Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Από το 1821 στο 2010

Οι επαναστάτες πρόγονοί μας είχαν υποθηκεύσει το υπό σχηματισμό νεοελληνικό κράτος πριν από την αναγνώρισή του με την προσφυγή σε εξωτερικό δανεισμό!
Στις 12 Απριλίου 1823 η έκθεση της επιτροπής, που είχε ορίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση για να συντάξει έναν πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου έθνους, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κρισιμότητα της κατάστασης: Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια. Η έκθεση της επιτροπής κατέληγε με την προτροπή να γίνεται καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους τοπικούς άρχοντες και την ανάγκη να αναζητηθούν νέοι πόροι. Στην εξουσία επικεφαλής ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης και ισχυροί άνδρες οι Κωλέτης (γαλλόφιλος), Μαυροκορδάτος (αγγλόφιλος) και Μεταξάς (ρωσόφιλος). Τό πόσο είχαν συνειδητοποιήσει οι αξιωματούχοι των επαναστατών, πολιτικοί και στρατιωτικοί, την κρισιμότητα των περιστάσεων μας παρουσιάζει κατά τρόπο ξεκάθαρο ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε αναλάβει (άνοιξη του 1822) την οργάνωση της άμυνας των επαναστατών στην Ανατολική Στερεά προς παρεμπόδιση της καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων νοτιότερα. Είχε ζητήσει από την κυβέρνηση, η οποία διέκειτο εχθρικά απέναντί του, τον εφοδιασμό του στρατού του με τροφές και πολεμοφόδια. Αλλά, κατά τον Μακρυγιάννη “αυτείνοι οι αφεντάδες κάθονταν εις τα καράβια κ’ έτρωγαν κ’ έπιναν, κ’ εκείνους οπού κιντύνευαν δια την πατρίδα τους προμήθευαν διχόνοιαν και διαίρεσιν αναμεταξύ τους”. Και όταν λίγο αργότερα απελευθερώθηκε η Ακρόπολη της Αθήνας έδειξαν και οι καπετάνιοι ότι δεν υστερούσαν σε απληστία ως προς τους πολιτικούς. Πάλι ο Μακρυγιάννης γράφει ότι αφού άρπαξαν την περιουσία πολλών Αθηναίων άρχισαν να εξαπατούν και την κυβέρνηση (αντεκδίκηση): “Κι’ όποιος είχε δέκα (σ.σ. άνδρες), τους έκανε εκατό ΄σ τον λογαριασμόν, και πάλε εκείνοι οι δέκα απλέρωτοι. Κι’ αν θα τους πλήρωναν, κάλπικα εικοσάρια. Ηύραν μαστόρους καλπουζάνους και τους βάλαν εις το κάστρο και κόβαν μοννέδα κάλπικη”.


Στις 2 Ιουνίου 1823 το εκτελεστικό (κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει λόγω έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις. Παρότι “ληστρικό”, το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του ελληνικού κράτους. Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του διαψεύστηκαν οικτρά, καθώς κατασπαταλήθηκε για να κερδίσει η κυβέρνηση (Κουντουριώτης και λοιποί) την εμφύλια διαμάχη που είχε φουντώσει στην Πελοπόννησο. Την κατάσταση διεκτραγωγεί ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, από τα οποία παραθέτουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα: “Ο στραβοραγιάς ας δουλεύη δια ΄μας. Εκείνος τρώγει λάχανα ανάλατα, εμείς τηγανίτες κι’ αρνάκια”(από συζήτηση με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη).


Στις 31 Ιουλίου 1824, το βουλευτικό αποφάσισε τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών. Η κυβέρνηση είχε ανάγκη να προσελκύσει με το μέρος της επαναστάτες. Αν και κυβερνητικός, ως ευπειθής στην εξουσία ο Μακρυγιάννης, απέφευγε την εμπλοκή σε εμφύλιες συρράξεις στην Πελοπόννησο. Και τότε συνέβη το ακόλουθο (Νοέμβριος 1824): “Με περικάλεσε πολύ η Κυβέρνηση-ήξερε ότι είμαι φιλιωμένος με τους Καρατασσαίους- (σ.σ. το σώμα των Μακεδόνων) και μόδωσε χρήματα να μ’ ελκύση. Τους είπα. «Θα πάγω, αλλά θέλω να σας αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι πραματευτής να κάνω πραμάτεια την πατρίδα μου δια χρήματα. Δεν έχω κρέας για μακελλειόν. Δια την στερέωση της πατρίδος μου και νόμους, δια ΄κείνο πεθαίνω, όχι διά άλλο. Και οι Γύφτοι νάχουν την Κυβέρνησιν, εγώ υποτάζομαι. Χρήματα μάτα μου στείλατε κι’ όταν ήμουν με τον Κολοκοτρώνη, δεν τα δέχτηκα. Όμως παραπονιώμαι ότι εγώ δουλεύω ΄λικρινώς κι’ άλλοι μ’ επιβουλεύονται»”. Βεβαίως πολλοί άλλοι πήραν χρήματα για να παραμείνουν ή να μεταπηδήσουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες. Ενώ όμως το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι Άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία έξι ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα (“Καρτερία”, “Επιχείρηση”, “Ερμής”) και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία (“Ελλάς”) ήλθε στην Ελλάδα (και την έκαψε ο Μιαούλης, για να εκδικηθεί τον Καποδίστρια), ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος. Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις βγήκαν νικήτριες από τον εμφύλιο πόλεμο που ρήμαξε τον Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί φυλακίστηκαν. Έμενε όμως ο ανυπότακτος Οδυσσέας Ανδρούτσος στη Στερεά Ελλάδα. Και τότε, κατά τον Μακρυγιάννη “γιόμωσε τον Γκούρα ο Κωλέτης λίρες. Του γιόμωσε το δισάκι του από αυτές κι’ από τα λάφυρα του Νοταρά και Σισίνη κι’ αλλουνών. Το ίδιον και τον Κατζικοστάθη. Αφού τους έκανε αυτείνη την καλωσύνη ο Κωλέτης, τον πουλημένον άνθρωπον κι’ άρπαγον τον έκαμε αρχηγόν να πάγη αναντίον του Δυσσέως..”. Πήγε ο Γκούρας, ο έμπιστος του προγραμμένου καπετάνιου τον συνέλαβε και τον εκτέλεσε στην Ακρόπολη. Τότε όμως φάνηκε η σοβαρή απειλή των Κιουταχή και Ιμπραήμ.

Μόλις το 1825 η κυβέρνηση κήρυξε την πρώτη πτώχευση. Πώς να φροντίσει για τους “ελεύθερους πολιορκημένους” του Μεσολογγίου που έτρωγαν αρμυρόχορτα; Τον Απρίλιο του 1826, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ούτε μία λίρα! Έτσι, η πρώτη πτώχευση ήλθε ενωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, το οποίο είχε πλέον πολλούς λόγους η Αγγλία να αναγνωρίσει. Και καθώς ο πρώτος κυβερνήτης, ο λαμπρός Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αποποιήθηκε τον μισθό του χάρη της πατρίδας, δεν ήταν αρεστός στους “προστάτες” μας, αυτοί εφήρμοσαν τη δοκιμασμένη μέθοδο της διχόνοιας και επέτυχαν τη δολοφονία του. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: “Και οι προκομμένες οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτόν εις το ταμείο και όλο το κράτος τόφεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία. Και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον (σ.σ. αποκλεισμός από αγγλικές δυνάμεις υπό τον Πάρκερ 1850), οπούναι περίτου (=πάνω από) τρεις μήνες και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθιρώποι των νησιών και εκείνοι οπούχουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα”. (Καθεστώς από τότε “Αγγλικού νομισματικού ταμείου”. Σήμερα έχουμε το ΔΝΤ).

Αργότερα οι Άγγλοι επέτυχαν και την ανατροπή του Όθωνα, ώστε υπό την δυναστεία των Γλύξμπουργκ να μετατρέψουν την Ελλάδα σε προτεκτοράτο.

Ο ελληνικός λαός, τον οποίο εκθειάζει σε πλείστα όσα σημεία του έργου του ο Μακρυγιάννης (δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε σ’ αυτό το θέμα), δεν χάρηκε την ελευθερία του! Η ξενοκρατεία τον οδηγεί σήμερα για μία ακόμη φορά στα χέρια των απλήστων του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτά του είχαν τάξει οι ταγοί του, όταν με καμάρι προέβαλλαν ως επιτυχία της χώρας μας την ένταξη της στην χορεία των ισχυρών της γης;

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Μαρτυρίες και μαρτύρια του Αγώνα

Έχω στην βιβλιοθήκη μου ένα πολύ παλιό περιοδικό με τίτλο «ΓΝΩΣΕΙΣ». Το τρίτο τεύχος του είναι αφιερωμένο στην Επανάσταση του ’21. Γράφουν σ’ αυτό πνευματικά αναστήματα όπως οι: Κόντογλου, Καραντώνης, Περάνθης,  Χάρης, Λάπας, Αγγελομάτης, Μυριβήλης και άλλοι σημαντικοί. Ξεσηκώνω από το αφιέρωμα ένα κείμενο του Σταύρου Μάνεση, συντάκτη, τότε, του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης της Ακαδημίας Αθηνών». (Του οποίου, η συγγραφή, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Στην Ελλάδα τα πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», έλεγε χαρακτηριστικά ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος). Ο τίτλος του άρθρου είναι «Μακεδονικές Ημέρες». Ο συγγραφέας γύριζε τότε την Μακεδονία με σκοπό να διασώσει λέξεις, τοπικά ιδιώματα, ώστε να πλουτίσει μ’ αυτές το Λεξικό.
Όπως γράφει: «Τα καλοκαίρια του 1952, ’52, ’53 και ’55 είχα την εξαιρετική τύχη και τιμή να μου ανατεθεί από ένα σωματείο με λαμπρή επιστημονική δράση, την εν Αθήναις Γλωσσικήν Εταιρείαν, η μελέτη του γλωσσικού ιδιώματος της περιοχής Γράμμου, με επιτόπιο μετάβασή μου. Με βασικό μεταφορικό μέσο το μουλάρι, γύρισα πενήντα χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις του δυτικού μέρους των νομών Καστοριάς και Κοζάνης σκαρφαλωμένα πάνω στις κορφές και τις πλαγιές του Γράμμου και της Πίνδου. Έτσι, είχα την ευκαιρία και την άνεση να γνωρίσω τους ανθρώπους και τη ζωή τους με τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες και τις ελπίδες τους».
Σεργιανάει τα χωριά ο γλωσσολόγος και συζητά κυρίως με υπερήλικους ανθρώπους που είχαν ζήσει την Τουρκοκρατία στα μέρη εκείνα. (Μόλις 40 χρόνια είχαν περάσει από το 1912-13, που ο στρατός μας απελευθέρωσε την Μακεδονία). Οι μαρτυρίες (και τα μαρτύρια) των γερόντων Μακεδόνων είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικές.
Διαβάζω: «Ο σεβασμός στην εκκλησία έχει παλαιά παράδοση σ’ αυτούς τους τόπους κι είναι σαν μια πράξη ευγνωμοσύνης για την συμπαράσταση τους στον αγώνα. “Εδώ διάβασα”, μου δήλωσε με περηφάνια ο ογδοντάρης πρόεδρος του χωριού Αγιά – Σωτήρα, Δημήτρης Ζηκόπουλος, δείχνοντάς μου τον νάρθηκα της Αγιά – Παρασκευής, μιας εκκλησιάς διακοσίων χρόνων, θέλοντας να μου πει ότι εκεί έμαθε τα γράμματα που ξέρει. Και συνέχισε: “Οι Τούρκοι δεν μας άφηναν να μαθαίνωμε γράμματα κι ερχόμασταν σε τούτο το κρυφό σχολειό. Το μόνο που δεν τους πολυένοιαζε ήταν να διαβάζωμε το χτωήχι και το ψαλτήρι, για να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα με τ’ άλλα διαβάσματα. Θυμάμαι με τι χαρά και με τι τρομάρα οικονόμησε τω καιρώ εκείνω ο παππούλης που μας διάβαζε – άγιο το χώμα που τον σκεπάζει- μια Ιλιάδα του Ομήρου. Σαν τελειώναμε την ανάγνωση, την παράχωνε κάτω από την πλάκα που βλέπεις εδωγιά».
Νομίζω ότι το κείμενο, η διήγηση του ογδοντάρη γεροπροέδρου είναι από τις λίγες μαρτυρίες, που αποδεικνύουν την ύπαρξη αυτού που αρνείται η αφελληνισμένη διανόησις και τα απολειφάδια της ιστοριογραφικής τσαρλατανιάς που λυμαίνονται τα πανεπιστήμια: το Κρυφό Σχολειό.
Έτερη διήγηση, ηλικιωμένου αγροφύλακα από το χωριό Νόστιμο. Εξιστορεί επιγραμματικά τη ζωή της σκλαβιάς, την «θαυμαστή τάξη» της Τουρκοκρατίας: «Τι τρόμους και τι καρδιοχτύπια περάσαμε με τους Τούρκους και τους Αρβανιτάδες, που διαφέντευαν τα μέρη ετούτα κάναν καιρό. Οι πρώτοι με το χαράτσι και το γιαταγάνι τους, οι δεύτεροι με τα κούρσα και το πλιάτσικο. Ανέβαινε ο Αγάς, κατέβαινε ο λιάπης απ’ τα βουνά του, έμπαιναν στα σπίτια μας:
– Βάλε μου να φάω, γκιαούρ!
Τι να κάνεις, τούψηνες ό,τι καλύτερο είχες, για να τον μαλακώσεις: καμμιά κότα, αυγά∙ έσφαζες κανένα αρνί, τούδινες παχύ τυρί, τούφτιανες και την καλύτερη πίτα στη γάστρα να περιδρομιάσει. Δώσε μου κι άσπρα (= χρήματα) για τον κόπο πούκαμα νάρθω στο ρημάδι σου και για τα δόντια μου που χάλασα με τα παλιόφαγά σου, μούγκριζε στο τέλος μουδιασμένος από το φαΐ ο ληστής. Μπορούσες να του πεις όχι; Τούδινες κι άσπρα… Τι να πρωτοθυμηθείς! Αν τον απαντούσες στο δρόμο, έπρεπε να του κάνεις μετάνοια του Τούρκου, να κατέβης απ’ το ζώο ν’ ανέβη αυτός. Τα ρούχα σου να μην είναι καινούργια και το φέσι σου νάναι τρύπιο και πλαγιαστό. Αν τόβλεπε ορθό, σήκωσες κεφάλι, Γιουνάν, σούλεγε, και στο έκοβε! Οι κοπέλες έβαζαν τα πιο παλιά τους φουστάνια και κουκουλώνονταν και καταχώνουνταν να μην τις δει το μάτι το πόρνο… πώς ζήσαμεν ένας Θεός το ξέρει, ώσπου νάρθει το ελληνικό».
(Αναφέρει η Πηνελόπη Δέλτα στα «Μυστικά του Βάλτου» πως όταν ο ήρωας καπετάν Άγρας πήγε σε τουρκοσκλαβωμένο χωριό της Μακεδονίας, οι κάτοικοι τον εκλιπαρούσαν να μην βαδίζει καμαρωτός, γιατί θα προδοθεί από την περπατησιά του. Έπρεπε να βαδίζει σκυφτός).
Παρενθέτω στο σημείο αυτό και μια άλ
λη μαρτυρία, που περιγράφει τα ανήκουστα δεινά που βίωσε ο λαός μας κατά την «λαμπρή» για τους τουρκολάτρες της σήμερον, περίοδο της αιχμαλωσίας στους Αγαρηνούς. Περιέχεται στο βιβλίο «το Εικοσιένα», έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών. Στο βιβλίο καταγράφονται οι πανηγυρικοί λόγοι των Ακαδημαϊκών. Τον Μάρτιο του 1967, ομιλητής είναι ο Σπ. Μαρινάτος. Παραθέτει άδεια ταφής χριστιανού, την οποία έδιναν οι Τούρκοι:

«Συ ο παπάς, του οποίου το μεν ένδυμα είναι μαύρον ως πίσσα, το δε πρόσωπον ως του σατανά, συ ο ιερεύς των μιαρών, συ ο έλκων την καταγωγήν από τον άπιστον Ιησούν, διατάσσεσαι: Τον εις το έθνος σου ανήκοντα άπιστον Γρηγόριον, ο οποίος εψόφησε σήμερον αν και την μεν ψυχήν του παρέδωκεν εις τον σατανάν, το δε βρωμερόν πτώμα του δεν το δέχεται το χώμα, έξω και μακράν της πόλεως ανοίξατε λάκκον και διά λακτισμάτων ρίψατε αυτόν εντός τούτου». (σελ. 774).
Το κείμενο αποτελεί μνημείο και αδιαφιλονίκητη απόδειξη της αρμονικής, έως έρωτος, συνοίκησης σκλάβων και δυναστών. Ακόμη και οι νεκροί διαπομπεύονταν.  Επανέρχομαι στα ιερά χώματα της Μακεδονίας, στην οποία, πριν αυτοεφευρηθούν οι Σκοπιανοί, δοκίμασαν οι Έλληνες τα πάθη του Χριστού. Γράφει ο Φιλήμων στο «Δοκίμιον της Ελληνικής Επαναστάσεως».
«Όπου η βαρβαρότης των Τούρκων ήτο παχυτέρα, εκεί η κατά των χριστιανών τυραννία ήτο τραχυτέρα. Τοιούτοι ήσαν οι χονδροί και ημιάγριοι Τούρκοι της Μακεδονίας. Ενώπιον δε αυτών και αυτοί έτι οι Τούρκοι της Κρήτης, οι τόσον διαβόητοι επί φυσική κακουργία και κακεντρεχεία, εθεωρούντο εξηυγενισμένοι…Ούτω τα παθήματα των Ελλήνων της Μακεδονίας καταντώσιν απερίγραπτα και δύσληπτα, ως υπερβαίνοντα πάσαν ανθρωπίνην κακίαν και πάσαν υπομονήν ανθρώπου. Εν τω τόπω αυτώ αι πολυειδείς καταδυναστεύσεις και αι ατελεύτητοι απαιτήσεις, αι αυθαίρετοι ιδιοποιήσεις των κτημάτων, οι φόνοι και επί πάσιν αι αρπαγαί και αι βίαι απαγωγαί νεανίδων και νέων, υπερείχον απολύτως». (τομ. 3, σελ. 144).
Και κλείνω με τον επίλογο του κειμένου του Στ. Μάνεση, που ίσως, συνεχίζει το κείμενο του Φιλήμονα: «Πόσο ακλόνητη ήταν η πεποίθηση των Μακεδόνων πως κάποια μέρα θάρθει το ελληνικό, φαίνεται κι από την αφελή διαβεβαίωση ενός γέρου εκατοχρονίτη, του Δημήτρη Σιμόπουλου, από το Τσοτύλι: Δεν μπορούσαμεν, μου είπε, να ζήσωμε σκλάβοι σε ξένα χέρια απ’ άπειρον∙ το γραφτό έλεγε πως θα ενωθούμε με την Ελλάδα, γιατί Ελλάς θα πει…έλα».
Δεν βρήκα ωραιότερη ετυμολογική ερμηνεία του εθνικού μας ονόματος…

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Tο νέο σχολείο – ΚΕΠ

«Χάσαμε τη σοφία για χάρη της γνώσης, χάσαμε τη γνώση για χάρη της πληροφορίας» 
 
Έλιοτ

 

Έχω μπροστά μου, δημοσιεύεται στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του υπουργείου, πρώην Εθνικής, Παιδείας, το «σχέδιο δράσης για την υλοποίηση των προγραμματικών δεσμεύσεων στο χώρο της Παιδείας», όπως σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα η υπουργός Άννα. Τίτλος του «ΠΡΩΤΑ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ». Στόχος, μεγαλόπνοος, η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ της Παιδείας, η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ του εκπαιδευτικού συστήματος. (Τα κεφαλαία περιέχονται στο κείμενο). Η λέξη «αναστήλωση» παραπέμπει στην Κυριακή της Ορθοδοξίας. Προφανώς γράφτηκε τις ημέρες «πέριξ» της εορτής και η υπουργός «και Θρησκευμάτων» τσίμπησε την λέξη. Η «αναβάθμιση» είναι το κεντρικό σύνθημα για το «νέο σχολείο».
Ως γνωστόν κάθε νέος υπουργός Παιδείας αναστυλώνει το «όραμα» του με μια εμβληματική λέξη, μια λέξη – σύνθημα, που σαν αφηρημένο αναφορικό υποκατάστατο σημαίνει δυνητικά τα πάντα χωρίς στην πραγματικότητα να περιέχει τίποτε. Ας δούμε κάποιες λέξεις – καραμέλες, που αναθρώσκουν ανάλαφρες σαν φυσαλίδες αέρος, «κελύφη έρημα εννοίας» όπως θα έλεγε κι ο Ροΐδης. Πλην της χιλιομασημένης «μεταρρύθμισης» σ’ αυτόν τον τομέα διαπρέπουν λέξεις που έχουν πρώτο συνθετικό την πρόθεση «ανά». Ανανέωση, ανασυγκρότηση, αναγέννηση, ανακαίνιση, αναδόμηση όλες γενικές και αόριστες, γι’ αυτό και μεγάλης εμβέλειας, όπως διδάσκει η κοινωνική ψυχολογία.
Τώρα καρυκεύτηκε το νέο όραμα με την λέξη αναβάθμιση. Μάλλον τους ξέφυγε ότι έχει ξαναχρησιμοποιηθεί ως αερόπλαστο σύνθημα. Διαβάζω στο βιβλίο «ξύλινη γλώσσα» του Γ. Καλιόρη, έκδοση του 1991. «Η περιλάλητη αναβάθμιση – της Παιδείας, της Διοικήσεως κ.λ.π. – κατάντησε ψευδώνυμο της λούφας και της συντεχνιακής ανευθυνότητας, της ήσσονος προσπάθειας και της άκοπης προαγωγής: στην εκπαίδευση λ.χ. σημαίνει να μην καταργηθεί η επετηρίδα κι οι πτυχιούχοι των πανεπιστημίων να διορίζονται σε γυμνάσιο και λύκειο με μόνο προσόν το πτυχίο – κι αυτό ανεξαρτήτως βαθμού – χωρίς άλλη μετεκπαίδευση ή προπαρασκευή∙ οι καθηγητές της Μέσης να συνεχίσουν να προάγονται αυτομάτως, και αναξιολόγητα άμα τη συμπληρώσει ορισμένοι χρόνου, δίχως έλεγχο επιθεωρητών ή άλλης προϊσταμένης αρχής∙ οι μαθητές να προάγονται άνευ εξετάσεων στο γυμνάσιο καθώς και από το γυμνάσιο στο Λύκειο, ενώ στην ανώτατη εκπαίδευση να καταργηθεί ο «αυταρχισμός» των εξετάσεων και η «καπιταλιστική εντατικοποίηση των σπουδών», να καταχωρηθεί εσαεί το ένα εγχειρίδιο και να θεσμοποιηθεί η παρεργομάθεια. Και γενικώς οι πάντες ζητούν αναβάθμιση των πάντων φτάνει να μην θιγούν τα υποβαθμιστικά “κεκτημένα” του καθενός». (εκδ. «Αρμός», σελ. 231).
Το νέο σχέδιο – αναβάθμιση θέτει τον μαθητή στο επίκεντρο των… αναβαθμιστικών προτάσεων. Διαφωνώ. «Σχολείο ίσον δάσκαλος», όπως λέει ο Παλαμάς.(«Καλών των διδασκάλων καλοί και οι μαθηταί», ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Ίσως κάποιους αυτό τους ξενίζει και τους…ξινίζει. «Κέντρο ή πρώτα ο μαθητής» είναι ένα ολέθριο ιδεολόγημα, καταστρεπτικό της ίδιας της υπόστασης του σχολείου. Ιδρυτική συνθήκη του σχολείου είναι ότι υπάρχει κάποιος που γνωρίζει (ο δάσκαλος) και κάποιος που δεν γνωρίζει (ο μαθητής) και ότι ο δεύτερος προσέρχεται στον πρώτο για να διδαχτεί και να μάθει».( «Τα χαμένα παιδιά μας», Νατάσα Πολονύ, εκδ. «Πόλις» σελ. 15).
 Παλιά λέγαμε για τον καλό δάσκαλο ότι έχει μεταδοτικότητα, τώρα τον θέλουμε επικοινωνιακό, να ξέρει άριστα τους υπολογιστές, να είναι «διαδραστικός», «ψηφιακός». Να φύγει το πρόσωπο, είναι ανεξέλεγκτο, είναι επικίνδυνο, μπορεί να βγει από το πρόγραμμα και να μιλά για όραμα, για αξίες. Ο υπολογιστής, η οθόνη «σιδερώνει» τα ανεόρταστα νιάτα, τα ομοιομορφώνει, η αποφορά του ολοκληρωτισμού, η οργουελιανή «νέα σκέψη» κρούει την θύρα. Ενδεικτικό της ψηφιομανίας και προοδομανίας που διακατέχει το νέο Υπουργείο είναι το εξής. Το «σχέδιο αναβάθμισης» δημοσιεύεται σε 37 σελίδες. Μέτρησα περίπου 30 φορές τη λέξη «ψηφιακός -ή-ό». Στόχος «ο διαδραστικός πίνακας, το ηλεκτρονικό βιβλίο, το ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό, ο προσωπικός μαθητικός υπολογιστής». (Από το προσχέδιο).
Όλα αυτά από το νηπιαγωγείο, από την πρώτη Δημοτικού. Προσφεύγω στο βιβλίο «Η ανοκλήρωτη επανάσταση» του Μ. Δερτούζου (μακαρίτη πια), ο οποίος υπήρξε καθηγητής στο ΜΙΤ, επιστήμονας παγκόσμιας εμβέλειας και αυθεντία στους υπολογιστές. Γράφει: «Σε ολόκληρο τον κόσμο, αγέλες πολιτικών, οδηγούμενες από αυτούς των Η.Π.Α., επαναλαμβάνουν το ακατάληπτο δόγμα του συρμού ότι εκατομμύρια παιδιών σε χιλιάδες σχολεία πρέπει να είναι διασυ
νδεδεμένα. Μπορείτε να αισθανθείτε τη ζέση τους. Δεν είναι τόσο υπεύθυνο και μοντέρνο να θέσουμε τη νέα τεχνολογία στην υπηρεσία του ευγενικότερου κοινωνικού στόχου της εκπαίδευσης των παιδιών μας; Όχι ακριβώς. Μετά από 35 χρόνια πειραματισμών με τους υπολογιστές σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης, δεν έχει βρεθεί ακόμη απάντηση στο κεντρικό ερώτημα: “Οι υπολογιστές είναι πράγματι αποτελεσματικοί στην εκπαίδευση;”. Τα στοιχεία από πολυάριθμες μελέτες πάνω στο αν οι υπολογιστές βελτιώνουν την ουσιαστική μαθησιακή διαδικασία είναι συντριπτικά εκκρεμή…. Ας ασχοληθούμε απλώς με μια στατιστική από τον σωρό των στοιχείων. Οι Αμερικανοί μαθητές γυμνασίου και λυκείου κατατάσσονται σταθερά από δωδέκατοι μέχρι δέκατοι όγδοοι, διεθνώς, στις ικανότητες που εμφανίζουν στα μαθηματικά και τη φυσική, ενώ οι Ασιάτες μαθητές έρχονται πρώτοι. Και όμως οι Αμερικανοί μαθητές έχουν πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε υπολογιστές απ’ ό,τι οι αντίστοιχοι Ασιάτες. Τι είναι αυτό που κάνουν οι Ασιάτες εκπαιδευτικοί χωρίς την τεχνολογία, που καλό θα ήταν να μιμηθούν οι Αμερικανοί εκπαιδευτικοί; Ένας λόγος που οι απόψεις συνεχίζουν να είναι διχασμένες έχει άμεση σχέση με αυτό που κάνουν καλύτερα οι άνθρωποι – δάσκαλοι. Δηλαδή να ανάβουν τη φλόγα στην ψυχή του μαθητή, να τον στηρίζουν, να αποτελούν πρότυπο. Κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μεταφέρεται εύκολα μέσω της πληροφορικής
». (Εκδ. «Λιβάνη», σελ 243-244).

Τι λέει στο τέλος ο σοφός καθηγητής. Σχολείο ίσον δάσκαλος και το του Πλάτωνος: «παιδεία εστί ου την υδρία πληρώσαι αλλά ανάψαι αυτήν», η παιδεία είναι φλόγα ψυχής και όχι γέμισμα άδειου δοχείου. Αν στήσουμε 6χρονα και 7χρονα παιδιά μπροστά σε υπολογιστή, θα μιλάμε για πλήρη αποχαύνωση, για αδιανόητη καταστροφή της παιδικής ηλικίας. Παρήλθαν 10 χρόνια από τότε που γράφτηκε το βιβλίο και ήδη στην Αμερική- «αν θέλεις να δεις την Ελλάδα του μέλλοντος επισκέψου την σημερινή Αμερική»-  υπάρχει τρομερή ανησυχία για τον διαδικτυακό εθισμό ή «ηλεκτρονική μορφίνη» όπως ονομάζεται. Το κείμενο της υπουργού Παιδείας, το «σχέδιο αναβάθμισης», είναι ουσιαστικά ένας ύμνος στο λεγόμενο «ψηφιακό σχολείο» (“e-school”). Έχεις  την εντύπωση ότι δεν αναφέρεται σε σχολείο, σε Παιδεία, αλλά σε ένα είδος ΚΕΠ (Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών), μια καλωδιωμένη επιχείρηση, με αμίλητους, απρόσωπους υπαλλήλους – δασκάλους και χρήστες, πελάτες, επισκέπτες, που τους λέμε και μαθητές. Το νέο σχολείο – ΚΕΠ υπονομεύει, καταργεί την ουσία της Παιδείας (ότι τουλάχιστον απέμεινε). Ανάγεται  «αναβαθμίζεται» η πληροφορία, δηλαδή το εφήμερο, το πρόσκαιρο και χρήσιμο, σε «Μεγάλη Ιδέα» της Παιδείας και εξοβελίζεται πλήρης ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας του σχολείου. Μεταβάλλεται απροκάλυπτα σε προθάλαμο της τεχνοκρατικής κοινωνίας, σχολείο χωρίς ιθαγένεια, γλωσσικά και ηθικά απονεκρωμένο. Ένα κρατικό παιδομάζωμα, όπου θα προετοιμάζονται οι αυριανοί τηλεγενίτσαροι, οι πρώην Έλληνες.
Λεπτομέρεια αποκαλυπτική. Στο «σχέδιο» δεν συνάντησα πουθενά τις λέξεις πατρίδα και έθνος. Να μην μιλήσω για Ορθοδοξία ή παράδοση, γιατί ελλοχεύουν οι καθ’ επάγγελμα εκκλησιομάχοι…

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Να φτιάξουμε «Κρυφά Σχολειά»

«Κάποτε, μια μέρα που συζητούσαν δύο απλοί άνθρωποι – δυο ψαράδες ήταν – για την πίεση που ασκούν οι μεγάλες δεξιές και οι αριστερές Δυνάμεις (σ.σ. και νυν οι λεγόμενες πάλαι ποτέ Μεγάλες Δυνάμεις) πάνω στην πολιτική ζωή του τόπου για τα συμφέροντα τους, ο ένας ξεστόμισε μια φράση που με ξάφνιασε. Είπε οργισμένος: αν μας πιάσει καμμιά μέρα το ελληνικό μας…». 
 
(Στρατής Μυριβήλης, περ. «Γνώσεις», τ. 14, 1959).



Το θέμα είναι τι εννοούσε ο απλός άνθρωπος, λέγοντας «να μας πιάσει το ελληνικό μας»; Κάτι παρόμοιο ειπώθηκε και από τον Ιω. Ζαμπέλιο στον Καποδίστρια. «Το φρονείν και πράττειν Ελληνικά» είναι η βασιλική οδός για αληθινή πρόοδο του έθνους. Ίσως εδώ εντοπίζεται η κακοδαιμονία μας. Καταντήσαμε περίγελως της οικουμένης και μπαίγνιο του κάθε τυχάρπαστου χαρτογιακά των Βρυξελλών, γιατί δεν «σκλαβωθήκαμε εις τα γράμματα» (Κολοκοτρώνης). Αλλά σε ποια γράμματα; Στα γράμματα τα ελληνικά, όπως τα οραματίστηκε ο Καποδίστριας: «αν η παρούσα γενεά δεν ενδυναμωθεί από ανθρώπους μορφωμένους εν καλή διδασκαλία, μάλιστα δε προς τον κανόνα της αγίας ημών πίστεως και των ηθών μας, θα είναι δυσοίωνο το μέλλον της Ελλάδος και η διακυβέρνησις της αδύνατη». (Ιω. Τσάγκα, «Η ορθόδοξη χριστιανική αγωγή στο εκπαιδευτικό έργο του Ιω. Καποδίστρια», εκδ. «Κυριακίδη», σελ. 174). Ας προσέξουμε τρία πράγματα από τα χρυσά λόγια του Κυβερνήτη. (Μόνο αυτός δικαιούται τον έξοχο αυτόν τίτλο. Ψηφίστηκε από Εθνική Συνέλευση, οι διάδοχοί του πρωθυπουργοί αναρριχήθηκαν είτε μέσω κομμάτων είτε μέσω…πτωμάτων). Για να ευσθενεί το κράτος, για να είναι ευοίωνο το μέλλον της πατρίδας, χρειάζονται: άνθρωποι μορφωμένοι εν καλή διδασκαλία, σύμφωνοι και σύμφωνη με τα ήθη και την παράδοσή μας, «μάλιστα δε» προς τον κανόνα της αγίας ημών πίστεως. (Το «μάλιστα» είναι υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος «μάλα» που σημαίνει πολύ). Άρα, αν δεν κανοναρχεί την Παιδεία, σε υπερθετικό βαθμό, η αγία μας Ορθοδοξία, «ουδέν ποιούμεν». (Ο λόγος του Σωτήρος Χριστού είναι «τα μάλα» σαφής: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», στο κατά Ιωάννην ΙΕ΄, 5).
«Τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανίαν όλην, ο φθόνος, η φιλαργυρία και η κενή ελπίδα», έλεγε ένα ασμάτιο την εποχή της άλωσης της Πόλης από τους Τούρκους. Τρία πράγματα εχάλασαν και την Ελλάδα όλην, η αμορφωσιά, η περιφρόνηση της παράδοσης και το «άγκιστρον της αθεΐας» θα πρέπει να λέει το κύκνειο άσμα της τωρινής άλωσης. Και το ότι σήμερα εξοβελίστηκε το επίθετο «εθνική» από το υπουργείο Παιδείας, είναι η συνεπέστερη και η ειλικρινέστερη πράξη των κυβερνώντων. Μια Παιδεία που δεν φρονεί και πράττει ελληνικά, όπως είναι αυτή που βιώνουμε τις τελευταίες 3-4 δεκαετίες, δεν μπορεί να ονομάζεται εθνική. «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές», γράφει το σολωμικό επίγραμμα.
Όταν εμένα τον δάσκαλο το κράτος με αναγκάζει να διδάξω «νανούρισμα για χταπόδια» (γλώσσα Δ’ Δημοτικού) ή «οδηγίες χρήσης καφετιέρας» (γλώσσα Στ΄ Δημοτικού), «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» (Σεφέρης) απατώ τους μαθητές και απατώμαι. Αυτό είναι αμορφωσιά και κακή, κάκιστη διδασκαλία. Όταν στην Στ΄ δημοτικού πάλι, θέλω να διδάξω τον ηρωισμό, την αυτοθυσία και εμφανίζω ενώπιον των μαθητών μου κείμενο σαν αυτό που τιτλοφορείται «Με λένε Σόνια» ψεύδομαι και ακυρώνομαι ως δάσκαλος. Εξηγώ, εν περιλήψει, το «ελληνοπρεπές» κείμενο. «Ένα σπίτι πήρε φωτιά. Η Σόνια τρέχει, αρπάζει το λάστιχο για να υη σβήσει, φωνάζει. Τελικά κάποιος κοιμώμενος ξυπνά, ειδοποιεί την Πυροσβεστική. Η φωτιά έσβησε γρήγορα. Όλοι μακαρίζουν και επαινούν την Σόνια». (Το κείμενο καταλαμβάνει τρεις σελίδες!!). Στο τέλος οι μαθητές μαθαίνουν ότι η Σόνια, η ηρωίδα αυτής της σπουδαίας πραγματικά πράξης, είναι μια…γάτα.

Στα παλαιότερα βιβλία μπορούσες να μιλήσεις για τον ηρωισμό μέσω ενός εξαίσιου ποιήματος για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Και ακόμη πιο παλιά ένα κείμενο με τίτλο το «φίλημα», το οποίο αναφερόταν στην αυτοθυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Από τον Παπαφλέσσα και τον Παλληκαρίδη «αρθήκαμε» στον ηρωισμό μιας γάτας. Αυτό είναι η κατάργηση της παράδοσης και των ηθών μας, η οποία, αν συνδυαστεί με τον «δεμβαριεστισμό» (δεν βαριέσαι) και τον παφλάζοντα αριστερισμό – εθνομηδενισμό πολλών εκπαιδευτών (δεν είναι λάθος η λέξη) εξηγούμε την πρωτοφανή διάλυση του κράτους και ανθρώπων. Η Παιδεία μας έχασε την ψυχή της, την παράδοσή της, έχασε το ιμάτιον της σωφροσύνης. Και όπως το δαιμονισμένο πλήθος των Γαδαρηνών, εκδίωξε και τον Χριστό. Παιδεία χωρίς «ψυχή και Χριστό» (άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός) αφήνει τ
α παιδιά αμόρφωτα, αγράμματα, «παιδιά ωσάν τα γουρουνόπουλα» (ο ίδιος άγιος). («Και ώρμησεν η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη», στο κατά Λουκάν Η΄, 33). Το κακό είναι ότι τώρα που η κρίση θα μας «τηγανίσει» και θα μας «καύσει» μείναμε άοπλοι, χωρίς «τον θυρεόν της πίστεως» και την πανοπλίαν της παράδοσής μας. (Παράδοση είναι η ζωντανή φωνή των κεκοιμημένων σύμφωνα με έναν έξοχο ορισμό. Η παράδοση δεν είναι αναχρονισμός όπως διατείνονται οι αμαθείς. Η παράδοση, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, είναι ό,τι θα παραδώσουμε – από το ρήμα παραδίδωμι- και όχι ό,τι παραλαμβάνουμε. Αλλιώς θα λεγόταν παραλαβή ή παράληψη).

Τι μπορούμε να κάνουμε, υπάρχει ελπίδα Υπάρχει, αλλά, πρώτον «θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στην Τήνο, που να ‘ρθει με την ευχή της Παναγίας και να καθαρίσει τον τόπο απ’ όλων των λογιών της Τουρκιάς και της γηραιάς Ευρώπης τ’ απομεινάρια» (Ελύτης) και, δεύτερον, «απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά/ πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι», Κρυφό Σχολειό. Ένα σε κάθε ενορία, δάσκαλοι, Ορθόδοξοι Χριστιανοί, υπάρχουν, «για να θεριώσουν την αποσταμένη ελπίδα, με λόγια μαγικά». Οι εκκλησιές να μην ανοίγουν μόνο κάθε Κυριακή και γιορτή. Να τις κάνουμε Κρυφά Σχολειά, να διδάσκουμε τα ιερά γράμματα και όχι τα άθεα της σήμερον, που μας έφτασαν στο χείλος (ή στον) του γκρεμού. Να μείνει μαγιά για το αυριανό φύραμα. Παπάδες και δάσκαλοι (οι ηρωικές «δασκαλίτσες» του Μακεδονικού Αγώνα) έσωσαν  κάποτε την Μακεδονία. «Ώρα ήδη ημάς εξ ύπνου εγερθήναι». Την πατρίδα το ’21 δεν την ελευθέρωσε η Ευρώπη και κανένα Δ.Ν.Τ.. Την ανέστησε η μαγιά, τα πνευματικοπαίδια του Πατροκοσμά, των Δασκάλων του Γένους , των Νεομαρτύρων.
 «Την Ελλάδα από το αυτί θα την αρπάξουμε και θα τη σώσουμε, θέλει δε θέλει».