Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

«Ίππος, βους, κύων και άνθρωπος»

Είναι πολύ ωραίοι οι μύθοι του Αισώπου, διδακτικότατοι. Τους χρησιμοποιώ συχνότατα στο μάθημα της γλώσσας (Ε’ δημοτικού). Αρέσουν στα παιδιά, τους χαίρονται και εντυπώνονται στην μνήμη τους. Ενώ οι συνταγές μαγειρικής των επισήμων βιβλίων, προκαλούν βέβαια στα παιδιά «χάχανα» αβάσταχτα, αλλά η Παιδεία… πάει περίπατο. Οι μύθοι του Αισώπου όμως αποτελούν και λαμπρά προσανάμματα για την συγγραφή άρθρων. Επιγράφεται ένας μύθος «άλογο, βόδι, σκυλί και άνθρωπος». Στο αρχαίο κείμενο ο τίτλος είναι «ίππος, βους, κύων και άνθρωπος».
Ως γνωστόν, ο μεγάλος αρχαίος μυθοποιός ήταν εχθρός των κίβδηλων ηθών, της υποκρισίας, της φιλαργυρίας, της δοξομανίας, των «αρετών», δηλαδή, που συνοδοιπορούν, με τον πολιτικό βίο της ημετέρας πατρίδας, εξ αρχαιοτάτων χρόνων. Διηγείται, λοιπόν, ο παραμυθάς Αίσωπος: «Όταν ο Δίας έπλασε τον άνθρωπο, τον έκανε ολιγοχρόνιο, ολιγόζωο. Κι ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα του, έφτιαξε σπίτι, όταν έφτασε ο χειμώνας και ζούσε μέσα σ’ αυτό. Κάποτε που το κρύο δυνάμωσε και ο Δίας έριχνε βροχή πολλή και σφοδρή, το άλογο μη αντέχοντας το κακό, πρόστρεξε στον άνθρωπο και τον παρακάλεσε να του δώσει καταφύγιο. Δέχτηκε ο άνθρωπος με τον όρο να του παραχωρήσει ο ίππος ένα μέρος από τα χρόνια του. Το άλογο συμφώνησε μετά χαράς. Ύστερα από λίγο εμφανίστηκε το βόδι, που δεν μπορούσε και αυτό να αντέξει τον βαρύ χειμώνα. Ο άνθρωπος το δέχτηκε, όπως και πριν το άλογο, λέγοντάς του να του δώσει κι αυτό ένα μέρος από τα χρόνια του. Το βόδι δέχτηκε ασμένως. Τέλος έφτασε το σκυλί, ταλαιπωρημένο από το κρύο, και αφού έδωσε ένα μέρος από τα χρόνια του, βρήκε και αυτό στέγη να μείνει. Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι, όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε ο Δίας, είναι ακέραιοι και αγαθοί. Όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε το άλογο είναι αλαζόνες και υψαύχενοι (=εγωιστές). Όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε το βόδι «διαπλέκονται» με την εξουσία, γίνονται εξουσιομανείς και όταν φτάσουν στα χρόνια του σκυλιού είναι οργίλοι και γκρινιάρηδες». Αυτός είναι ο αισώπειος μύθος. Θα προσπαθήσουμε τώρα να αποκρυπτογραφήσουμε το κείμενο, να ανιχνεύσουμε και να ξεδιαλύνουμε τον συμβολισμό της πλοκής.
Τα χρόνια, τα ανθρώπινα, αυτά που έδωσε ο Δίας, συμβολίζουν την νεανική ηλικία του ανθρώπου, το έαρ της ηλικίας. «Οι νέοι εισίν έαρ του δήμου», έλεγε ο ρήτορας Δημάδης. (Το παρόν σημείωμα δεν θα αναφερθεί γενικά στις ηλικιακές μεταβολές των ανθρώπων, αλλά θα παρακολουθήσει τους αναβαθμούς και τις μεταλλάξεις των πολιτικών όντων).
Οι πολιτικοί, λοιπόν, όταν είναι νέοι – και κυρίως αναφέρομαι στους πορφυρογέννητους γόνους των πολιτικών τζακιών – είναι ακέραιοι, γεμάτοι όνειρα, βλέπουν με οίκτο και μυκτηρίζουν το βαρύμοχθο και αγχοβριθές επάγγελμα του μπαμπά, θείου, θείας, εξαδέλφου, κουμπάρου… του μεγάλου, δηλαδή, συγγενή που η βαριά του σκιά κρέμεται επί της κεφαλής των. Κανείς τους, όπως εξομολογούνται στα υστερινά χρόνια, δεν σκέφτεται να γίνει πολιτικός, γιατί αυτό δεν οφείλεται στην αδιαμφισβήτητη αξία τους, αλλά στο κληρονομημένο όνομα.
Όταν ενηλικιωθούν και μπουν στην ηλικία του αλόγου, αρχίζει η… αλογία και η παραλογία. Αποστέλλονται σε ονομαστά πανεπιστήμια της αλλοδαπής, όπου, όλως τυχαίως, σπουδάζουν την πολιτικοοικονομική επιστήμη. Μακριά από την πατρώα γη, αρχίζουν και βλέπουν τα πράγματα πιο «στρογγυλά». Μπαζώνουν τις ονειροφαντασίες τους για καλοκαγαθία, το «κληρονομικό δικαιώματι» περιουσιακό τους στοιχείο, η προίκα του ονόματος, τους κολακεύει. Η οσμή της εξουσίας, ως την μύγα τα κόπρανα, τους έλκει. Επιστρέφουν στην πτωχή πατρίδα, οραματιζόμενοι μεγαλεία, αυτοχρίονται λαοσωτήρες. Άλλοι ομοιάζουν με το υπερήφανο άτι, άλλοι δεν αίρονται σε τέτοιο επίπεδο και μόλις και μετά βίας γίνονται γαϊδούρια. Πάντως γαϊδούρια ή άλογα, τους διακρίνει η οίηση και ο εγωτική μεγαλαυχία. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτού του σταδίου είναι η δημαγωγία και η κούφια ρητορεία. Ξαφνικά ο πολιτικός νεοσσός αποκτά δύναμη. Και τότε απογειώνεται. Νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, να προβάλλει τον εαυτό του με κάθε τρόπο. Διακατέχεται από έπαρση και επιδίδεται στην ξιπασμένη καυχησιολογία. Η δύναμη τον μεθάει, αποχαλινώνεται. Τα τηλεπαράθυρα τον ηδονίζουν, οι ζητωκραυγές τον γεμίζουν αυτοπεποίθηση, μετεωρίζεται πεφυσιωμένος, νιώθει κυρίαρχος, ο Ένας, ο μοναδικός.
Κάπου εκεί εξαντλεί τα χρόνια του αλόγου. Επιστρατεύονται τα χρόνια του βοδιού, εισέρχεται ο πολιτικός στο στάδιο της εξουσίας, αναλαμβάνει ένα υψηλό αξίωμα, γίνεται τρόπον τινά, βουκόλος (=ο ποιμένων και περιποιούμενος βόδια. Στην αρχαία Αθήνα το «βουκόλειον» ήταν η έδρα του αρχείου του «άρχοντος βασιλέως»). Τα «βοδινά» χρόνια των πολιτικών είναι και τα πιο επικίνδυνα γιά τον λαό. Ρίχνοντας μια ματιά σε κάποιες λαογραφικές παρατηρήσεις γιά το βόδι, διαπιστώνεις πως ο λαός μας παροιμοιάζει τον δύσνουν με βόδι. Παλαιότερα, επί Τουρκοκρατίας, στην Πελοπόννησο έλεγαν: «Ανάθεμά σε, ντοβλετί, ανάθεμα σε Πόλη/ που σού ‘στειλα τον άνθρωπο και μούστειλες το βόδι». Οι αρχαίοι έλεγαν «βούς ανούστερος», δηλαδή, πιό ανόητος και από το βόδι. Ένα χαρακτηριστικό του βοδιού είναι και η παχυδερμία του. Γι’ αυτό, για να τα επαναφέρουν στην τάξη, τα κέντριζε ο λαός με την βουκέντρα, ραβδί, δηλαδή, που είχε ενσφηνωμένο στην άκρη του ένα καρφί. Σήμερα καταργήθηκαν οι βουκέντρες, τα βόδια βοσκούν αναξέλεγκτα.
Ξαναγυρνώντας τώρα, στον μύθο του Αισώπου, θα λέγαμε πως η περίοδος που ροκανίζει ο πολιτικός τα χρόνια «του βοός», είναι περίοδος πάχυνσης και άφθονου σιτισμού. Ο ίδιος, βέβαια, θεωρεί πως είναι τα πιο παραγωγικά του χρόνια. «Δουλεύουν τα βόδια, τρων τα γομάρια», λέει ο λαός. Είναι γνωστό ότι για τους πολιτικούς, όταν κατακτήσουν την πολυπόθητη εξουσία, ο λαός μεταβάλλεται σε μια εκφυλισμένη, εκχυδαϊσμένη και ευχειραγώγητη ορδή, που πιέζει και εκλιπαρεί για ρουσφέτια, «γομάρι» που μόνο να ζητάει ξέρει.
Παρένθεση. Τον λαϊκισμό, στον οποίον καταφεύγουν οι «πολιτικοί ηγέτες» για διαβουκόληση, της κοινωνίας θυμίζει το περιστατικό που καταγράφει ο Αθηναίος αγωνιστής του Εικοσιένα Γ. Ψύλλας. «Ένας Θεσσαλός προεστός, εντελώς αναλφάβητος, χρησιμοποιεί τον δάσκαλο του χωριού και ως γραμματικό του. Επειδή όμως ο δάσκαλος δεν ήταν σε όλα υπάκουος, ο προεστός προτείνει στη γενική συνέλευση των κατοίκων την απόλυσή του. Γιατί; Ρωτάει εκείνος εμβρόντητος. Γιατί δεν ξέρεις γράμματα! Και ποιός το λέει αυτό; Εγώ! Απαντά ο προεστός. Γράψε τη λέξη βόδι να δούμε αν ξέρεις. Ο δάσκαλος έγραψε σε ένα χαρτί βόδι. Τότε ο προεστός «ζωγραφίζει» σε άλλο χαρτί ένα βόδι, το δείχνει στους χωριανούς – το ίδιο αναλλφάβητους – και ρωτάει. Πέστε μου, ποιό χαρτί γράφει βόδι; Το δικό σου! Απαντούν όλοι. Και έδιωξαν τον δάσκαλο. (Απομνημονεύματα του βίου μου, Αθήνα 1974, σελ. 286-187).
Ο αδυσώπητος όμως χρόνος τρέχει. «Ως ανθός μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται» ο τρυφηλός βίος της εξουσίας. Το γήρας καταφθάνει. Τότε γίνεται χρήση των χρόνων του σκύλου. Πολλές φορές για να απαλυνθεί η αποστρατεία, επιδαψιλεύεται ο πολιτικός και μ’ έναν ανούσιο, πλην όμως ηχηρό τίτλο, όπως είναι το «επίτιμος». Συνήθως φεύγουν από το προσκήνιο, μένουν όμως στο παρασκήνιο. Έχουν την απατηλή αίσθηση πως η πείρα τους είναι πολύτιμη. Εισπράττουν συνήθως περιφρόνηση, λησμονιούνται γρήγορα, επέρχεται ο πολιτικός θάαντος, οδυνηρότερος από τον φυσικό. Τότε γίνονται οργίλοι, γκρινιάρηδες. Γερόντια ανοικονόμητα, ανυπόφορα, βαρετά, κυνικά.
«Γήρας άγνωστον τιθεί άνδρα», τα γηρατιά κάνουν αγνώριστο τον άνθρωπο, έλεγε ο Μίμνερμος, και δεν εννοούσε μόνο την «εξωτερική εμφάνιση». Και μια και το άρθρο κινείται στα αρχαία χρόνια θα κλείσει με τα λόγια μιάς ελληνικής επιγραφής του 3ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στο μουσείο της Καμπούλ, στο ταλαίπωρο Αφγανιστάν: «Παίς ων γίνου κόσμιος. Ηβών εγκρατής. Μέσος δίκαιος. Πρεσβύτης εύβουλος (=σοφός). Τελευτών άλυπος».
Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

«Ο καθείς την μύξα του για βούτυρο την έχει» παροιμία για υποψήφιους πρωθυπουργούς

Μεγάλος, πολύ μεγάλος ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Έζησε όλες τις κρίσιμες στιγμές του Έθνους. Και το βοήθησε. Το ύμνησε, το ενθάρρυνε, κεραύνωσε τους «τροπαιούχους του άδειου λόγου» που ροκάνιζαν τα σωθικά του. Τις ανθρωποκάμπιες (Κόντογλου) τύπου Ρεπούση και Δραγώνα, τους νάνους και τους αρλεκίνους της κομματοκρατίας. Τον λησμονήσαμε όμως. Από τα σχολικά βιβλία είναι προγραμμένος. Έχει «κουσούρι» ασυγχώρητο: είναι εθνικός ποιητής. Σολωμός, Βαλαωρίτης, Κάλβος, Παλαμάς, οι εθνικοί μας ραψωδοί, περιφρονούνται από την δημόσια δία βίου και… νυκτοβίου, εκπαίδευση. Ενώ, όπως έχουμε ξαναγράψει, θα συναντήσεις κείμενα του γίγαντα της λογοτεχνίας και γνωστού τηλεαστρολόγου – τηλεμπουρδολόγου Κώστα Λεφάκη (στο Τετράδιο Εργασιών της «Νεοελληνικής Γλώσσας» Γ’ Γυμνασίου, σελ. 73), ο οποίος αναφέρεται στην «ενίσχυση των ερωτικών σχέσεων, διότι ο Άρης δεσπόζει στον Λέοντα», θα σκοντάψεις ακόμη και σ’ ένα «απίστευτο» κείμενο τού, γράφω τ’ όνομά του και το χέρι μου τρέμει από συγκίνηση, Κ. Σημίτη, ο οποίος αποκαλύπτει στους Ελληνόπαιδες «την διαστρεβλωμένη και γι’ αυτό χωρίς απήχηση ελληνική και χριστιανική παράδοση», («Νεοελληνική Γλώσσα», Γ’ Γυμνασίου, σελ. 65). Θα συναντήσεις στα βιβλία πολλά κείμενα του βούρκου και της σάχλας, κατακάθια που έπνιξαν τα παιδιά με τις δηλητηριώδες αναθυμιάσεις τους, Παλαμά όμως δεν θα βρεις.
Δεν εμφορείται, θα έλεγε, η «δία βίου» ανοησία, η ποίησή του από «προοδευτικές αντιλήψεις». (Πανίσχυρη η κ. Διαμαντοπούλου, παρέμεινε στο δία βίου της. Η Νέα Τάξη στηρίζει τα καλύτερα και πιο αφοσιωμένα στελέχη της). Ο ποιητής πέθανε εν μέσω γερμανικής Κατοχής, τον Φεβρουάριο του ’43. Ο λαός έψαλλε τον Εθνικό Ύμνο, την ημέρα της κηδείας του ήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας. Γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς, που βρίσκεται στο ξόδι του ποιητή. «Κατεβήκαμε προς τη σκλαβωμένη Αθήνα μας, που τη σκίαζαν απ’ την Ακρόπολη οι σημαίες των κατακτητών, με ψυχή περήφανη και χαρούμενη. Νιώθαμε την Ελλάδα ελεύθερη και νικηφόρα, μέσα στη συμφορά της. Τέτοια ήταν η δύναμη του ποιητή που είχαμε κηδέψει και που μας φαινότανε τώρα περισσότερο από πάντα ζωντανός». («Πνευματική Πορεία», εκδ. «Εστία», σελ. 202).
Αυτές τις ανήλιαγες ημέρες της ασημαντότητας, της προδοσίας και της αποπροβάτωσης του κυρίαρχου λαού, μόνο αν ανέβουμε στις στέρεες πλάτες των προγόνων, μπορεί να σηκωθεί η ματιά μας πάνω από τα εθνικά μας σάβανα. Οι πρόγονοι είναι σαν τη γη. Είναι γνωστό, η διακονία της γης δίνει χαρά στον άνθρωπο, αυτή η γεωχαρμοσύνη παραπέμπει σε αρχέγονες, γενέθλιες καταβολές του. «Εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου». («Γένεσις», 3,19).
Ο αρχαίος μύθος μιλά γιά τον Ανταίο, «γίγας δυσπολέμητος», γιος του Ποσειδώνα και της Γης. Όσο πατούσε το χώμα της μητέρας του Γης, δυνάμωνε, γινόταν ακατανίκητος. Σαφής βαθιά και λεπτή η αλληγορία του μύθου. Η πατρίδα, «το χώμα της το γλυκό που νιώθει σαν άνθρωπος», (Βρεττάκος), το εθνικόν και αληθές του Σολωμού, αυτή είναι το έσχατο καταφύγιο, είναι σαν το αίμα που ζωοποιεί το σώμα. «Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα», τραγουδά ο Ελύτης. Και πια δεν της μοιάζουμε, δεν μας αναγνωρίζει εμάς τα παιδιά της, γίναμε μασκαράδες. Μόνο αν γυρίσουμε πίσω στην αγαπημένη πατρώα γη, αν στραφούμε στους μεγάλους λογοτέχνες και τεχνίτες του Γένους, θα βρούμε γιατρειά, θα θεραπευτούν τα έλκη της ψυχής μας.
Βουίζουν τα αυτιά μας από τις τσιρίδες όσων θεωρούν τα μνημόνια και την ξενική εξάρτηση και υποτέλεια ως περίπου ευλογία για τον τόπο. Τι απαντούν οι σπουδαίοι, «οι πάνυ ακριβείς» του Γένους, σ’ αυτούς τους χαμαίζηλους τζιτζιφιόγκους;

Γράφει ο Ανδρέας Κάλβος στο ποίημα «Αι ευχαί».

«Καλύτερα, καλύτερα

διασκορπισμένοι οι Έλληνες

να τρέχωσι τον κόσμον

με εξαπλωμένην χείρα

ψωμοζητούντες

παρά προστάτας να ‘χωμεν»
.

«Παρά προστάτας να ‘χωμεν» και προστάτας (νταβατζήδες επί το λαϊκότερον) έχουν μόνον η Ελλάς και οι πόρνες, ως θα έλεγεν ο δηκτικός ευφυολόγος, Εμ. Ροϊδης. Γράφει και ο Κωστής Παλαμάς, ένα ωραιότατο ποίημα, κατά των εσαεί προσκυνημένων στα κελεύσματα των ξένων, στους τωρινούς που το αγγελτήριο της σκλαβιάς μας, το προσκυνοχάρτι, το βάπτισαν, μηχανισμό στήριξης. Το τιτλοφορεί «οι λύκοι». Το παραθέτω:
«Σε μοίρας ανελεήμονης τα πόδια /ή στου θεού μας το έλεος γυρτοί;/
Των εθνικών απριλομάηδων ξόδια/ μας δείχνουν για ποιας λύτρωσης γιορτή./ Μες στο παλιόσπιτό σου ταμπουρώσου,/ Ζήσε όπως-όπως• ο παθός-μαθός./ Κάλλιο γλύστρα στο δρόμο το δικό σου /παρά στο δρόμο του άλλου να είσαι ορθός./ Του ξένου τ’ άγγισμα, όποιο, δεν αφήνει / τα σημάδια του σκλάβου στο κορμί;/ Δεν είναι δανεικιά η μεγαλοσύνη•/ λευτεριάς ψεύτρας, ψεύτρα και η τιμή. /Με τ’ άρμυρά μου δάκρυα σ’ ανταμώνω,/ Εσύ της πείνας μου είσαι πλερωμή/ ντόπιο μαύρο κριθάρι που ζυμώνω,/ Όχι του ξένου το άσπρο το ψωμί».
Η μεγαλοσύνη δεν χτίζεται με δανεικά ούτε είναι δανεικιά. Οι λύκοι, προβατόσχημοι και μη, Ευρωπαίοι και… αγοραίοι είναι ανελεήμονες, το άγγισμα τους, οι θεραπείες τους, θα μας σκοτώσουν και θα μας λερώσουν.
Όμως, εδώ στην έρμη πατρίδα,
«Ραπαλοφόροι καραδοκούν / χαγάνοι ορνεοκέφαλοι / βυσσοδομούν/ σκυλοκοίτες, νεκρόσιτοι / και ερεβομανείς / κοπροκρατούν το μέλλον», μας γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης. Το μέλλον μας, όσο θα το κρατούν στα χέρια τους τα κοπρώδη υποκείμενα της πολιτικής, θα κοπροκρατείται.
Στην τότε γερμανική Κατοχή οι σκλαβωμένοι Έλληνες, αψηφώντας και περιφρονώντας τις κάννες των Γερμανών, συνάχτηκαν στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, και τραγουδώντας ύμνους της λευτεριάς, αποχαιρέτησαν τον μεγάλο νεκρό. Δεν τόλμησαν τα ναζιστικά γουρούνια (pigs) να ματώσουν την συγκέντρωση. Αυτό το αντιστασιακό ήθος του λαού μας, που πνίγηκε κάτω από την συώδη ηδονοθηρία των χρόνων της λεγόμενης μεταπολίτευσης, πρέπει να ξαναβρούμε. Δεν χάθηκε. Μπαζώθηκε από σκουπίδια και απορρίμματα, που έπεσαν σε σπίτια και σχολεία, μέσω της πορνοτηλεόρασης και της ανθελληνικής παιδείας. Λίγο σκάψιμο θέλει και θα βρούμε την βασιλική φλέβα, την σωτήρια πηγή.
Κι ας αφήσουμε τους «εθνοσωτήρες» και εθνοπροδότες να στριγγλίζουν και να μας απειλούν. Σ’ αυτούς απαντά ο Γ.Σουρής:
«Αυτά φωνάζει ο καθείς

και την φωνήν οξύνει

και στον λαό φορτώνεται

και του πατεί τον κάλο

αλλ’ ο λεγόμενος λαός

τον αφαλό του ξύνει

για να μην πω χωρίς ντροπή

πως ξύνει τίποτ’ άλλο».

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Κουράγιο Γιώργο



Ένας δικός μας άνθρωπος ταλαιπωρήτε αύτό τόν καιρό. Αύτή τήν ώρα κάνει είσαγωγή στό νοσοκομείο Σωτηρία. 
  Ή Παναγία ή Έλεούσα καί ό Άγιος Άντρέας τόν χρειάζονται! 
Οί εύχες όλων μας τόν συνοδεύουν.


“Πάτερ ἅγιε, ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πάσαν νόσον ἰώμενον καὶ ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καὶ τὸν δοῦλον σου Γεώργιον ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας, καὶ ζωοποίησον αὐτὸν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σού”.








ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙΑ 
θά έχουμε πάλι τήν εύκαιρία νά φάμε τά μεζεδάκια μας καί νά πιούμε τά ούζάκια μας














Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Μα ήπιαμε όλοι το «τρελλό νερό»;

«Μια φορά κι έναν καιρό», λέει ο μύθος, «ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκαιος και είχε έναν βεζύρη, που ήτανε και αυτός καλός και ήταν κι αστρολόγος.
Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι άνοστο, μήτε τι είναι δίκαιο και τι άδικο.
Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κι εμείς, γιατί αλλιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη; Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουμε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουμε παλαβά κι άδικα, μα δίκαια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κι έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια, και το νερό ήτανε τρελλό νερό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καημένοι τι τους γίνεται, και είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκαιο. Μα ο σουλτάνος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τά ‘βλεπε ανάποδα και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη και φωνάζανε πως τους αδικούνε και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά από καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτάνος στο βεζύρη: Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσανε τα φρένα τους και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί να μας σκοτώσουν επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ αφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κι εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε. Έτσι κι έγινε. Ήπιαν και αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίναμε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμεινε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».
Στο «Ευλογημένο Καταφύγιο» του Φώτη Κόντογλου περιέχεται ο μύθος του «τρελλού νερού».
Αμφιβάλλει κανείς ότι το πάλαι ποτέ «απέραντο φρενοκομείο» του γερο-Καραμανλή είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρο; Καλό νερό υπάρχει σ’ αυτόν τον τόπο, φυλαγμένο, λέει ο Κόντογλου, «μέσα στη στέρνα της παράδοσης», είναι «το ύδωρ το ζων». Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος σήμερα να ερμηνεύσει, να κατανοήσει με νηφαλιότητα τα δρώμενα. Το «παλαβό νερό» το ήπιαν πρώτα οι Έλληνες πολιτικοί και σε μεγαλύτερες ποσότητες οι Ευρωπαίοι τάχα και ιθύνοντες. Μα κι εμείς, ο απλός λαός με αυτά που βλέπουμε και τα καταπίνουμε αμάσητα, πρέπει μάλλον να είμαστε ποτισμένοι, μέχρι μυελού οστέων, με το «τρελλό νερό». Για τους Φράγκους, τους αναθεματισμένους Ευρωπαίγους, μας τα έλεγε ο Μακρυγιάννης«…Κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούσει ούτε να σας ιδή, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας» – ιδίως εκείνη η ερωτόπληκτη νυφίτσα, ο Σαρκοζί, που τον έχει βάλει, κατά το κοινώς λεγόμενο, η ναζογερμανίδα, στο βρακί της, όπως και όλη την εταίρα μας, την Ευρώπη – «όχι των φιλανθρώπων υπηκόγωνε σας, εσάς των ανθρωποφάγων οπ’ ούλο ζωντανούς τρώτε τους ανθρώπους και υπερασπίζεστε τους άτιμους και παραλυμένους και καταντήσετε την κοινωνία παραλυσία».
Ανήκομεν εις την Δύσιν, μας έλεγαν οι «εθνάρχες» μας ( Πρώτος και τελευταίος που δικαιούται αυτό τον εξαίσιο τίτλο είναι ο Καποδίστριας), και το πιστεύαμε εμείς οι αυτόχθονες ιθαγενείς.
Και προσπαθήσαμε, κάναμε θυσίες, και ματώσαμε και κατασκοτωθήκαμε σε πεδία τιμής, γιατί; Για να γίνουμε Ευρωπαίοι. Και ποιο το αποτέλεσμα; Ούτε Ευρωπαίοι γίναμε, μα χάσαμε και την ελληνικότητά μας. «Έμαθε και ξένην γλώσσαν κι όταν ομιλεί κοιτάζω / Είναι Έλλην, είναι Φράγκος; Απορώ και τον θαυμάζω», θα μας έλεγε ο αγωνιστής του ’21 και συγγραφέας Χουρμούζης. Η παρούσα σχιζοφρένεια δεν ερμηνεύεται, είναι νέας κοπής στον ελληνικό βίο, είναι ιός άγνωστος, μόνο σε φαιδρά πρόσωπα, σαν αυτά που επιπολάζουν στην πολιτική σκηνή της χώρας θα μπορούσε να εκκολαφτεί.
Καταφεύγω πάλι σε μύθο. Τι να κάνω; Ανασύρω τα αειλαμπή πετράδια της παράδοσης, κείμενα τιμαλφή από την βιβλιοθήκη του Γένους. Αίσωπος. Τίτλος «σκώληξ και δράκων». Εν πρώτοις το πρωτότυπο: «Συκέα παρ’ οδόν ην. Σκώληξ δε θεασαμένη δράκοντα κοιμώμενον εζήλωσεν αυτού το μήκος. Βουλομένη δε αυτώ εξισωθήναι, παραναπεσούσα επειράτο εαυτήν εκτείνειν μέχρις ου υπερβιαζομένη έλαθε ραγείσα». Απόδοση στην νεοελληνική: «Μία συκιά ήταν πλάι σ’ ένα δρόμο. Ένα σκουλήκι που είδε ένα μεγάλο φίδι να κοιμάται, ζήλεψε το μήκος του. Θέλοντας να το φτάσει, ξάπλωσε και προσπαθούσε να τεντωθεί, ώσπου απ’ το πολύ ζόρι την πάτησε και κόπηκε στα δύο».
Ζηλέψαμε, οι φουκαράδες, την Ευρώπη, τον πλούτο της, την άνεσή της. Τις μηχανές της, τα μεγαλεία της, τις αξίες της. Τις χάντρες και τα καθρεφτάκια, τα μπακίρια και τις λαμαρίνες τα περάσαμε για μαλάματα και κοσμήματα. Δεν μας άρεσαν τα πολυτίμητα τζιβαϊρικά της γιαγιάς μας, τα ανταλλάξαμε με… τάπερ της κουζίνας. «Οι Έλληνες αεί εν θαύμασι τιθέασι (βλέπουν) τα αλλότρια ή τα οικεία». Αρχαίον πάθος. «Ξιπασμένοι οψίπλουτοι, πτωχοαλαζόνες άξιοι οίκτου». Και ακόμη «απροκάλυπτος περιφρόνησις των πατρίων μας και της θρησκείας ακόμη, ως δείγμα ευρωπαϊκής προοόδου». (Χουρμούζης).
Γίναμε σκώληκες (νεοταξοσκώληκες), ζηλέψαμε το μήκος του ευρωπαϊκού όφεος, τεντωθήκαμε, τανυστήκαμε για να γίνουμε κράτος «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών» ως θα έλεγε ο Κοραής, αλλά από πολύ ζόρι και τέντωμα, κοπήκαμε στα δυό, διαλυθήκαμε. Και βέβαια όταν γίνεσαι σκουλήκι (ομιλώ κυρίως για την «φωτισμένη» ηγεσία μας) μη διαμαρτύρεσαι που σε ποδοπατούν, όπως η «προσβεβλημένη», έτσι το είπε, χαριτόβρυτος κυρία υπουργός του υπουργείου δια βίου αμάθειας και βλακείας τους. Και ένα σχόλιο, επί του πιεστηρίου, για την στάση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που προσχώρησε στις δυνάμεις κατοχής. Μια σοφή αρχαία ρήση λέει: «εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιώτερος ο νικήσας».

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

TΡΙΤΗ         1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΑΓΙΑΣΜΟΣ                      (ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ)


ΚΥΡΙΑΚΗ  6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ         (ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ)


ΤΡΙΤΗ         8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  7.30 Π.Μ. ΠΑΜΕΓ. ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ (ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ)

ΤΕΤΑΡΤΗ   9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  7.30 Π.Μ. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ       (ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ)


 ΚΥΡΙΑΚΗ  13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (Π. ΕΛΕΟΥΣΑ)

 ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΑΣ



 ΚΥΡΙΑΚΗ  20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ       (ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ)


ΔΕΥΤΕΡΑ    21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΕΙΣΟΔΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΥ   (ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ)

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

ΠΕΜΠΤΗ   24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30Μ.Μ. ΠΑΡΑΝΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ    (ΑΓ.ΑΝΔΡΕΑΣ)

ΚΥΡΙΑΚΗ   27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ      (ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ)

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
 
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΗΣ

ΤΡΙΤΗ       29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.00 Μ.Μ. ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ 

ΤΕΤΑΡΤΗ 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.00 Π.Μ. ΟΡΘΡΟΣ @ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ!


Γιά τού Χριστού τήν πίστη τήν άγία  καί τής πατρίδος τήν έλευθερία άλλά καί  τήν έλληνορθόδοξη έκπαίδευση τών έλληνόπαιδων στά σχολεία, τήν άξιοπρεπή τών Έλλήνων  δωρεάν περίθαλψη στά νοσοκομεία, τήν μεταφορά τής πιάτσας τών ναρκωτικών στά πολυτελή τών πολιτικών χαμαιτυπεία άπό τής φτωχολογιάς τήν κοινωνία, καί άγωνιζόμενοι διά μέσου αύτών γιά  τής ψυχής μας τήν σωτηρία! Έλληνες έχουμε περάσει και χειρότερα, κρατάτε τον νού σας στον άδη και μην άπελπίζεσθε!

ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ!

ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ 2012!

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή…

«Ουδείς μεθ’ ημών και πάντες… με θυμόν»
«Κανείς μαζί μας και πάντες εναντίον μας»



Οι «έξι» της Μικρασιατικής Καταστροφής και τραγωδίας γιατί καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν«πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις»; Το πόρισμα της τότε Ανακριτικής Επιτροπής, της οποίας προϊστατο ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο δικτάτωρ και παππούς του σημερινού αντιπροέδρου της «ελληνικής» κυβερνήσεως, ο οποίος βεβαίως δεν είναι δικτάτωρ, ζητούσε την παραπομπή στο δικαστήριο οκτώ κατηγορουμένων με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας». Τελικώς, στην περιβόητο «Δίκη των Εξι», πλην των Μ. Γουδά και Ξ. Στρατηγού, οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν στις 28 Νοεμβρίου του 1922, για εσχάτη προδοσία.
Ερωτώ: οι σημερινοί, όχι μόνο «έξι», αλλά λεγεών προδοτών και δοσιλόγων τι τέλος τους αρμόζει να έχουν;
Και βέβαια, πλην της εσχάτης προδοσίας, τα τωρινά απολειφάδια με το κλεφτοκατσικάδικο ύφος, πρέπει να καταδικαστούν και για ένα επιπλέον «αμάρτημα»: την εσχάτη βλακεία (Η πρόταση είναι του καθ’ ημάς γραικυλομάστιγος Ζουράρι). Ή τουλάχιστον, αφού χαριστεί η ζωή, στα ποικιλώνυμα καθάρματα που εγκληματούν κατά του λαού μας, ομιλώ για την κυβέρνηση, να τους φερθούμε, όπως φερόταν ο Μακρυγιάννης, στα άθλια υποκείμενα που έβλαπταν την πατρίδα: τους έσπαζε στο ξύλο. Έλληνες, χαμένα κορμιά, «χασαπόσκυλα» τους έδερνε, με μεγάλο ζήλο. (Τους Τούρκους, μετά την κήρυξη της Επανάστασης, τους φέρεται και τους μεταχειρίζεται πιο απλά, ρωμαϊκα: τους αποκεφαλίζει). Στο παρακάτω επεισόδιο περιγράφει ο στρατηγός, με την όλο λεβεντιά και ανδρεία γλώσσα του, το ξυλοκόπημα ενός πολιτικάντη. Ένα από τα «κωλόπανα της φατρίας», όπως θαυμάσια τους ονομάζει αλλού:
«Αφού είμουνα εις την Αρκαδία, άκουγα τον πρόβοδον των Αράπηδων, ντρεπόμουν να καθήσω με τις γυναίκες, με τριακόσιους άντρες διαλεχτούς οπούχα. Το λέγω τον διοικητή της Αρκαδιάς, να τον αφήσω έναν αξιωματικόν με πενήντα ανθρώπους και να πάγω με τους άλλους εις την ανάγκην της πατρίδας. Μ’ αποκρίνεται: Δεν έχεις να πας πουθενά, ότι εγώ είμαι από κείνους οπού κατεβάζω κι ανεβάζω στρατηγούς. Είταν ένας μπαρμπέρης, φίλος του αρχηγού Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς, αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα γι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενού ανηψιού του οπούχε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τάκοψε. Πήγα και τον έπιασα και τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν• κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός». Εξαιρετικό. Ακόμα λίγο και θ’ αρχίσουμε να φωνάζουμε: δώσ’ του κι άλλη μία το παλιοτόμαρο.
Παρένθεση: Οι αποδοκιμασίες και τα λοιπά λαμπρά επεισόδια κατά την ημέρα της εθνικής επετείου είναι ανάσα παρηγοριάς και σαφής ένδειξη ότι ο λαός μας διατηρεί ψήγματα αρχοντιάς, αν και επλήγη ριζικά τα τελευταία χρόνια το ήθος του, που σε εμάς τους Έλληνες ονομάζεται φιλότιμο. Η αρχέκακακος κεφαλή, τα κομματικά καθάρματα, τρόμαξαν, αισθάνθηκαν την ανάσα του λαού στο παχυλό σβέρκο τους. Δεν πρόκειται για έκτροπα. Θα ήταν ντροπή να παρελαύνει ο λαός, την ημέρα που τιμούνται αυτοί που υπεράσπισαν την εθνική κυριαρχία και αξιοπρέπεια, ενώπιον αυτών που προδίδουν σήμερα την πατρίδα και ποδοπατούν το «ΟΧΙ». Επέτειος σημαίνει επανάληψη. Παρελαύνουμε για να επαναλάβουμε και να μιμηθούμε τα ανδραγαθήματα. Είναι σχολείο οι παρελάσεις, διδάσκουν. Ο ωραίος βηματισμός, η ομοιόμορφη στολή, που παραπέμπει στην κοινότητα ή την ενορία – προσέξτε την πανέμορφη ομοιομορφία των εθνικών ενδυμασιών- ο στρατός, οι νέοι, ο λαός και να προπορεύεται η σημαία, το σύμβολο της ενότητας, δηλαδή όλοι μαζί, οι αγέννητοι και οι νεκροί μας- είμαστε στο εμείς, ζώντες και τεθνεώτες- για να επαναλάβουμε και να αισθανθούμε το μεγαλείο εκείνων των μεγάλων στιγμών της εθνικής μας ιστορίας.
Προδότες και λυμεώνες της πατρίδας δεν έχουν καμμιά δουλειά να στέκονται σε εξέδρες επισήμων, να προεξάρχουν εθνικών επετείων.

Ο Μακρυγιάννης κάτι τέτοια υποκείμενα τάδινε ξύλο για πεθαμόν. Πρέπει να αντιδράσουμε ως Έλληνες.
Οι απεργίες, οι ατέρμονες πορείες, τα πανό και τα συνθήματα δεν αρκούν πια. Δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Η πατρίδα καταστρέφεται, λεηλατείται, ατιμάζεται. Ο λαός μας εξαθλιώνεται, δολοφονείται. Είμαστε σκλαβωμένοι. Θέλει Επανάσταση, όχι κοινωνική, αλλά εθνική. (Για μειωμένη εθνική κυριαρχία μιλούν οι Γερμανοί και ουδείς απαντά. Άρα συμφωνούν. Αυτό ονομάζεται προδοσία). Μία μέρα, να οριστεί, όλος ο λαός να ξεσηκωθεί, παντού σ’ όλη την Ελλάδα. Η αστυνομία ενώπιον εκατομμυρίων δεν θα αντιδράσει, γιατί κατανοεί την επικείμενη εξαφάνιση του ελληνικού κράτους. Τα κουκουλοφόρα, δειλά ανθρωπάκια θα αντιμετωπισθούν με την προαναφερόμενη μακρυγιάννειο τακτική: Ένα γερό χέρι ξύλο «διά πεθαμόν». Τα ψοφοδεί πολιτικά υποκείμενα εν ριπή οφθαλμού θα εξαφανιστούν, ψάχνοντας μέσον για διαφυγή στο εξωτερικό, όπου τους αναμένει το κλεμμένο βιός του ελληνικού λαού. Τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους. Τα περί αναρχίας, ασυδοσίας και καταστροφής, ας τα πουν οι τηλεγλείφτες τρεμοπρετεντέρηδες μεταξύ τους και στο «παχύ έντερο» της αντιπροεδρίας. Είναι σίγουρο ότι και άλλοι λαοί της Δύσης που υποφέρουν και καταβυθίζονται στην ανεργία και την (τεχνητή) φτώχεια, θα ξεσηκωθούν. Θα πει κάποιος. Αυτά είναι εξτρεμιστικά, ανατρεπτικά, αναρχικά. Πώς να διαλυθεί το κράτος; Όσο παρατείνεται η εξουσία των προδοτών η Ελλάδα, ο λαός μας, κινδυνεύει, οι εχτροί αλυχτούν, μας αλυσοδένουν με συνθήκες και υπογραφές που σκλαβώνουν και τις επερχόμενες γενιές. Το Σύνταγμα ποδοπατείται, καταστρατηγείται. Είναι υπέρτατος νόμος, ιερή παρακαταθήκη των προγόνων μας ότι «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με την βία». Τα Μνημόνια, τα «κουρέματα», η διαρπαγή του εναπομείνοντος δημόσιου πλούτου, η καταλήστευση της ιδιωτικής περιουσίας, η εξάρτηση και η υποτέλεια στους φραγκογερμανούς, όλα αυτά κι άλλα κρυφά που πράττουν τιποτένιοι και ασήμαντοι πολιτικάντηδες, που εξελέγησαν ψευδόμενοι, εξαπατώντας τον λαό, τί είναι; Είναι ή δεν είναι βίαιη κατάλυση του Συντάγματος; «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».
Εφ’ όσον όλες οι τρισαθλιότητες των νυν νάνων και αρλεκίνων πηγάζουν από το ΔΝΤ και τις λοιπές συμμορίες, κατά του λαού και του Έθνους, οφείλουμε να αντισταθούμε με «κάθε μέσο». Αρκεί ο εξευτελισμός μας. «Οι ξένοι θα μας φάγουν ως γλάροι», αν τους αφήσουμε να βυσσοδομούν.
Και «δεν είν’ εύκολες οι θύρες

εάν η χρεία τες κουρταλή».

Στην παράδοσή μας ένα πράγμα ξέρουμε:
«Καλύτερα μιάς ώρας ελεύθερη ζωή


Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».

«Δεν θέλω ‘γω καινούργια ή ξένα δώρα παλιά δικά μου πλούτη σου ζητώ».



ΤΟ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ 10.30 ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ 


ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΟΜΟΡΦΕΣ ΦΑΤΣΟΥΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΜΑΣ


ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΕΩΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟ


ΜΕΤΑ ΤΗΝ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΑΡΧIΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚO ΕΝΑ ΚΕΡΑΣΜΑ



ENA ΠΟΤΗΡΑΚΙ ΧΥΜΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΟΣΤΑΚΙ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ


Καί τό ψωμί τού τόστ..... ΣΙΚΑΛΕΩΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ












Είναι έκπληκτικό πόσο γρήγορα τά παιδιά τήν άγάπησαν!
Μέσα στή έκκλησιά σάν τά κλωσσόπουλα κάτω άπό τά φτερά τής μάνας τους μαζεύονται γύρω άπό τήν φούστα της.
Ήθος, σεβασμός, άξιοπρέπεια, πίστη, άγάπη γιά τά παιδιά, άγάπη γιά τήν Πατρίδα καί τήν παράδοση τά όπλα της, παραδομένα στοργικά άπό Έλληνες και όρθόδοξους γονιούς.
Φιλόλογος ούσα όπως καί ή μητέρα της, ταξιδεύει τά παιδιά μας πίσω στο χρόνο.
Σκάβει στην παράδοση μας. Άποκαλύπτει, κατά τον δυνατόν, τον χρυσό των προγόνων μας, που καλύφθηκε από την κρούστα της λήθης και μπαζώθηκε από τις τσιρίδες των φραγκογραικύλων της σήμερον. 
Ξεκινάει από τον παππού μας, την αρχαία Ελλάδα, ανηφορίζει στις ατραπούς της ιστορίας και συναντάει τον πατέρα μας, το Βυζάντιο, την αειθαλή Ρωμανία - πού πάντα ανθεί και μας φέρνει κι άλλα τζιβαϊρικά. 
Καταλήγει στην νεότερη, στην σύγχρονη εποχή, σε μας, που αλλοιωθήκαμε από τον θαυμαστό, καινούργιο κόσμο μας.
Στο τέλος συνταιριάζει την παράδοση και το σύγχρονο.
Να καταλάβουν τά παιδιά μας τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας πρέπει.

Τύχη άγαθή γιά όλους μας! 
Ό Χριστός νά σ' εύλογεί Μαρία Νεκταρία 

Νά τήν δείς όπως τήν όνειρεύτηκες καί τής άξίζει Σοφία! 
Χρόνια σου πολλά Δαυίδ! 
Σήμερα γιορτάζεις!