν απόπειραν ενώσεως προς τον Πάπαν» κατά τον Γ. Σφρανζή- για τους ίδιους λόγους, είχε αναγκαστεί, εν μέσω εκβιασμών και απειλών, να υπογράψει την «ένωση» των εκκλησιών στην μιαρά και ληστρική σύνοδο Φεράρας – Φλωρεντίας. Τότε όμως τίποτε δεν είχε επιτευχθεί, γιατί είχε αντιδράσει σθεναρά ο αθλητής και στύλος της Ορθοδοξίας, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Μόνος σχεδόν ο άγιος ξεγύμνωσε την παπική αίρεση, αρνήθηκε να υπογράψει, έσωσε την Ορθοδοξία, έσωσε τον Ελληνισμό. Ο πάπας Ευγένιος ο Δ’ υπέγραψε το «όρο» και ζήτησε να μάθει τι έκανε ο Μάρκος. Όταν έμαθε ότι ο κυριότερος αντίπαλος του αρνήθηκε, αναφώνησε την περίφημη φράση: «λοιπόν, ουδέν εποιήσαμεν». Και θα δολοφονούσαν σίγουρα τα παπικά όργανα τον άγιο, αν δεν αναλάμβανε την προστασία του ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Επιστρέφοντας στην Πόλη η αποστολή, ο λαός, ο εμμένων στερρώς στην ορθόδοξη πίστη των πατέρων του, τίμησε τον στύλο της Ορθοδοξίας, Μάρκο Ευγενικό, και αποδοκίμασε έντονα, προπηλάκισε σκαιώς, τους «Γραικολατίνους», τους ενωτικούς ιεράρχες. Γράφοντας στη συνέχεια ο Ευγενικός δύο εγκυκλίους κατά της «ψευδωνύμου ενώσεως», τις οποίες απηύθυνε «τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις Χριστιανοίς», σημείωνε για τους εξωμότες παπόφιλους: «…φευκτέον αυτούς ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλών δήπου χείρονας, ως Χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους».( Ν. Βασιλειάδη, «Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωση των εκκλησιών», σελ.164). Και η ιστορία δικαίωσε τον άγιο και όχι τους εξωμότες Βησσαρίωνες και Ισίδωρους.(Ο εξωμότης Βησσαρίων, τον οποίο κάποιοι σήμερα, κυρίως ποντιακής καταγωγής, προσπαθούν να τον …αποκαταστήσουν, πρόδωσε την πάτριον πίστιν, προσχώρησε στον παπισμό, εγκατέλειψε το ποίμνιό του- ήταν επίσκοπος Τραπεζούντας- λίγο προ της αλώσεως, και για τις εκδουλεύσεις του στον πάπα «τιμήθηκε» με το αξίωμα του καρδινάλιου).

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν σταματούν οι παπικοί μισιονάριοι να διατρέχουν την σκλαβωμένη Ρωμιοσύνη και να πιέζουν τους υπόδουλους να προσχωρήσουν στον Παπισμό. Χαράγματα σε παλιούς ναούς της Σίφνου, γράφουν: «1610. Οι Φράγκοι θέλουν να μας αλλαξοπιστήσουν». «Οι Φραγκολεβαντίνοι θέλουν να μας φραγκέψουν, κατάρα στους Φράγκους» («Αντιπαπικά», Φ.Κόντογλου, σελ. 55). Κατηγορούν, μάλιστα, τους Έλληνες πως έσβησε η αίγλη και η σοφία τους. Τους απαντά ο μαρτυρικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (περί το 1630). «Ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αν δεν έχομεν σοφίαν εξωτέραν (του κόσμου τούτου), έχομεν χάριτι Θεού, σοφίαν εσωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν μας και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας και εις το να σηκώνομεν τον σταυρόν μας και χύνωμεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην μας προς τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν. Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδαν, τώρα τριακοσίους χρόνους ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διά να στέκουν εις την πίστιν των, και λάμπει η πίστις του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας…» (π. Θ.Ζήση, «Φραγκέψαμε», σελ. 67). Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δικαιώνοντας την ρήση του Νοταρά για το τουρκικό φακιόλιον, έλεγε: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μας έστειλεν ο Θεός τον Άγιο Κωνσταντίνο και εστερέωσεν βασίλειον χριστιανικόν• και το είχαν οι Χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε διά ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Διά το ιδικόν μας συμφέρον• διότι τα άλλα έθνη (δηλαδή τα παπικά) θα μας έβλαπτον εις την πίστιν• ο Τούρκος άσπρα (δηλ. χρήματα) άμα του δώσεις, κάμνεις ό,τι θέλεις». (επ. Αυγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 154).

Όσοι Ορθόδοξοι προσχώρησαν στον παπισμό, έδειξαν αργότερα στην επανάσταση ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. Ο ιστορικός του Αγώνα, Φιλήμων γράφει πως «την στιγμήν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο προσφερόμενον θυσίαν υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν τοις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Ψάξτε να βρείτε Συριανούς μπουρλοτιέρηδες και ναυμάχους. Δεν υπάρχουν, γιατί οι καραβοκύρηδες της Σύρου ήταν παπικοί. «Πολύ ολίγο εφάνησαν Έλληνες», συμπληρώνει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα «απομνημονεύματά» του για την γνωριμία του μ’ έναν Γάλλο περιηγητή ονόματι «Μαλέρμπη». «Μου λέγει», γράφει, ο αγωνιστής, «ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτείνη η ιδέα σ’ εσάς πολύ τυπωμένη». Του απαντά μεταξύ άλλων ο Μακρυγιάννης: «Του κάκου κοπιάζει η Ευρώπη… ότι χωρίς αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία… και πράμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, όπου το βαστήξαμεν εις την τυραγνία του Τούρκου, δεν το δίνομε τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες». Τον συμβουλεύει ο στρατηγός να μην μιλάει περί θρησκείας στους Έλληνες. «Αυτός», όμως, «ήλθε ως κατηχητής. Πήγε εις τας επαρχίας κι άρχισε πάλε την κατήχησήν του… κι αν δεν σωφρονίζεται και ξαναμιλούσε διά θρησκεία, θα’ μεναν τα κόκαλά του εις την Ελλάδα και τότε θα’ λεγαν θεριά τους Έλληνες – διατί δεν θέλουν ν’ αλλάξουν την θρησκείαν τους». («Απομνημονεύματα», εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 729-730).
Όσο ήμασταν σκλαβωμένοι, κλήρος και λαός, ακολουθούσαν με ευλάβεια και ανδρεία το πατροπαράδοτον σέβας. Από τότε που ελευθερωθήκαμε και άρχισε «η μετακένωσις των φώτων, από το κοφίνια των αλλογενών (Ευρωπαίων), εις τα κοφίνια των Ελλήνων», (Κοραής), ξεκίνησε και πάλι η ύπουλη προσπάθεια υποδούλωσης της Ορθοδοξίας στον Παπισμό. Προσπάθεια που ανέλαβαν σήμερα να διεκπεραιώσουν κάποιες «πνευματικές» κεφαλές μας, παπολάτρες, «ψοφοδεείς που φροντίζουν διά την εξασφάλισιν του σαρκίου των και την καλοπέρασίν των, κάτω από την αιγίδα των αρχόντων του αιώνος τούτου, αδιαφορώντες διά πίστιν, διά αλήθειαν, διά σωτηρίαν ψυχής, διά παν υψηλόν, το οποίον καθιστά τον άνθρωπο από ζώο υλόφρον και σαρκικόν, αληθές τέκνο του Θεού». (Κόντογλου).
Έχει γίνει η πατρίδα μας περίγελως του κόσμου. Από τη μια οι γονατισμένοι πολιτικοί, οι δειλοί κεκράκτες της τουρκοελληνικής φιλίας και από την άλλη οι «νεοενωτικοί», οι Βησσαρίωνες της σήμερον, οι οποίοι απεργάζονται (βυσσοδομούν) την πνευματική άλωση του λαού μας. Όσοι αντιδρούν… είναι φανατικοί, σκοταδιστές. «Οι αδιάφοροι και καιροσκόποι, οι θεωρούντες την Εκκλησίαν του Χριστού ως θεραπαινίδα πολιτικών και εγκοσμίων σκοπών, μας χαρακτηρίζουν ως φανατικούς και σκοταδιστές. Οι δε χριστιανοί με την σύγχρονον περί Χριστιανισμού αντίληψιν, μας βλέπουν ως στενοκέφαλους και εστερημένους τής, τόσον κακοπαθούσης, υψίστης χριστιανικής αρετής, της αγάπης». (μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Ορθόδοξα Μελετήματα», εκδ. Ορθόδοξου Τύπου, σελ. 108).
«Τι πάθηκαν, τι γίνηκαν», οι αντρειωμένοι, οι ομολογητές; Θα επιτρέψουμε να χαθεί το, «συνόκαιρο του κόσμου», Γένος των Ελλήνων, να επέλθει η «αποφύλισις», όπως ονόμαζε τον αφανισμό μας ο ιστορικός του έθνους Κ. Παπαρρηγόπουλος; Πού είναι οι νέοι Μάρκοι Ευγενικοί, για να βροντοφωνάξουν το «ουχ υπογράφω»!

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

«Ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας»

«PIGS», δηλαδή γουρούνια μας ονομάζουν Γερμανοί
ειδήμονες ή οιδαίνοντες (εκ του οιδαίνω, που σημαίνει φουσκώνω, πρήζομαι, εξου
και οίδημα). Από κοντά και κάποια άλλα τσογλανοκρατίδια της Ενωμένης Ευρώπης,
αποφύσεις της γερμανικής ή αμερικανικής ηγεμονίας. Η λέξη «
PIGS» είναι
ακρωνύμιο και τα τέσσερα γράμματά του είναι τα αρχικά, αντιστοίχως, τεσσάρων
κρατών. Πορτογαλία, Ιρλανδία, Γραικία, Σπανία.. (Μη λησμονούμε ότι οι Ευρωπαίοι
μας αποκαλούν Γραικούς. Έλληνες είναι μόνον οι αρχαίοι). Πού οφείλεται αυτό το
ευρωπαϊκό οίδημα – πρήξιμο και κυρίως το…τευτονικόν;
Για την «σοβαρότατη δημοσιονομική μας κρίση»,
όπως γράφουν σε καθωσπρέπει γλώσσα. Διότι ζούμε με δανεικά. Περνάμε «ζωή και
κότα», αθεράπευτοι ευδαιμονοθήρες, γλεντοκόποι ανικανοποίητοι, διαπλεκόμενοι,
διεφθαρμένοι, παράσιτα της Ευρώπης και λοιπά … σκοτεινά ή λαμπρά ελαττώματα του
Γένους ημών. Απαντώ, εν πρώτοις, με μια φράση του Καραϊσκάκη, πρωτοκορυφαίου
της καθ’ ημάς ηρωϊκής αλητείας. (Η λέξη αλήτης σημαίνει και το να είναι κάποιος
άνευ μονίμου κατοικίας, δηλαδή, Κλέφτης, με κεφαλαίο το κάππα). Είχε βγάλει
όνομα ο στρατηγός, ήταν ξακουστός, η Τουρκιά τον έτρεμε, οι Ευρωπαίοι τον
θαύμαζαν. Κάτι περίεργοι Φράγκοι, έμφορτοι φιλελληνικού τυχοδιωκτισμού, ζήτησαν
να τον δουν. Δεν τους γέμισε το μάτι, περίμεναν κάποιον θηριώδη γίγαντα και
αντίκρισαν έναν μυστακοφόρο κουρελή. (Στο βιβλίο «ο Αγώνας των Ελλήνων για
ανεξαρτησία, 1821-1833», του Ντ. Ντάκιν, Άγγλου ιστορικού, σελ. 320, οι Έλληνες
μαχητές χαρακτηρίζονται ως άνω: «μυστακοφόροι κουρελήδες», σε αντίθεση με τους περίπου
φιλέλληνες που ήταν ντυμένοι με «μεγαλοπρεπείς στολές»). Μετά το πέρας της
διμερούς συνάντησης, Καραϊσκάκη και Φράγκων, οι δεύτεροι σχολίαζαν ειρωνικά, με
ευτελείς και περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς την εμφάνιση του στρατηγού. Τα
άκουσε και τους λέει τούτα τα αθάνατα λόγια. «Μπορεί να είμαι γιος καλόγριας,
γύφτος, μαύρος και άπλυτος, αλλά είμαι καλύτερος από σας».
Μετά την αποστομωτική απάντηση του ενδόξου
πολέμαρχου, θα εξετάσουμε, ποιοι, κατά την ιστορία, είναι «γουρούνια». Μία
ελάχιστη αναφορά στο 1204, όταν αποθηριωμένες ορδές Ευρωπαίων εγκληματιών,
δηώνουν και μακελεύουν την  Βασιλεύουσα.
Ονομάζονται «Σταυροφορίες», η μεγαλύτερη απάτη της παγκόσμιας ιστορίας. Ο
πλούτος που κατέκλεψε η δυτική μάστιγα – μήνες ολόκληρους μετέφεραν τα καράβια
της θησαυρούς στην Βενετία, στο Βατικανό, στο Άαχεν και λοιπές ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις – αποτέλεσε την βάση για να ιδρυθούν οι πρώτες τράπεζες. (Για τις
ανήκουστες κτηνωδίες των «Σταυροφόρων» στην Πόλη παραπέμπω στον Στ. Ράνσιμαν ή
στον θρήνο του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη – αυτόπτη της τραγωδίας).
1941, Απρίλιος, 6. Σιδηρόφρακτες γερμανικές μεραρχίες,
η Γκεστάπο, οι Ες-Ες και λοιπά πεπολιτισμένα καθάρματα παραβιάζουν τα σύνορα
της πατρίδας μας. Αφού ξεπαστρεύει  όσα
μπορεί ο στρατός μας και τα ηρωϊκά «μετόπισθεν» (μάχη της Κρήτης), η πατρίδα
σκλαβώνεται. Χίλιες μέρες χωρίς φως. Κατοχή, το ανθρωποσφαγείο. Τον Οκτώβριο
του ’44, η χιτλερική Νέα Τάξη Πραγμάτων ξεκουμπίζεται, αφήνοντας πίσω της αίμα
και συντρίμμια. (Χρησιμοποιώ εφεξής το σπουδαίο βιβλίο του ακαδημαϊκού Άγγελου
Αγγελόπουλου «Από την Κατοχή στον Εμφύλιο», εκδ. «Παρουσία» και την «Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών»).
Όπως ομολόγησε ο υπουργός Οικονομίας του Γ’
Ράιχ Φουνκ σε άρθρο του: «Η Ελλάδα δοκίμασε τα δεινά του πολέμου και υπέστη τις
συνέπειές του όπως ίσως καμμιά άλλη χώρα της Ευρώπης». Μιας και οι Ευρωπαίοι
αρέσκονται σε αριθμούς, θα αναφερθώ σ’ αυτούς. 400.000 περίπου νεκροί Έλληνες
κατά την περίοδο της Κατοχής. 300.000 από ασιτία, επειδή τα «γουρούνια», οι
Γερμανοί κατακτητές, άρπαζαν το ψωμί των παιδιών και των γερόντων, για τρέφουν
τα στρατεύματά τους.
Υλικές καταστροφές: Οικοδομές: 401.000
(23,2%). Εμπορικά πλοία 434 (74,5%). Γέφυρες οδικές 90% απώλειες. Σιδηροδρομικό
δίκτυο και σχετικό υλικό πάνω από 90%. (Φεύγοντας κατεδάφισαν τα πάντα οι
κακόψυχοι «Ούνοι»). Χωριά κατεστραμμένα πάνω από 1.700. Μειωμένη κατά 60% η
γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή.
Κατοχικά δάνεια: «από τα πιο μεγάλα και
επώδυνα προβλήματα της νεότερης Ελλάδας, μια μεγάλη πληγή για την ελληνική
οικονομία και ένα βαρύ πλήγμα για τον ελληνικό λαό που επηρέασε σημαντικά τις
μεταπολεμικές εξελίξεις» κατά τον αείμνηστο καθ. Αγγελόπουλο. (Προσοχή μιλάμε
για δάνεια και όχι για επανορθώσεις. Η «Συμφωνία της Ρώμης», της 14ης
Μαρτίου 1942, μεταξύ Ελλάδας, Γερμανίας και Ιταλίας προέβλεπε τη μορφή του
δανείου για τα επιπλέον των εξόδων Κατοχής ποσά που θα ελάμβαναν οι Αρχές
Κατοχής απευθείας από την Τράπεζα της Ελλάδας. Το αρθ. 4 της Συμφωνίας καθόριζε
ότι «η οριστική ρύθμιση των καταβολών αυτών δύναται να λάβει χώραν αργότερον»).
Σύμφωνα με τον καθ. Αγγελόπουλο η οφειλή σήμερα (το 1994) φθάνει τα 13 δισ.
δολάρια, με τόκο επιεικώς 3%. Το 1945 όμως υπολογίστηκε ότι και η επανόρθωση
για τις ζημίες που υπέστησαν Έλληνες πολίτες κατά τη διάρκεια της Κατοχής
ανέρχεται στα 17,63 δισ. δολάρια. Άρα δάνεια και επανορθώσεις υπερβαίνουν τα 30
δισ. (Άνευ τόκων και με ποσά παλαιότερων εποχών. Και δεν μιλάω για σφαγές σε Καλάβρυτα,
Δίστομο, Κάνδανο, Χορτιάτη, τους χιλιάδες άμαχους που δεν «επανορθώνονται»). Τι
λάβαμε για τα απερίγραπτα δεινά της Τριπλής Κατοχής; 45 εκατ. δολάρια από τους
Βούλγαρους. 105 από την Ιταλία. 115 από τους Γερμανούς μόλις το 1960. Γιατί
αυτό το εξευτελιστικό ποσό; Διότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ανήσυχες από την
επέκταση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη» απαγόρευσαν ελληνικές οχλήσεις
προς την Γερμανία. Επιδίωκαν την οικονομική της σταθερότητα εις βάρος της
μικράς κι εντίμου Ελλάδος. (Κάτι παρόμοιο ισχύει σήμερα με τους Τούρκους
εξαιτίας του δήθεν ισλαμικού κινδύνου). Η Γερμανία δεν πλήρωσε ποτέ και τίποτε
για την διάλυση της πατρίδας μας. Και έστελναν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις τον
ανθό της Ελλάδας στις φάμπρικες και τις στοές της Γερμανίας, η οποία σήμερα,
όπως και οι άλλες δύο ηττημένες, Ιταλία και Ιαπωνία, συγκαταλέγονται στις επτά
πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Καμμιά ελληνική κυβέρνηση δεν αξίωσε κάτι.
Σκασμός και υποτέλεια. Αμνηστεύσαμε τα στυγερά εγκλήματα, αποσιωπήσαμε την
πρωτοφανή λεηλασία και σήμερα οι απόγονοί τους μας αποκαλούν γουρούνια.
Κι έλεγε ο Μακρυγιάννης για τους «Ευρωπαίγους»
πολιτικούς: «Κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούση,
ούτε να σας ιδή, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας, όχι των φιλανθρώπων υπηκόγωνε
σας, εσάς των ανθρωποφάγων οπ’ ούλο ζωντανούς τρώτε τους ανθρώπους και
υπερασπίζεστε τους άτιμους και παραλυμένους∙ και καταντήσετε την κοινωνία
παραλυσία». Οι «άτιμοι» Έλληνες ας τους προσκυνούν. «Όμοιος ομοίω αεί πελάζει»
ή όπως το λέει ο λαός, «όλα τα γουρούνια ίδια μούρη έχουνε».