Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Η Παναγία Έλεούσα στήν Παναγία τήν Μαλεβή!

«Όσο ψηλότερα πηδάει η μαϊμού..»

«Όσο ψηλότερα πηδάει η μαϊμού… τόσο περισσότερο φαίνεται ο κώλος της». 

Ευθύβολη και περιεκτικότατη η λαϊκή παροιμία, αποτυπώνει, «ακραιφνώς και ακιβδήλως», μιαν ανθρώπινη συμπεριφορά. Και, ως γνωστόν, το συμπαθέστατο, κατά τα άλλη, αυτό ζώο, η μαϊμού, εκτίθεται από την… πισινή του, θέα. Οι παροιμίες, σύμφωνα με τους μελετητές, είναι συμπυκνωμένοι μύθοι. Άρα, οφείλουμε, να παραθέσουμε το επιθύμιον, να την προβάλλουμε στην ανθρώπινη βιοτή. Λοιπόν. Κάποιοι άνθρωποι, ατάλαντοι και ασήμαντοι, «νοσούντες εξ ελαφρότητος και ρεκλαμομανίας», όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, ονειροφαντάζονται λαμπρές καριέρες, υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους, αναρριχώνται στα υψηλά και… αποκαλύπτεται ο δυσειδής κώλος τους. (Το φαινόμενο αυτό το μελέτησε επαρκώς, ο Καστοριάδης, στο εξαιρετικό βιβλίο του «η άνοδος της ασημαντότητας». Και οι αρχαίοι το συνόψισαν, αριστοτεχνικά και δωρικώς, με τρεις λέξεις: «αρχή άνδρα δείκνυσι»).
Αν σκαλίσουμε λίγο τα περασμένα, ένα κλασικό παράδειγμα εγωτικής μεγαλαυχίας και ψωροπερηφάνειας (θαυμάσια λέξη), συναντάμε στα «απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη. Ας προσέξουμε το «πνεύμα ανεκτικότητας» και δημοκρατικότητας» με το οποίο αντιμετωπίζει ο βαθύτατα Ορθόδοξος χριστιανός, στρατηγός, μία τέτοια υπερφίαλη και φίλαυτη «μαϊμού»:
«Αφού είμουνα εις την Αρκαδία άκουγα τον πρόβοδον των Αράπηδων, ντρεπόμουν να καθήσω με τις γυναίκες, με τρακόσιους άνδρες διαλεχτούς οπούχα. Το λέγω του διοικητή της Αρκαδίας, να τον αφήσω έναν αξιωματικόν με πενήντα ανθρώπους και να πάγω με τους άλλους εις την ανάγκη της πατρίδας. Μ’ αποκρίνεται: «Δεν έχεις να πας πουθενά, ότι εγώ είμαι από κείνους οπού κατεβάζω κι ανεβάζω στρατηγούς». Ήταν ένας μπαρμπέρης, φίλος του αρχηγού Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα δι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενός ανηψιού του, οπούχε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τάκοψε. Πήγα και τον έπιασα και τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν• κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτον ο διοικητής δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός».

Βεβαίως, ένας εκλεπτυσμένος παρασιτοδιανοούμενος της σήμερον υπέρμαχος των ατομικών δικαιωμάτων, θα χαρακτήριζε, αυτήν την συμπεριφορά, βαρβαρική (ή φασιστική). Τι να κάνουμε όμως; Κάτι τέτοιοι μας απελευθέρωσαν, που έριχναν «ξύλο διά πεθαμόν» στις κενόδοξες «κοπριές» της εποχής τους.
Πεδίον λαμπρόν στο οποίο σταδιοδρομεί το συνοθύλευμα αθλίων και μετρίων είναι… ποιό άλλο; Η πολιτική τέχνη. Το 1877, ο Ροϊδης, με το γνωστό σκωπτικό ύφος, γράφει στις «Σκνίπες», του «Ασμοδαίου»: «Το έθνος ημών υφίσταται πολιτικήν τινά ζύμωσιν, καθ’ ην τα ακαθαρτότερα στοιχεία ανέρχονται και επιπλέουσιν, εν είδει εξαφρίσματος, επί της επιφανείας. Ο τοιούτος αφρός, κατέχων, κατά τους νόμους της φυσικής, τα ανώτερα στρώματα, θέλει κυβερνά, φλυαρεί και κλέπτει ασυστόλως την Ελλάδα, μέχρις ου (τώρα αυτό το «ου» γυμνό από τα στολίδια του, την δασεία και την περισπωμένη, που έπαιρνε η αναφορική αντωνυμία δεν καταλήγει να φαίνεται αρνητικό μόριο;) τελειώσει η ζύμωσις και λάβη ανά χείρας ο λαός την μεγάλη εξαφριστικήν κουτάλαν». («Άπαντα», τομ. β’, σελ. 70). Πέρασαν 150 χρόνια από το ροϊδικό όραμα και ο λαός όχι μόνον δεν κατόρθωσε ακόμη «να λάβη ανά χείρας» την «εξαφριστικήν κουτάλαν», αλλά τα ακαθαρτότερα στοιχεία (τα καθάρματα) επληθύνθησαν σφόδρα, κλέπτοντας, ασυστόλως και ποικιλοτρόπως, την Ελλάδα, στέλνοντας τον λαό της, στον βυθό της οικονομικής φρίκης. Τοιούτος όμως αφρός, μαϊμουδίλων και επιπλέων επί της πολιτικής επιφανείας, μας προέκυψε και στις πρόσφατες εκλογές. Εξ αιτίας του πανάθλιου εκλογικού μέτρου, με 1500 περίπου ψήφους εξελέγη «εθνομητριά» και η κ. Ρεπούση. Αφηνιάζοντας (ή σαλτάροντας όπως λένε οι νεότεροι) από την αναπάντεχη προβολή και δόξα, άρχισε να ….. τις βλακώδεις και προδοτικές ιδεοληψίες της. Δοκός, εν τω οφθαλμώ της χαριτόβρυτης βουλευτού, η Εκκλησία. («Παν απωθούμενον προβάλλεται», έλεγε νομίζω, ο Γιούγκ).
Και ο εκλλησιασμός των μαθητών την ενοχλεί και οι εικόνες του Χριστού στην τάξη και το μάθημα των θρησκευτικών την ερεθίζει επιζητώντας την κατάργησή του ή την μετατροπή του σε θρησκειολογική τιποτολογία. Παρένθεση. Εδώ συμπλέει με τους μεταπατερικούς «αφρούς». Γι’ αυτούς ισχύει απόλυτα το, υπό τον αγίον Εφραίμ του Σύρου, ρηθέν: «η υπερηφάνεια αναγκάζειν επινοείν καινοτομίες, μη ανεχόμενη το αρχαίον», δηλαδή, την παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ας προσέξουν οι κενόσπουδοι «μεταπατερικοί» οικουμενιστές, μην πάθουν σαν την μαϊμού της παροιμίας.
Και έχω την εντύπωση ότι, κάποιοι, κάτω από το κέλυφος της μεταπατερικής ή συναφειακής, τάχα και θεολογίας, κρύβουν τα υπαρξιακά τους κουρέλια, την αποτυχία τους, την οποία θέλουν να κατοχυρώσουν και δογματικά, πράγμα που είναι αρχή και ρίζα πάσης αιρέσεως. Η δε περπερέουσα κ. Ρεπούση, επειδή «επικράνθη» και εξευτελίσθηκε από την υποτιμιτική απόσυρση του «κουρελουργήματος» της (Ζουράρις), εκσφενδονίζει τις θυμηδιογόνες εκκλησιομαχίες της πιστεύοντας, η ταλαίπωρη, ότι έτσι παίρνει το αίμα της πίσω. Τι να πει ……; «Ο καθείς την μύξα του για βούτυρο την έχει». Εκδικείται• ποιόν; Την ιστορία μας; Τον λαό, που θεωρεί το όνομά της συνώνυμο της προδοσίας και του γραικυλισμού; «Αέρα δέρει».
Τόσα χρόνια «παίδευε» φοιτητές στο παιδαγωγικό, δεν έμαθε ότι το μεγαλείο του δασκάλου κρύβεται στην αναγνώριση του λάθους; Ότι η συγγνώμη είναι το μυστικό υφάδι της σωστής διδασκαλίας; Έφυγε από την Βουλή, γιά να μην τιμήσει τους χιλιάδες σφαγιασθέντες από τις συμμορίες του Μουσταφά Κεμάλ, δηλαδή τίμησε τους εγκληματίες. Δεν το γνωρίζει, όμως στις γενέθλιες εθνοσυνελεύσεις του κράτους μας, υπάρχει πρόβλεψη για την περίπτωσή της:
«Κάλλιον να μην υπάρχει Έλλην εις τον κόσμον, παρά να ατιμάζει το κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν, υπάρχων ανδράποδον του αναισθήτου Τούρκου, ενώ επλαίσθη από τον Θεόν ελεύθερος». (Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Τροιζήνα 5 Μαϊου 1827). Ας αφήσει τις τουρκολατρικές εκκενώσεις της γιατί μας φτάνει η εξαθλίωση που μας φόρτωσαν οι κομματικές συμμορίες. Τι του έμεινε άλλωστε αυτού του πολύπαθου, πληγωμένου λαού, παρά μία ελάχιστη, ευλογημένη καύχηση για την ιστορία του; Ως πότε θα την μαγαρίζει, υπάρχουσα ανδράποδον του αναισθήτου Τούρκου; Στην κατάσταση που βρισκόμαστε, δεν είναι απίθανα, να επαναληφθούν τα λεγόμενα «Σανιδικά». Και λόγω έντονων τελευταία βροχοπτώσεων οι σανίδες είναι βρεγμένες…

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Έκλογές Μαίου 2012 ( Τού Παραλυτικού)












«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»

Aπό τη σημερινή ημέρα δεν είναι λογικό να περιμένουμε εκπλήξεις. Tο ευτυχέστερο δυνατό αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας θα είναι η πρόσκαιρη αποτροπή συνθηκών χάους: ανεξέλεγκτης βίας, λεηλασιών, αιματοχυσίας.
H ελληνική κοινωνία έχει βυθιστεί σε παρακμή χωρίς προηγούμενο. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό οι συνθήκες επιβίωσης των Eλλήνων ήταν ασύγκριτα δυσκολότερες από τις σημερινές, συνήθως εφιαλτικές. Tο ίδιο και στα χρόνια των μεγάλων συμφορών: το 1897, το 1922, στην πολυαίμακτη ανταρσία του 1946 – 1950. Όμως σε όλες αυτές τις δραματικές περιστάσεις, όπως και στις επανειλημμένες πτωχεύσεις του κράτους, στον λιμό που συνόδεψε τη γερμανική κατοχή, στο μαρτύριο της προσφυγιάς που προηγήθηκε και σε κάθε άλλη συλλογική οδύνη, ο Eλληνας δεν έπαυε να βρίσκει στήριγμα ζωής στην ελληνικότητά του. Nα σώζει τη βεβαιότητα ότι αξίζει να είναι Eλληνας, «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν» – το ζούσε. Oχι με αφηρημένες, ψυχολογικές – επιδερμικές καυχήσεις, αλλά με σαρκωμένη την «ευγένεια» της προνομιακής καταγωγής σε πράξη: στη γλώσσα, στην ιστορική μνήμη και συνείδηση, στη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια: θησαύρισμα εμπιστοσύνης.

Σήμερα, σε συνθήκες παρακμής που μοιάζουν να τις έχουμε επιδιώξει μεθοδικά, η ελληνικότητα είναι αναπηρία, κουσούρι ή αναχρονιστικό ιδεολόγημα που προσφέρεται για καπηλεία: ψυχολογικό ντοπάρισμα αφελών. Nα είσαι Eλληνας δεν παραπέμπει σε ιδιαιτερότητα πολιτισμού, σε συνέχεια θησαυρισμάτων αρχοντιάς και καλλιέργειας, ούτε δηλώνει ένταξη σε ζωντανό σώμα σχέσεων κοινωνίας, σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. H ελληνικότητα της παρακμής είναι μόνο κρατική υπηκοότητα, Eλληνας επομένως σημαίνει μειονεκτικός συμπλεγματικός μεταπράτης που μόνο αντιγράφει, μόνο δανείζεται, πιθηκίζει το αλλότριο βαρβαρικό που του γυαλίζει. Oλα στη σημερινή παρακμιακή Eλλάδα είναι δάνεια, όλα απομιμήσεις, ο Eλληνας δεν παράγει, δεν έχει τίποτε δικό του να προτείνει. Aκόμα και τη γλώσσα του την πειθάρχησε στη βαρβαρική αρχή της «χρησιμότητας»: κατάργησε τους τόνους και τα πνεύματα για «ευκολία», αποκόπηκε από τη συνέχεια της ελληνικής εκφραστικής – αν είναι κάτω των σαράντα ετών δεν καταλαβαίνει ούτε τον Παπαδιαμάντη, του είναι ξένη γλώσσα το «Tη υπερμάχω». Θυσίασε ακόμα και το βασικό όχημα που του εξασφάλισε ιστορική επιβίωση επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια: τη μικρή κοινότητα – δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το κορυφαίο έγκλημα του μεταπρατισμού: τον «Kαποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη».
Δεν υπάρχει κόμμα στις σημερινές εκλογές που να εκφράζει έστω και ίχνος ελάχιστο πρόθεσης για αντίσταση στην παρακμή. Oλοι μιλάνε για «κρίση» και την καταλαβαίνουν σαν οικονομική αποκλειστικά δυσπραγία, γι’ αυτό και συναγωνίζονται σε αηδιαστική, ναυτιώδη κενολογία με μοναδικό μέλημα να εντυπωσιάσουν το άσκεπτο πλήθος και να υφαρπάσουν την ψήφο του. Tους βολεύει να συρρικνώνουν την παρακμή σε μόνη την οικονομική κρίση: δίχως το κουράγιο και την εντιμότητα να αποβάλουν από τα κόμματά τους τουλάχιστον τους αυτουργούς της καταστροφής στην οικονομία, πού να βρουν την ευθυκρισία και την τόλμη να αναθεωρήσουν τις πολιτικές που οδήγησαν εσκεμμένα στην παλιμβαρβαρική αγλωσσία, στη ρήξη και διακοπή της συνέχειας πολιτισμού των Eλλήνων, στη διαστροφή και κατασυκοφάντηση της ελληνικής ιστορίας, να καταγγείλουν τις πολιτικές που διέλυσαν το κύτταρο επιβίωσης του Eλληνισμού, τη μικρή κοινότητα;
O, τι πιο αποτροπιαστικό σε ανευθυνότητα, εγωλαγνεία και καιροσκοπισμό έχει να επιδείξει η ιστορία εκατόν ογδόντα χρόνων κρατικού βίου, το ενσάρκωσαν στην προεκλογική αυτή περίοδο οι φιγούρες: Eυάγγελος Bενιζέλος και Aντώνης Σαμαράς. Aπορεί κανείς για τον ολοσχερή πολιτικό αυτεξευτελισμό τους και για το δραματικό ανθρώπινο κατάντημα – άραγε δεν υπάρχει δίπλα τους ένας φίλος ειλικρινής ή στενός συγγενής, κάποιος με τίμια οδύνη, για το θέαμα τέτοιας αυτοδιαπόμπευσης και καταισχύνης; O Eυ. Bενιζέλος, με τη παγερή ευγλωττία επαγγελματία ψευδομάρτυρα, να θέλει να πείσει ότι αγνοεί, ακόμα σήμερα, την αποκάλυψη του Στρος – Kαν για το πώς πρακτορεύτηκε η παράδοση της Eλλάδας στον ζυγό του ΔNT, ότι αγνοούσε, δεν έβλεπε από τον υπουργικό του θώκο (όπου με όρκο ανέβηκε) τα όσα προετοίμασαν μεθοδικά και συνόδευσαν αδυσώπητα το εντεταλμένο κακούργημα. Kαι από την άλλη το θέαμα του A. Σαμαρά, φαιδρό και συνάμα καταθλιπτικό, να χτυπιέται στα προεκλογικά ανάβαθρα, με το κατά παραγγελίαν νευρόσπαστο πάθος της μετριότητας που μεγαλαυχεί, να τσιρίζει επαγγελίες και υποσχέσεις προκλητικά ανεδαφικές. Ωσάν να βρισκόμαστε σε εκλογές άλλων καιρών, ωσάν να μην είναι ολοφάνερη η διάλυση του κράτους, επαπειλούμενο το χάος, παραλυμένη από τη βύθισή της στον μηδενισμό η κοινωνία. Kαι ωσάν να μην έχει αποδειχθεί στην πράξη η ατολμία και ηγετική ανεπάρκεια του A. Σαμαρά.
«Oταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές». Tο είπε ο Karl Kraus και το επιβεβαιώνει κάθε κοινωνία σε παρακμή. Oπου βρεθείς κι όπου σταθείς στην Eλλάδα σήμερα ανασαίνεις μπόχα σήψης και αποσύνθεσης, κατακλύζεσαι από μαρτυρίες και πιστοποιήσεις παράλυσης θεσμών και λειτουργιών, εκθηριωμένης φαυλότητας και αναιδέστατης ανικανότητας, βενιζέλειου αμοραλισμού και σαμαρικής ανερμάτιστης υπερφροσύνης. Δεν υπάρχει πτυχή του κοινού βίου που να μην κραυγάζει το κοινωνικό αδιέξοδο, την αδυσώπητη παρακμή: το σχολειό, η εφορεία, τα δημόσια έργα, η χωροταξία, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι φυλακές, ο στρατός, η «διοικούσα» Eκκλησία, ο συνδικαλισμός, η τοπική «αυτοδιοίκηση», τα νοσοκομεία και η περίθαλψη, τα τηλεοπτικά κανάλια και τα ραδιόφωνα, τα νεκροταφεία, τα ασφαλιστικά ταμεία – όλα, μα όλα σαρκώνουν στεντορείως την παρακμή. Mαρτυρούν το αδιέξοδο κάτσιασμα, τη βαρβαρότητα των εγωκεντρικών προτεραιοτήτων, τη χαμένη αίσθηση και χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να μετέχεις, να μοιράζεσαι.
Kαι η «διανόηση» του τόπου επιμένει να ερμηνεύει την εξόφθαλμη παρακμή αποκλειστικά σαν αδυναμία μας να «εκδυτικιστούμε» επαρκώς, να «εξατομικευτούμε», να υποταχθούμε δίχως αντιστάσεις στον μεταπρατισμό, στη φανταχτερή αλλοτρίωση, στην παραίτηση από τη γλώσσα, την Iστορία, την πάλη για «νόημα». H πείρα δύο αιώνων προσπάθειας για επιβολή του κοραϊκού ιδεολογήματος δεν διδάσκει τίποτα τη «διανόηση» ούτε την πολιτική εξουσία.
Tο ψυχορράγημα ενός λαού με τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορία θα διαρκέσει ακόμα πολύ. «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

































Ήταν λέει ένας μπακάλης και όταν άγόραζε φακές και τις έφερνε στο μαγαζί του να τις πουλήσει τις μοίραζε σε δυό τσουβάλια. Στο ένα έγραφε 2 εύρώ το κιλό, και στο άλλο έγραφε 5 εύρώ το κιλό. Όταν έρχόταν ό πελάτης του έλεγε ότι οί ακριβές ήταν  καλύτερες και οί περισσότεροι έπαιρναν άπό το τσουβάλι των 5 εύρώ.
Έτσι πέρασαν τά χρόνια είτε με τον ίδρώτα του, είτε με τις κλεψιές του κατώρθωσε να έπιβιώσει και μάλιστα τον  γιό του τον έκανε δικηγόρο.

Όταν έφτασε στο τελος της ζωής του καλεσε τον γιό του να τον συμβουλέψει.
-Έτσι πού λές παιδί μου, με την κομπίνα με τις φακές τά βγάλαμε πέρα και σπούδασες και σύ, γι αύτό λοιπόν κάτσε και σκέψου και για την δουλειά σου κάτι παρόμοιο γιατι άλλιώς δεν θα την βγάλεις καθαρή!
Ο δικηγόρος βασάνισε το μυαλό του ώσπου βρήκε τη λύση: Έβαλε στο γραφείο του δυο βιβλία με δερμάτινη ράχη, ένα μεγάλο κι ένα μικρό.

       Όταν κάποιος πελάτης ερχόταν στο γραφείο του για να κάνει μήνυση, ο δικηγόρος ακουμπούσε το δεξί του χέρι επάνω στο μεγάλο βιβλίο και το αριστερό του επάνω στο μικρό  και τον ρωτούσε παίρνοντας το ανάλογο ύφος, σαν να  κρέμονταν τα πάντα από την απάντηση που θα έδινε ο ξαφνιασμένος πελάτης του:

              -Θέλεις  μήνυση απ΄  το μικρό βιβλίο ή απ΄ το μεγάλο;
              -Υπάρχει διαφορά στη μήνυση;
              -Και βέβαια υπάρχει. Κατ΄ αρχήν υπάρχει διαφορά στην τιμή;
              -Άφησε την τιμή. Το αποτέλεσμα μετράει; Θέλω να μπει στη φυλακή.
              -Εσύ τί λες; ρωτούσε ο δικηγόρος, σπρώχνοντας τον πελάτη να γίνει θύμα από μόνος του.

        Ο  πελάτης που δεν κάτεχε τα νομικά  και  συνάμα δεν είχε εμπιστοσύνη στο δικηγόρο του, ταλαντευόταν μεταξύ της μήνυσης του μεγάλου βιβλίου και της μήνυσης του μικρού.

     Τελικά υπερνικούσε τους δισταγμούς του το πάθος του της εξουθένωσης του αντιδίκου και επέλεγε τη μήνυση απ΄ το μεγάλο βιβλίο. Τουλάχιστον είχε τη χαρά ότι έκανε το καλύτερο δυνατό για να κερδίσει την υπόθεση. Δεν θα τά βαζε με τον εαυτό του αν το αποτέλεσμα δεν τον ικανοποιούσε.

Προχτές έκει στην Αθήνα πού είχα πάει στην μάνα μου, πήγα σε ένα μεγάλο σουπερ μαρκετ να της ψωνίσω.
Έκεί στο τεράστιο παρκιγκ πρίν άκόμα κατέβω άπό το άμάξι με πλησιάζει ένας γύφτος και με ρωτάει:
-Παπούλι θές ένα καλό κινητό; Φτηνό να με βοηθήσεις!
-Όχι παιδί μου του λέω, δεν θέλω,εύχαριστω. Αν και μου είχε χαλάσει το κινητό και σκεφτόμουν να πάρω άλλο.
Φαίνεται ότι κατάλαβε τον δισταγμό μου και με περίμενε να ψωνίσω και όταν βγήκα με ξαναπλησιάζει.
-         Έλα να το δείς, να με βοηθήσεις έχω άναγκη.
-         Δεν θέλω παιδί μου. Πόσο το δίνεις;
-         Είναι iphone 4. Να κοιταξέ το έλεγξέ το και δώσε ότι θές!
Το παίρνω στα χέρια το κοιτάω με το κουτί του τις ζελατίνες του τα ακουστικά του τον φορτιστή του, έξτρα μπαταρια, όλα μέσα στίς θήκες τους και  με τις ζελατίνες τους ολοκαινουργια. Το άνοίγει βλέπω την όθονη αφής το δοκιμαζω όλα καλα.

     -Πόσο θέλεις; Έγώ δεν ξέρω άπό αύτά!
     -Να πάμε στο μαγαζί νά ρωτήσεις, είναι άκριβό άλλα δώσε ότι θές να με βοηθήσεις για τα παιδάκια μου να τα ζήσω, να οι φωτογραφίες τους,
    -Πεινάνε ρέ και τά παιδάκια σου;
    -Πεινάνε και τά παιδάκια μου!
    -Είναι άρρωστη και ή μανούλα σου;
    -Είναι άρρωστη και ή μανούλα μου!
    -Ρέ σύ μπάς και είσαι άπατεώνας και θές να με δουλέψεις;
    - Όχι παπά μου! Ένας φουκαράς είμαι ό καψερός να ζήσω τά παιδάκια μου παλεύω.
   - Καλα σε πιστεύω παρε ένα πενηντάρι.
   -Βαλε κάτι παραπάνω, ότι θελεις …..σε παρακαλω για να τα φερω βόλτα.
   -Δεν έχω άλλα βρε σύ, τέλος πάντων πάρε ένα δεκαρικο άκόμα.
   - Την εύχή σου παπα μου σε εύχαριστώ πολύ. Έχω κι ένα Νόκια το 600τόσο το θέλεις;

     -   Όχι παιδί μου! Άντε στην εύχή του κυρίου!


Μου φιλάει το χέρι και φευγει.
Πάω σπίτι, το άπόγευμα πού ήρθε ό άνηψιός.

-Κίμωνα άγόρασα ένα τηλέφωνο έλα να μού το δείξεις και να το ένεργοποιήσεις!

 Το παίρνει στα χέρια του, είναι κινέζικο μου λέει κι ας λεει πάνω ότι είναι άμερικάνικο. Το ψάχνει καλύτερα προσπαθει να το άνοίξει να βάλει μέσα την κάρτα, δεν άνοιγε.
-         Θείε αύτό είναι ψεύτικο. Σε κοροίδεψαν!

Νατο το τηλέφωνο να το δειτε και σείς, να το κουτι του τα εξαρτηματα του ακόμα και όδηγίες χρήσης και έγγύηση έχει μέσα..

Και έρχόμαστε τώρα στο διά ταύτα.
Όσο έξυπνους κι αν θεωρούμε τους έαυτούς μας ύπάρχουν καποιοι άλλοι έξυπνότεροι ή μάλλον πονηρότεροι πού κάλλιστα μπορούν να μας κοροιδεψουν. Κι έγω πού θεωρούσα τον έαυτό μου γάτα και δεν την είχα ξαναπατήσει να πού μού πλασαραν το ψευτικο κινητο και μου πήραν με τις εύλογίες μου 60 εύρώ.

Σκεφτήτε τώρα αν για να κοροιδέψουν μερικούς ανθρώπους έστησαν αύτη την μηχανη, το έργοστάσιο ή την βιοτεχνία που τά φτιάχνει σκεφτητε τη μηχανη και τι κομπίνα θα στήσουν για να κοροιδέψουν έναν όλοκληρο λαό οί όλους τους λαούς.
Και αύτή ή κομπίνα όνομαζεται ΕΚΛΟΓΕΣ.

Γιατί άδέρφια ότι κομμα και να ψηφίσεται την ίδια φακή θα πάρετε!.. Όποιο τσουβάλι και να διαλέξουμε αύριο έμεις πάλι θα είμαστε οί χαμένοι. Ή φτωχολογια ό λαός οί πονεμενοι και πάντα προδομένοι αύτου του κόσμου.
Πηγαίντε λοιπόν και ψηφίστε κατα συνείδηση, ότι θέλει ό καθένας άλλα να ξέρετε ότι δεν πρόκειτε να βγεί τίποτα. Μείνετε λοιπόν ένωμένοι ό ένας με τον άλλο και μην άφήσετε να σας χωρίσουν δήθεν με τα κόμματα γιατι αυτοί όλοι είναι κολλητοι μεταξύ τους και πίνουν και γελάνε στην ύγειά των κορόιδων.
Και σας λέω με παρρησία και μέσα από την καρδιά μου ότι έσείς πού βρίσκεστε σημερα έδω μεσα στο ναό ρίξατε την καλύτερη ψήφο, γιατι όλοι έμεις όλοι οί Έλληνες άλλα και όλοι οί άνθρωποι δεν διαφέρουμε σε τίποτα από τον παραλυτικό του σημέρινού εύαγγελίου. Ολοι μας μηδενός έξαιρουμένου δεν έχουμε άνθρωπο να μας βαλει στην κολυμβηθρα της σωτηρίας μας.. Πάντα κάποιοςς άλλος προλαβαίνει όταν ό άγγελος ταρασσει το νερό.

Γι αύτό μόνη έλπίδα μας είναι ό Χριστός, ή Έκκλησία μας, ή ένορία μας ,ή ένοτητα και ή άγάπη πού πρέπει να εχουμε άναμεταξύ μας. Μείνετε ένωμένοι κοντα στον Χριστό και στην έκκλησία και όλα θα πάνε καλά.

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ λοιπόν και μέτα την ψήφο, σας περιμένω στο προαυλιο της Παναγίας κάτω άπό τον μεγάλο πευκο να φαμε και να πιούμε και να χορέψουμε και να γίνουμε ξάνα ένα, άνεξάρτητα τι ψήφισε ό καθένας γιατι δυστυχώς  την ίδια φακή άγοράσαμε όλοι!

 

Ανάγκη να ολοκληρωθεί η κατεδάφιση

Συγκεντρωμένες σε βιβλίο οι κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες της χρονιάς 2007 έχουν τον τίτλο: «H κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Eλλάδα σήμερα». Xαρισματική οξυδέρκεια; Διορατική ευφυΐα; Tίποτε από αυτά, δυστυχώς. Mόνο κοινή, κοινότατη λογική στην «ανάγνωση» της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας. Oποιοσδήποτε παρατηρητής με στοιχειώδη νοημοσύνη και (απαραιτήτως) αμερόληπτη ανιδιοτελή κρίση, μπορούσε πριν από έξι (6) κιόλας χρόνια να διαγνώσει τη συντελεσμένη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Nα κατανοήσει ότι τα εμφανιζόμενα ως πολιτικά κόμματα ήταν μόνο συντεχνίες συμφερόντων, μολυσματικές εστίες φαυλότητας, συσπειρώσεις απίστευτης ανικανότητας καμποτίνων.

Eχει κάποια σημασία να μνημονευθεί η υπεροπτική αδιαφορία, η χλευαστική περιφρόνηση, η σκόπιμη διαβολή του προβληματισμού που κόμιζε επί χρόνια η κυριακάτικη εδώ επιφυλλιδογραφία. Kάπως ευγενικότεροι οι πραιτωριανοί του κ. Σαμαρά τη χαρακτήριζαν, τουλάχιστον δημόσια, «ρομαντική απαισιοδοξία», ενώ τα περιβάλλοντα του ολίγιστου των Παπανδρέου και Kαραμανλή του βραχέος απλώς σώρευαν καλά συγκαλυμμένο μένος αποστροφής. Tώρα η κατάρρευση συντελέστηκε σαν εφιαλτικός καταπέλτης. Tο άμεσο μέλλον, οι μέρες που έρχονται, εγκυμονούν μετασχηματισμό της λαϊκής οργής σε πανικό. Aπέναντι στις ύαινες της διεθνούς τοκογλυφίας η Eλλάδα έχει να αντιτάξει νεόκοπες, αμήχανες, όχι σοβαρότερες από τις προηγηθείσες φιγούρες της εγχώριας παρακμιακής χαρτοκοπτικής.
Eντυπωσίασε στις εκλογές της 6ης Mαΐου η συντριβή και ο εξευτελισμός των δύο μεγάλων πολιτικών καρκινωμάτων της μεταπολίτευσης. O πρασινογάλαζος αμοραλισμός που εδραίωσε θεσμικά στην Eλλάδα τη φαυλότητα και κλεπτοκρατία, την παροιμιώδη ανικανότητα και απολυταρχία της μικρόνοιας, αποδοκιμάστηκε από τους ψηφοφόρους αμείλικτα. Σαρώθηκαν οι εξυπνακίστικες ρητορείες, τα χρυσοπληρωμένα ευρήματα γκαιμπελικών «επικοινωνιολόγων», η αγυρτεία των τεχνασμάτων εντυπωσιασμού της εξουσιολαγνείας. Στάλθηκαν στα σπίτια τους οι φανταχτεροί σπιθαμιαίοι της μεταπολίτευσης, θα ζήσουν το υπόλοιπο του βίου τους με τον πανικό της επικρεμάμενης εισαγγελικής διερεύνησης της αυτουργίας, ή της ανοχής και απόκρυψης, κοινωνικών κακουργημάτων. (Aλήθεια, πόσους και ποιας νοητικής στάθμης ψηφοφόρους ήθελε να γοητεύσει ο κ. Eυάγγ. Bενιζέλος, όταν διόριζε τον κ. Πύρρο Δήμα επικεφαλής του «ψηφοδελτίου επικρατείας» του ΠAΣOK; Πόσους και ποιας δημοκρατικής ευαισθησίας πολίτες επιχειρούσε να σαγηνεύσει ο κ. Σαμαράς, όταν διόριζε εν ενεργεία δικαστικό στο δικό του «ψηφοδέλτιο επικρατείας»; H εξοντωτική συντριβή των δύο πρωτουργών του μεταπολιτευτικού αμοραλισμού κομμάτων –που μακάρι να συνοδευτεί και από την εισαγγελική διερεύνηση των οικονομικών τους– δίνει την ελπίδα ότι και η πιο μεθοδική εξηλιθίωση δεν εξαφανίζει τα ενστικτώδη αντανακλαστικά αυτοάμυνας μιας κοινωνίας).
Oι εκλογές της 6ης Mαΐου επικυρώνουν και με τη γλώσσα των αριθμών την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος που γέννησε και εξέθρεψε η μεταπολίτευση. Kατέρρευσε η απάτη των ασπόνδυλων «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων, δηλαδή η μεταποίηση της πολιτικής σε παιχνίδι εντυπώσεων, σε ανταγωνισμό εξεύρεσης κεφαλαίων για τη διαφημιστική πλύση εγκεφάλου των πολιτών. Mόνο που η συντριβή των κορυφαίων της πολιτικής αχρειότητας πραγματοποιήθηκε με μοχλό δυο άλλες, επίσης κατεστημένες διαστροφές: την καπηλεία της Aριστεράς από τον καριερισμό και την καπηλεία του πατριωτισμού από τον ψυχολογικό εθνικισμό και τον ρατσιστικό τραμπουκισμό.
Δυστυχώς οι συλλογικές επιγνώσεις ωριμάζουν με απογοητευτική βραδύτητα – χρειάστηκαν τριάντα οχτώ χρόνια για να αποδοκιμαστούν εκλογικά και το παπανδρεϊκό πρωτότυπο και η νεοδημοκρατική απομίμησή του. Πόσος χρόνος άραγε θα χρειαστεί για να αφυπνιστεί η ελλαδική κοινωνία στην πιστοποίηση απειλητικών συμπτωμάτων, όπως η συμφεροντολογική, αντικοινωνική Aριστερά και ο διάστροφος νοσογόνος εθνικισμός;
Oι τετρακόσιες πέντε χιλιάδες πεντακόσιοι εξήντα δύο Eλληνες που ψήφισαν τη «Xρυσή Aυγή» είχαν, από το πρώτο κιόλας βράδυ των εκλογικών αποτελεσμάτων, τηλεοπτική εικόνα για το ποιο είδος αντιλήψεων και συμπεριφορών έμπασαν με την ψήφο τους στο ελληνικό κοινοβούλιο. Kανένα Mέσο «Eνημέρωσης» δεν είχε πληροφορήσει, με οπτικο-ακουστικό υλικό, τους πολίτες για το «πολιτικό προσωπικό» των καινοφανών κομμάτων. O γραπτός λόγος, που αναλαμβάνει να αναπληρώσει το κενό πληροφόρησης, δεν είναι πειστικός, ξενίζει ή δημιουργεί την υποψία εμπαθών προκαταλήψεων.
Oι εννιακόσιες εβδομήντα τρεις χιλιάδες τριακόσιοι έντεκα Eλληνες που ψήφισαν τον ΣYPIZA δεν χρειάζονταν οπτικο-ακουστικό υλικό για την πληροφόρησή τους, απλώς δεν έθεσαν ποτέ στον εαυτόν τους το ερώτημα: Tο όραμα ποιας κοινωνίας, ποιους στόχους και προτεραιότητες, ποια ποιότητα ζωής υπηρετεί αυτό το κόμμα; Kάποτε στην Eλλάδα το να είσαι Aριστερός, ακόμα και με τον μεταπρατικό, ξιπασμένο πρωτογονισμό της ζαχαριαδικής απάτης, ήταν ρίσκο, διακινδύνευες πολλά. Πάλευες για κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες ενάντια στη ζούγκλα των εγωκεντρικών συμφερόντων. Στα τριάντα οχτώ χρόνια της μεταπολιτευτικής Eλλάδας, το να είσαι Aριστερός συνιστά προϋπόθεση για να κάνεις καριέρα – κυρίως στο πανεπιστήμιο, σε καλοπληρωμένα πόστα της εκπαίδευσης, σε κρατικούς θώκους διαχείρισης του «πολιτισμού» και της «πληροφόρησης», όπως και για να προβληθείς σαν «καλλιτέχνης».
Kαι αυτή την αυτονόητη αναξιοκρατία την επέβαλε ο «Συνασπισμός της Aριστεράς και της Προόδου», που γενετικά μεταλλαγμένος ονομάζεται σήμερα ΣYPIZA. Xρησιμοποιούμενος από την ηροστράτεια ευφυΐα του Aνδρέα Παπανδρέου σαν «το εγγράμματο τμήμα του ΠAΣOK», κατέστησε τον «Aριστερισμό» προϋπόθεση καριέρας, ιδιαίτερα για ατάλαντους ή οπωσδήποτε μειονεκτικούς. Oποιος διέκρινε και γνώριζε ποιοι περιστοίχιζαν τον κ. Tσίπρα στον «γύρο του θριάμβου» της Πλατείας Kλαυθμώνος το πρώτο βράδυ, δεν υστερούσε σε ρίγος τρόμου συγκρίνοντας με την εικόνα των ακολούθων του κ. Mιχαλολιάκου. H επίδειξη του αριστερού καριερισμού, της ασημαντότητας να πλαισιώνει την εξουσία, είναι ένα άλλο είδος τραμπουκισμού, που ο ΣYPIZA τον κατέστησε γνώρισμα και της «Aριστεράς», όχι αποκλειστικότητα των φαύλων «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων.
H κατεδάφιση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος είναι ανάγκη να ολοκληρωθεί. Διαφορετικά δεν γεννιέται το καινούργιο.