Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Η κατάρριψη των μύθων

Το ότι επιδιώκεται η επανεγγραφή της νεότερης ιστορίας μας είναι πλέον πασιφανές σε όσους πονούμε ακόμη την πατρίδα, που την καταντήσαμε με τις αθλιότητές μας αγνώριστη! Το γιατί επιδιώκεται η επανεγγραφή και γιατί στην προσπάθεια συστρατεύονται τόσοι πολλοί ελληνικής καταγωγής ανθέλληνες είναι καίριο ερώτημα. Βέβαια έχει και αυτό, όπως και πολλά άλλα την απάντησή του.
Οι ιστορικοί της μετανεωτερικότητας βάλλουν δήθεν κατά του ιδεολογικού υποβάθρου των ιστορικών συγγραφών του παρελθόντος εκσφενδονίζοντας την κατηγορία της ωραιοποίησης των συμβάντων με σκοπό να σχηματιστεί εικόνα μεγαλείου εφάμιλλου προς το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδος κατά την κλασική περίοδο. Αφήνεται μάλιστα να εννοηθεί εμμέσως πλην σαφώς ότι πολλές από τις παραποιήσεις ή αποκρύψεις ιστορικών συμβάντων έγιναν με σκοπό να ενισχυθεί η θέση της Εκκλησίας, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ “έλαμψε δια της απουσίας της από τον αγώνα” όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή η διδασκαλία της καλλιεργεί δουλικό φρόνημα, φρόνημα υποτέλειας. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο στόχος είναι εμφανής και η επίθεση απροκάλυπτη. Δεν θα μπορούσε όμως άραγε σ’ αυτή την κίνηση να αποφευχθεί η εργώδης προσπάθεια ωραιοποίησης της δουλείας υπό τους Τούρκους, με τους οποίους “ζήσαμε αρκετά καλά επί αιώνες”; Πώς να εξηγήσουμε την στάση αυτή των συνοδοιπόρων των συγχρόνων πολιτικών που τρέμουν κυριολεκτικά την Τουρκία;
Η ιστορική έρευνα είναι ακανθώδης και ποτέ απροκατάληπτη, αφού ο ερευνητής κουβαλά την ιδεολογία του κατά την έρευνα των πηγών. Θέλει να αποδείξει μέσα από την έρευνά του το κύρος της ιδεολογίας του, η οποία πιστεύει πως τον έχει εξοπλίσει με αλάνθαστα εργαλεία! Βέβαια δεν θα δεχθεί ποτέ ότι άγεται και φέρεται από προκαταλήψεις. Καυχάται για την ελευθερία του πνεύματός του (αχ, πόσο πάσχει ο όρος ελευθερία στις ημέρες μας!) και αυτοπροβάλλεται ως ο ανατροπέας μύθων και συνδρόμων του παρελθόντος.
Το πανεπιστήμιο στον δυτικό κόσμο είναι αστικό με ευρεία ανοχή προς τον παρακμασμένο πλέον μαρξισμό, ο οποίος εξακολουθεί να κατέχει ισχυρά ερείσματα στους χώρους των ιδεών και της ιστορίας. Τόσο ο αστισμός όσο και ο μαρξισμός είναι εχθρικοί προς την θρησκευτική πίστη. Οι λόγοι της εχθρότητας ανάγονται στο έδαφος στο οποίο αναπτύχθηκαν και στις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί. Οι οπαδοί των ιδεολογιών αυτών από αιώνα και πλέον επιχειρούν να ερμηνεύσουν τα συμβάντα στη χώρα μας με βάση τα αντίστοιχα συμβάντα στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο. Μεταφέρουν εδώ την προκρούστεια κλίνη της ιδεολογίας και ταυτόχρονα κατηγορούν άλλους για προκρούστες. Θέλουν να αγνοούν την μακραίωνη παράδοση της ρωμηοσύνης, την οποία απεχθάνονται και την απέχθεια αυτή εκδηλώνουν σε κάθε ευκαιρία, και παράλληλα επιδίδονται σε προκλητικές παρερμηνείες των συμβάντων ως εκ της ιδεολογίας τους, την οποία ταυτίζουν με την επιστημονική μέθοδο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα.
Οι θρησκείες, κατ’ αυτούς, είναι σχηματισμοί στο ιστορικό γίγνεσθαι με σκοπό να παρέχουν ελπίδες στους απόκληρους για απόλαυση σε μιαν άλλη ζωή, ώστε να υποτάσσονται στους κοσμικούς άρχοντες και να μην αντιδρούν στην καταπίεση και την κοινωνική αδικία. Φέρουν πολλά παραδείγματα από τη δυτική χριστιανοσύνη κατά το Μεσαίωνα, παραδείγματα που θεωρούν αρκετά για να δικαιωθεί η ιδεολογία τους. Έφεραν για αιώνα και πλέον επιχειρήματα και από τον χώρο της επιστήμης, η οποία απέδειξε τάχα πως δεν υπάρχει Θεός, αλλά η ο αγώνας της “επιστήμης” με την πίστη φαίνεται να έχει κοπάσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η πρώτη δεν έχει δώσει πειστικές απαντήσεις σε “καυτά” για τον άνθρωπο ερωτήματα. Αφού λοιπόν έτσι υποστηρίζουν οι ιδεολογίες κάπως έτσι πρέπει να έγιναν τα πράγματα και εδώ κατά την τουρκοκρατία. Ο κλήρος υπετάγη στον κατακτητή και έλαβε προνόμοια με την υποχρέωση να κατευνάζει την επαναστατική ορμή! Αλλά γιατί να έχει ο ραγιάς την επιθυμία να επαναστατεί (και επαναστατούσε διαρκώς και όχι μόνο μετά από τη “λαμπρή” γαλλική επανάσταση κατά τους με δουλικό φρόνημα υμνητές της), αφού σε γενικές γραμμές περνούσε καλά; Βέβαια το πόσο καλά περνούσε το έχουν διεκτραγωδήσει πλείστοι όσοι ξένοι περιηγητές με ελάχιστη συμπάθεια προς τον ρωμηό, τον τόσο διαφορετικό από τον ιδανικό αρχαίο του πρόγονο, για τον οποίο διδάσκονταν στα σχολεία τους. Οι εξισλαμισμοί γίνονταν, κατά κανόνα, προς αποφυγή των εξευτελισμών, των ταπεινώσεων, των αγγαρειών, των αρπαγών. Εκείνοι που έδρασαν ανασχετικά σ’ αυτούς ήσαν οι νεομάρτυρες, τα άνθη της Εκκλησίας, με κορυφαίο τον άγιο Κοσμά, που επιδεικτικά περιφρονούν οι επιχειρούντες την επανεγγραφή. Και ήταν οι κληρικοί εκείνοι που παρηγορούσαν τον λαό και μετέδιδαν τα κολυβογράμματα. Αχ λύσσα που τους έχει πιάσει για το κρυφό σχολειό, στο οποίο ο ταπεινός παπάς-ζευγάς ή ο καλόγερος διάβαζε το ψαλτήρι στα σκλαβόπουλα. Λες και πρωτεύον στοιχείο είναι το “κρυφό” και όχι το σχολειό με μόνα εφόδια τα εκκλησιαστικά βιβλία και δάσκαλο κληρικό, αφού οι φωτισμένοι ριψάσπιδες είχαν πάρει νωρίς το δρόμο για τη Δύση.
Βέβαια όπως οι δάσκαλοί τους έτσι και οι νέοι ιστορικοί κάνουν τη διάκριση μεταξύ ανωτέρου και κατωτέρου κλήρου. Για τον δεύτερο βρίσκουν και κάποιο καλό λόγο να πουν (καλοσύνη τους)! Αλλά για τον ανώτερο η εμπάθεια ξεχειλίζει, ώστε να τους απογυμνώνει από την καύχηση για το ανεπηρέαστο. Εκτίθενται με το να αδυνατούν να διακρίνουν την τρομακτική διαφορά μεταξύ της Δύσης, όπου ο ανώτερος κλήρος ανήκε στην τάξη των ευγενών και της Ρωμηοσύνης, όπου η λέπρα της διάκρισης σε τάξεις με κληρονομούμενα τα δικαιώματα δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ο Ιουστινιανός (6ος αιώνας) έλαβε γυναίκα του τη Θεοδώρα, ηθοποιό της επιθεώρησης του Ιπποδρόμου. Βασιλιάς της Μεγάλης Βρεταννίας (20ος αιώνας) αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο, επειδή επέμενε να λάβει ως γυναίκα “κοινή θνητή”!
Γρηγόριος Ε΄ πατριάρχης και ιερομάρτυρας (Μνήμη στις 10 Απριλίου). Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε ως βοσκόπουλο στη Δημητσάνα. Εκεί θα μεγάλωνε και θα τερμάτιζε τον βίο του, αν οι “αχάριστοι” ραγιάδες δεν ξεσηκώνονταν για μία ακόμη φορά το 1770 (δηλαδή 19 έτη πριν οι Γάλλοι ανατρέψουν τη μοναρχία), επειδή αυτή τη φορά πίστεψαν στις υποσχέσεις των ομοδόξων Ρώσων. Ακολούθησαν αθρόες σφαγές στην Πελοπόννησο από άτακτους Αλβανούς και αρκετοί επιζήσαντες μετακινήθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας αποκαμωμένοι από την “ευζωία”! Εκεί κάλεσε το μικρό βοσκόπουλο κάποιος θείος του. Έμαθε γράμματα και έφθασε εκεί που έφθασε με διακοπή της πατριαρχικής του θητείας δύο φορές. Ο, στο ενδιάμεσο των πατριαρχιών, ασκητής στο Άγιον Όρος, στα 75 του έτη πλέον ταυτίστηκε με τους Τούρκους, κατά τους “φωτισμένους” νέους ιστορικούς, και αφόρισε τους υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη επαναστάτες. Εξ ιδίων κρίνουν τα αλλότρια. Υποτελείς στο έπακρο στα σημερινά αφεντικά της πατρίδας μας εκθεμελιώνουν τα πάντα για έδρες, τιμές και αξιώματα. Το πάθος τους, αν υπάρχει ακόμη και ιδεολογικό, τους τυφλώνει, ώστε να μη θέλουν να σταθούν ευλαβικά μπροστά στο νεκρό σκήνωμα αυτού που γνώριζε τον επερχόμενο θάνατό του, είχε προτάσεις για μετακίνησή του στη Ρωσία, αλλά παρέμεινε κοντά στο ποίμνιό του προσφέροντας τον εαυτό του, ώστε να κατευναστεί η οργή του σουλτάνου που είχε την πρόθεση να διατάξει ομαδικές σφαγές των “απίστων”!
Αλλά οι ερευνητές της αλήθειας ξεσκέπασαν και άλλον ευρέως διαδεδομένο μύθο, αυτόν της Αγίας Λαύρας, αφού έδειξαν ότι δεν έγινε εκεί κάποια σύναξη την 25η Μαρτίου. Πώς λοιπόν να ευλογήσει τα όπλα ένας μητροπολίτης (εκπρόσωπος του ανωτέρου κλήρου); Εδώ σταματούν και αφήνουν τον αθώο μαθητή να φανταστεί τη σκευωρία που εξύφανε η Εκκλησία κατά της ιστορικής αλήθειας. Δεν θα του πουν ποτέ ότι σχεδίαζαν οι επαναστάτες να ξεκινήσουν την επανάσταση την 25η Μαρτίου, μέρα της μεγάλης γιορτής της Παναγιάς, την οποία όλοι ευλαβούνταν. Δεν θα του πουν ότι έγινε σύσκεψη στην Αγία Λαύρα, για να αποφασιστεί, αν θα μετέβαιναν μητροπολίτες και πρόκριτοι στην Τρίπολη, όπου τους καλούσαν οι Τούρκοι, που κάτι είχαν υποπτευθεί. Δεν θα τους πουν ακόμη, ότι ο Π.Π. Γερμανός δεν αναφέρει στα απομνημονεύματά του ουδέν περί Αγίας Λαύρας. Δεν θα τους πουν ακόμη ότι ο Π.Π. Γερμανός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ύψωσε το λάβαρο με τον ΣΤΑΥΡΟ στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου της Πάτρας την 23η Μαρτίου.
Όλοι αυτοί δεν νοιάζονται για την ιστορική αλήθεια. Να καταρρίπτουν “μύθους”έχουν βαλθεί!
“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Του αντρειωμένου Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο θάνατος…

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά

θα πάρω μονοπάτια

να βρω τα σκαλοπάτια

που παν στη λευτεριά
».
  Ευαγόρας Παλληκαρίδης





13 Μαρτίου του 1957 Κύπρος, Λευκωσία. Ο 19χρονος μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου, Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγείται από τους Άγγλους δήμιους, στην αγχόνη. Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις για απονομή χάριτος, η αγγλοβασίλισσα Ελισάβετ και το δολοφονικό όργανό της στην Κύπρο, ο Κυβερνήτης Χάρτινγκ, αρνούνται πεισμόνως. Ο εθνομάρτυρας ανεβαίνει γαλήνιος τα σκαλοπάτια της θυσίας και της δόξας. Το εικονοστάσι του Γένους, το Συναξάρι της πατρίδας λαμπρύνεται μ’ έναν ακόμη ήρωα. Στις 5-12-1955 ο Ευαγόρας άφηνε τα μαθητικά θρανία και ανέβαινε «κλέφτης στα βουνά» προσχωρούσε στην θρυλική Ε.Ο.Κ.Α. Γράφει ο πατέρας του Μιλτιάδης Παλληκαρίδης: «Φεύγοντας από το σπίτι ο Ευαγόρας, κατά τις 4 μ.μ. επέρασεν από το Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου, και αφήνει επί της έδρας το εγερτήριο σάλπισμά του. Και γράφει προς τους συμμαθητές του, και γράφει προς τους φίλους, γράφει σε κάθε τίμιο μαθητή, γράφει σε κάθε Κύπριο:
«Παλιοί συμμαθηταί:

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας∙ κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγον ελεύθερο αέρα∙ κάποιος που μπορεί να μην το ξαναδείτε, παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα
».

Και στη συνέχεια γράφει στον μαυροπίνακα ο ήρωας – ποιητής τον «Θούριο» του: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια…». Το ποίημα αποτελούμενο από 8 στροφές τελειώνει με την εξής προφητική για την ζωή του:
«– Κόρη πανώρια θα της πω

άνοιξε τα φτερά σου

και πάρε με κοντά σου

μονάχα αυτό ζητώ»
.

(Από το βιβλίο: «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο έφηβος ποιητής και ηρωομάρτυρας», Π. Στυλιανού, Λευκωσία 1986).
Σήμερα το μνήμα του, κενό γιατί οι Άγγλοι έκαιγαν με ασβέστη τα λείψανα των αγωνιστών, βρίσκεται στα «Φυλακισμένα Μνήματα» της Λευκωσίας, μαζί με τους άλλους αντρειωμένους που ο θάνατός τους θάνατος δε λογιέται. Οι Άγγλοι κατακτητές εξαφάνιζαν τα ιερά κόκαλα των αγωνιστών του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., διότι αγνοούν ως γνήσια δυτικά περικαθάρματα, ότι η μνήμη δεν αλυσοδένεται. Η μνήμη είναι το πιο ισχυρό αμυντήριο ενός έθνους. Κι αν σήμερα κάποιοι τσαρλατάνοι της ιστοριογραφίας παλεύουν να την εξαλείψουν ματαιοπονούν. Έγραφε ο Σεφέρης τον Οκτώβρη του 1954 στην αδελφή του Ιωάννα από την Κύπρο για τους Κύπριους: «Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους. Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι – 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσοι πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους. Και τώρα γράφουν στους τοίχους των χωριών τους: «Θέλωμεν την Ελλάδα μας κι ας τρώγωμεν πέτρες…». (Ν. Ορφανίδη, «Η πολιτική διάσταση της ποίησης του Γ. Σεφέρη», εκδ. «ΑΣΤΗΡ», σελ. 171). Πώς άλλαξαν τα πράγματα; Σήμερα «τρώγωμεν» την Ελλάδα, χωρίς το «μας» και τις πέτρες τις «θέλομεν» για να τις εκσφενδονίζουν, οι μπουχτισμένοι από καλοπέραση και τεμπελιά γόνοι των βορείων προαστίων, κατά των εχθρών του λαού: των καταστηματαρχών που οδεύουν σε λουκέτο.
Παρένθεση: Οι δολοφονίες των δυο αστυνομικών, όπως και πριν από ενάμιση περίπου χρόνο των τριών υπαλλήλων τράπεζας, οι οποίες καταπώς φαίνεται θα μείνουν ατιμώρητες, προμηνύουν το κακό που έρχεται. Ελπίζουμε να προφτάσει ο λαός και όχι οι ψυχανώμαλοι κουκουλοφόροι ή οι χιλιάδες λαθροβιούντες μουσουλμάνοι κατακτητές που μας μισούν.
Επανέρχομαι: να αναπνεύσουμε λίγο από τον αέρα που φτέρωνε τον Ευαγόρα, τον Αυξεντίου, τον Μάτση. «Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στην Τήνο, που να ‘ρθει με την ευχή της Παναγίας και να καθαρίσει τον τόπο απ’ όλων των λογιών της Τουρκιάς και της γηραιάς Ευρώπης τ’ απομεινάρια». (Ελύτης)
Στο άκουσμα του θανάτου του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο Δωδεκανήσιος Φώτης Βαρέλης έγραψε ένα εξαίσιο ποίημα, το οποίο ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας το μετέδωσε τότε ως δημοτικό κυπριακό τραγούδι. Το παραθέτω:
«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα

μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.

Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,

οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

Παρόντες όλοι;

Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει:

Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.

Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ σα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο
».

Αυτό το αριστούργημα περιεχόταν στο παλιό – προ του 2006 – βιβλίο Γλώσσας της Στ΄ Δημοτικού, στο γ΄ τεύχος. Δεν άρεσε στα κνώδαλα του πολυπολιτισμού. Τους φάνηκε προφανώς «εθνικιστικό». Για ηρωισμούς θα μιλάμε τώρα στους μαθητές. Ο ηρωισμός είναι μια «παρωχημένη στάσις ζωής». Αίματα και κόκαλα, θα δημιουργήσουν ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά, δεν θα κοιμούνται, θα βλέπουν εφιάλτες. Ενώ «οι συνταγές μαγειρικής», «οι οδηγίες χρήσης καφετιέρας», «η Σόνια, η γάτα που έγινε ήρωας» ανταποκρίνονται πλήρως στην υψηλή αποστολή της διά βίου….βλακείας. Να βγαίνει ο Παλληκαρίδης από τα βιβλία και να μπαίνει στη θέση του συνταγή για μακαρόνια με κιμά. Αχ, δυστυχισμένη πατρίδα «εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια». Και πώς να μη θυμηθείς και πάλι τα λόγια του Σεφέρη που εξεικονίζουν αριστοτεχνικά αυτό που βιώνουμε σήμερα. «Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». Στις κρίσιμες ώρες που περνάμε, όσοι Έλληνες, πρέπει να βροντοφωνάξουμε: «Σήκω Ευαγόρα, σήκω Γρηγόρη, σήκω Παύλε, σήκω Μάρκο, σήκω Διάκο, να μας πείτε ελληνική ιστορία….

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Ανοίξτε και «χτίστε σχολειά»

«Λιτά χτίστε τα, απλόχερα,
μεγάλα/ γερά θεμελιωμένα, από

της χώρας/ ακάθαρτης, πολύβοης,

αρρωστιάρας/ μακριά μακριά

τ’ ανήλιαγα σοκάκια/ τα σχολειά χτίστε»
  Κωστής Παλαμάς





Ερώτηση: υπάρχει εν Ελλάδι έστω και ένας πολίτης, με κοινό βέβαια νου και όχι κομματικός λακές, που να πιστεύει ότι η νυν ανθυποκυβέρνηση – οι μαριονέτες της τρόϊκας – εξαγγέλλει κάτι, λαμβάνει ένα μέτρο υπέρ του λαού; Είναι δυνατόν όλες αυτές οι γλίτσες, με τα σπαστά ελληνικά και με το γυάλινο βλέμμα, τα «κωλόπανα» του ΔΝΤ να μοχθούν και να εργάζονται προς το συμφέρον της δύσμοιρης χώρας μας; Ας το καταλάβουμε όλοι. Η πατρίδα βρίσκεται σε έσχατο κίνδυνο, λεηλατείται και εξαθλιώνεται ένας ολόκληρος λαός. Όταν ξεκουμπιστούν, θα μείνουν αποκαΐδια, ρημαγμένες ψυχές. Διαλύουν τον κοινωνικό ιστό της χώρας, δεν ορρωδούν προ ουδενός.
Προτίθεται το υπουργείου διά βίου αμάθειας να εφαρμόσει το σχέδιο «Καλλικράτης» και στα σχολεία. Τα κριτήρια, όπως υποστηρίζουν οι «διαβιούτοι», δεν είναι οικονομικά, αλλά παιδαγωγικά. Μάλιστα. Για το καλό των παιδιών. Να κλείσουν μονοθέσια, διθέσια και τριθέσια σχολεία, η ζωή και η χαρά των εγκαταλελειμμένων και απομακρυσμένων χωριών, και να συγχωνευτούν σε πολυδύναμα (πολυθέσια) σχολικά κέντρα. Το υπουργείο για να φιμώσει αντιδράσεις δημάρχων, ρίχνει το δέλεαρ: με το κλείσιμο των σχολείων εξοικονομούνται πόροι. Οι ενστάσεις των γονέων και κηδεμόνων θα απαντηθούν με τις γνωστές, γυαλιστερές «χάντρες και τα ασήμαντα «καθρεφτάκια» που επιδαψιλεύουν οι άποικοι τους ανίδεους ιθαγενείς. Τα παιδιά θα φοιτούν σε μια τάξη, καταργείται η συνδιδασκαλία, θα καλύπτεται η ύλη (οι ψυχές τους να δούμε πότε θα καλυφθούν), θα απολαμβάνουν ευρύτερες δραστηριότητες – ξένες γλώσσες, θεατρικές αγωγές, ηλεκτρονικούς υπολογιστές – αυτά τα ωραία και άκρως παιδαγωγικά προγράμματα, που μορφώνουν, «απογειώνουν» τα σημερινά παιδιά. Αυτά περίπου είναι τα επιχειρήματα του υπουργείου. Τινάζοντας όμως την χρυσόσκονη από το «σχέδιο», σπάζοντας το κέλυφος της παφλάζουσας ωραιολογίας, αναδίδονται οι αναθυμιάσεις.
Πρώτον: Τα σχολεία κλείνουν, γιατί δόθηκε εντολή από την τρόϊκα, τους πραγματικούς αυθέντες και κυρίαρχους της χώρας. Κάθε φορά που έρχονται, όπως προσέξαμε, εγκαινιάζεται και μια νέα επίθεση κατά του λαού μας (κόψιμο επιδομάτων, δώρων, απολύσεις υπαλλήλων).
Δεύτερον: Κλείσιμο σχολείων συνεπάγεται και κατάργηση οργανικών θέσεων δασκάλων. Όταν και αν ξανάρθουν οι εκτελεστές του ΔΝΤ, θα διατάξουν πάγωμα των προσλήψεων. Το 1 προς 5 είναι για τους αφελείς και ευκολόπιστους.
Τρίτον: Καταφεύγω, εν πρώτοις, σε ένα κείμενο του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 στέλνει μια επιστολή στον φίλο του Μουστοξύδη: Γράφει ο συνετός Κυβερνήτης: «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής». Τώρα βέβαια οι λέξεις, τα επίθετα ηθικός, χριστιανικός και εθνικός τελούν υπό διωγμό. Αν μιλήσεις για εθνική αγωγή οι χαυνοπολίτες (Αριστοφάνης) της προοδομανίας θα σκούζουν και θα σαλιαρίζουν για χούντες και δικτατορίες. Γι’ αυτούς η ιστορία αρχίζει μετά την πτώση της Δικτατορίας, η οποία στο συγχυσμένο τους μυαλό υποδύεται τον ρόλο της Τουρκοκρατίας. Το κράτος δεν συγκροτήθηκε το ’21, αλλά το 1974. Κάποιοι «αντιστασιακοί» των γαλλικών «μπιστρό» θεωρούν εαυτούς και ανώτερο των ενδόξων καπεταναίων της Παλιγγενεσίας. Τι ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Μάρκος, ο Οδυσσέας και η Μαυρογένους μπροστά στη χαριτόβρυτο Μαρία του Πολυτεχνείου; Το σχολείο, όμως, δεν είναι συνοικιακό μπακάλικο, που δεν πάει καλά και του βάζεις λουκέτο. Το σχολείο, ιδίως για ένα μικρό χωριό, είναι πνευματικός φάρος. Τα χωριά, τα ακριτικά κυρίως, έχουν ρημαχτεί. Αν φύγει και το σχολειό, αν εκλείψει η παιδική, όλο δροσιά και χάρη φωνή, η ελπίδα της νιότης, τα μετατρέπεις σε γηροκομεία. Είναι βέβαιο ότι οι γονείς θα αναγκαστούν «να αποδημήσουν» στις πόλεις. Στην νυν συγκυρία, εθνικοί λόγοι, επιβάλλουν, όχι να κλείσουν, αλλά να ανοίξουν σχολεία σε τέτοιες περιοχές.
Τέταρτον: Φοίτησα σε μονοθέσιο δημοτικό σχολείο, στην Πιερία. Ένας δάσκαλος με 30 και 40 παιδιά. Αυτό δεν εμπόδισε κανένα παιδί, που είχε ζήλο και μεράκι για τα γράμματα, να μορφωθεί και να συνεχίσει στις ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Καλό σχολείο δεν σημαίνει άριστος κτιριακός και εποπτικός εξοπλισμός ούτε χίλιες δυο δραστηριότητες που ξεθεώνουν τα παιδιά. «Σχολείο ίσον δάσκαλος» (Παλαμάς). Όλοι μας θυμόμαστε έναν δάσκαλό μας (ή καθηγητή), αναπολούμε με συγκίνηση το φιλότιμό του, την φλόγα της ψυχής του, την αγάπη που μας έδειχνε, την εντιμότητα του, τις σπουδαίες γνώσεις του. Εκείνοι οι παλιοί, ωραίοι δάσκαλοι αγωνίζονταν σε μονοθέσια ή διθέσια με 70 και 100 μαθητές, χωρίς πολλά εποπτικά μέσα, χωρίς υπολογιστές, με πενιχρότατους μισθούς, πολλές φορές σε ετοιμόρροπες αίθουσες. Και όμως ξεσκόλιζαν μαθητές με ήθος και γνώσεις. Τώρα όλα τα καλά του Θεού έχουμε, μπαινοβγαίνουν στις τάξεις 10 ειδικότητες, καλωδιώσαμε τα παιδιά, όμως… μηδέν στο πηλίκιο. Καταλήψεις, καταστροφές και απέχθεια για το σχολείο. «Ο κοινός νους βεβαιώνει πως δεν λείπουν απλώς αίθουσες διδασκαλίας ή διδακτικό προσωπικό, τα οποία θα λείπουν και θα συμπληρώνονται αενάως. Λείπει κάτι χρησιμότερο ο μαθητής δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο είναι μαθητής (το «καταλαβαίνει» ολέθρια στο ινστιτούτο ξένων γλωσσών και στο φροντιστήριο), ο δάσκαλος για ποιο λόγο είναι δάσκαλος, η πολιτεία τι θέλει απ’ το σχολείο, ο γονιός τι θέλει από τον εαυτό του, το κράτος, το παιδί και τον δάσκαλο. Δεν πρόκειται για κάποια επιγενόμενη κρίση αξιών, πρόκειται περί κρίσεως του νοήματος, όχι δηλαδή τι αξίζει και τι όχι, αλλά τι σημαίνει και που αποσκοπεί τούτο ή εκείνο. (Στ. Ράμφου: «Αγωνία και ελπίδα για την παιδεία μας», στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 12 Νοε 1992).
Πέμπτον: Τα πειθήνια ενεργούμενα του ΔΝΤ και της Γ.Ε.Ε. (Γερμανικής Ευρωπαϊκής Ένωσης) προτίθενται να περικόψουν τα οικογενειακά επιδόματα. Ο δημογραφικός όλεθρος της πατρίδας μας επιτείνεται. Αν συνδυαστεί αυτό με την τρομακτική, καταστρεπτική ανεργία των νέων και το κλείσιμο σχολείων σε μικρά χωριά οδεύουμε ολοταχώς σε εκμηδένιση του οικογενειακού θεσμού. Και αυτήν την δημογραφική απίσχνανση θα την αναπληρώσουν, με βάση την λογική των συγκοινωνούντων δοχείων, οι παράνομοι μετανάστες και οι καιροφυλακτούντες όμοροι «φίλοι» μας
Έκτον, συναφές με τα προηγούμενα. Το σχολείο, τα γλυκά χρόνια του δημοτικού, «δένουν» ένα παιδί με τον τόπο, την γη των προγόνων του. Το σπίτι που γεννήθηκα, το σχολείο που πρωτόμαθα γράμματα, η εκκλησιά που βαφτίστηκα, είναι οι ρίζες που μας αρδεύουν ολοζωής. Και τότε καυχόμαστε ότι είμαστε γέννημα και θρέμμα μιας αγαπημένης γωνιάς της πατρίδας. Κλείνοντας το σχολείο, μεταφέροντας το παιδί, σε άλλη γη και σ’ άλλα μέρη, χάνεται το αίσθημα της εντοπιότητας. Οι πόλεις κατάντησαν σήμερα ανυπόφορες, αρρωστιάρες και ακάθαρτες, γιατί οι περισσότεροι είναι ξένοι, πάροικοι και παρεπιδημούντες, δεν είναι ο τόπος τους.
Έβδομον και τελευταίο: Σχολείο και Εκκλησία πιστοποιούν και μαρτυρούν, δια βίου, την ελληνικότητα και την ιστορική συνέχεια ενός τόπου. Το κουδούνι του σχολείου και η καμπάνα της εκκλησίας διαλαλούν ότι τούτη η πατρίδα ελευθερώθηκε από φριχτά δεσμά, γιατί κάποτε ένα αγιασμένο πετραχήλι δίδασκε στα σκλαβόπουλα το σπουδαιότερο μάθημα του Γένους μας: Ελευθερία ή θάνατος.