Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Μάθημα Θρησκευτικών: πολλή θρησκεία και καθόλου Χριστός

«…άνθρωπος γαρ εστιν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστί λογικός μόνον, άλλ’ όστις ευσεβείαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί»
 άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Είναι γνωστό πως τρία σχολικά μαθήματα αποτελούν «σκόλοπα τη σαρκί» των ποικιλώνυμων εθνομάχων και νεοφανών Γραικύλων: η Ιστορία, η Γλώσσα και τα Θρησκευτικά. Στην Ιστορία τις είδαμε τις «προκοπές» τους μέσω του ρεπούσειου άγους. Η πολύπαθη «Γλώσσα», διά των νυν βιβλίων-περιοδικών ποικίλης ύλης, συνεχίζει να ταλαιπωρεί δασκάλους και να δηλητηριάζει μαθητές· για το δε μάθημα των Θρησκευτικών, θέτουν απροκάλυπτα το (ψευτο)δίλημμα: ή καταργείται ή μετατρέπεται σε «θρησκειολογικό χυλό». Έχω διαβάσει το «πρόγραμμα σπουδών στα Θρησκευτικά» για το Νέο Σχολείο, που ευαγγελιζόταν η κ. Διαμαντοπούλου -ο πιο σκληρός πυρήνας της Νέας Τάξης εν Ελλάδι. Εν πρώτοις η γλώσσα και οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι συντάκτες του. Σε πολλά σημεία διαβάζουμε λέξεις και φράσεις όπως: αυτοδιαμόρφωση της συνείδησής τους, αυτοβελτίωση (των μαθητών), αυτοσυνειδησία και αυτοπραγμάτωση, αυτοπροσδιορισμός της προσωπικής τους ταυτότητας, αυτοστοχαστικός τρόπος γνώσης, αυτογνωσία. Πανταχού παρόν το «εγώ», ο εαυτός, πουθενά το ευλογημένο “εμείς” του Μακρυγιάννη.

(Στο έξοχο βιβλίο του «Αυτοείδωλον εγενόμην», ο Γρ. Ζιάκας τονίζει ότι η «ολοκλήρωση του προγράμματος της Νεωτερικότητας» καταλήγει στον κενά εγωτικό ατομάνθρωπο. Ο Άλλος δεν είναι Πλησίον, αλλά, όπως μας το κατέδειξε η ενόραση του Σαρτρ, η κόλαση. Άρα τον ποδοπατάς για να αναρριχηθείς και να πετύχεις. Ο καθένας για τον εαυτό του κι ο Θεός για κανένα. Στην καθ’ ημάς Ορθόδοξη παράδοση, κόλαση είναι η αδυναμία αλληλοπεριχώρησης των προσώπων. Στην Κόλαση δεν βλέπει ο ένας το πρόσωπο του άλλου, βεβαιώνει το Γεροντικό, ενώ είναι πολύ κοντά: πλάτη με πλάτη. “Εκεί συν δύο δεν κάθονται συν δύο δεν κουβεντιάζουν”, επιμαρτυρεί και η δημοτική μούσα).
Πέραν αυτού στο κείμενο συναντάς τους συνήθεις ασαφείς νεολογισμούς, κακομεταφρασμένα δάνεια όπως «θρησκευτικός γραμματισμός» «χειραφετικό ενδιαφέρον», η  «πολυπολιτισμικότητα-λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή- «ενσυναίσθηση», που παραπέμπουν στην ορολογία νεοεποχίτικων σεκτών.

Όλα αυτά είναι κελύφη κάτω από τα οποία κρύβεται επιμελώς, ο ανομολόγητος στόχος των ομάδων αυτών-μεταπατερικοί, νεοπατερικοί και λοιποί «καιρο»-σκοπούντες- να μετατρέψουν το μάθημα σε θρησκειολογία.   Περαίνοντας αυτές τις εισαγωγικές σκέψεις και με αφορμή την γιορτή των Τριών Ιεραρχών, λίγα λόγια για το μάθημα στο Δημοτικό Σχολείο. (Θα κλείσω με οσμήν ευωδίας πνευματική, τα λόγια των αξεπέραστων αγίων Πατέρων για το μάθημα).

Κατ’ αρχάς μην λησμονούμε ότι στις δύο πρώτες και πολύ σημαντικές τάξεις του Δημοτικού σχολείου δεν υπάρχει μάθημα αυτοτελές Θρησκευτικών ούτε εγχειρίδιο. Άρα εναπόκειται στον δάσκαλο ή την δασκάλα το τι θα διδάξει. (Ο άγιος Γέροντας Παϊσιος συμβούλευε δασκάλους, με αναφορά στην Πίστη και την Πατρίδα, “να παίρνουν Πρώτη Δημοτικού”, την πιο κρίσιμη τάξη, γιατί τότε εντυπώνονται ανεξίτηλα, διά βίου, οι γνώσεις). Κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου βρίσκουμε γι’ αυτές τις τάξεις στα βιβλία Γλώσσας. Κι εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Έτσι, για παράδειγμα, μαθαίνει ο μαθητής ότι δεν υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας, αλλά «ο άγιος της φιλίας, ο Φιλάγιος». (Ανθολόγιο, σελ. 1Ο7). Διαβάζει μια νερόβραστη “προσευχή” της Θέτιδος Χορτιάτη και όχι το «Πάτερ ημών», που το μαθαίνουμε απ’ την ώρα που ανοίγουμε τα μάτια μας στον κόσμο. Για τον Αη-Βασίλη, ο οποίος φέρνει μια γάτα δώρο στην οικογένεια του Ιβάν, που «εγκατέλειψε τον τόπο της εξαιτίας μιας χιονοστιβάδας». (σελ. 113). Ένα χαζοχαρούμενο ψευτοποίημα με τίτλο το «λαγουδάκι της Λαμπρής». Ειδικά για το κοσμοσωτήριο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου το πρωτάκι θα διαβάσει τρία ποιήματα. Στο Ανθολόγιο το «Ήρθε η Πασχαλιά» με στίχους όπως: «-Ήρθε η πασχαλιά / και τσουγκρίζει αυγά / το μικρό παιδάκι». (σελ. 116). Ενώ στο βιβλίο Γλώσσας, ένα με τίτλο «Πασχαλινό» όπου συναντά στίχους όπως: «και μοσχοβολούν οι φούρνοι / τα τραπέζια κοκκινίζουν / απ’ τα κόκκινα αυγά» και το άλλο με τίτλο «Πασχαλινά κουλούρια» με στίχους «Το Πάσχα οι άνθρωποι έφτιαχναν κουλούρια / να μοιάζουν με πουλιά, ψάρια, ανθρωπάκια / τους έβαζαν για μάτια και στόμα γαρίφαλα ή ξυλάκια». (σελ. 56). Ούτε ένα «Χριστός Ανέστη»!

Ούτε λίγο ούτε πολύ το σχολείο γκρεμίζει και διαστρέφει ό,τι προσέλαβε το παιδί, μέσω της οικογενειακής του εμπειρίας, για τα μεγάλα πανηγύρια της Ορθοδοξίας. Και ας μην ξεχνάμε το σχολικό βιβλίο έχει κύρος και ή μορφώνει ή ακυρώνει… Το μόνο που διασώζει την κατάσταση είναι ότι πολλοί δάσκαλοι, άλλοι εξαρχής και άλλοι στην πορεία, αντιλήφθηκαν την κακεργεσία και διδάσκουν «τα παλιά δικά μας πλούτη» (Παλαμάς). Για τους αδιάφορους ή τους εκκλησιομάχους «των συνιστωσών» (και λοιπά… κοράκια) συμβουλεύω τους γονείς να πιέζουν και… να τραβούν αυτιά. Αρκετά ανεχτήκαμε τόσα χρόνια τις μαγαρισιές τους. (Δεν έλεγε ο Πλαστήρας «την Ελλάδα από το αυτί θα την αρπάξουμε και θα τη σώσουμε, θέλει δεν θέλει;»).

Στις μέρες μας φορτώσαμε τα παιδιά με πληθώρα γνωστικών αντικειμένων, στραφήκαμε στον εγκέφαλό του και εγκαταλείψαμε την ψυχή του. Αλλά «Παιδεία ου την υδρίαν πληρώσαι, αλλά ανάψαι αυτήν», είναι άναμμα ψυχής η Παιδεία και όχι γέμισμα άδειου δοχείου με σκόρπιες και άχρηστες πληροφορίες, κατά τον Πλάτωνα.

Και όλη η γνώση είναι άχρηστη, εάν δεν υπάρχει η γνώση του Θεού και του νόμου του, κατά τον Μέγα Βασίλειο.

Γι’ αυτό το μάθημα των θρησκευτικών κατέχει εξέχουσα θέση  στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των Τριών Ιεραρχών. Σκοπός του μαθήματος αυτού, κατά την γνώμη τους, δεν είναι η απόκτηση γνώσεων, αλλά η διά της γνώσεως και εφαρμογής του νόμου του Θεού, πνευματική και ηθική ανύψωση του παιδιού. Σ’ αυτόν, τον νόμο του Θεού, προτρέπουν οι Τρεις Ιεράρχες τους δασκάλους, να ωθούν τα παιδιά να παρακύπτουν, για να αντλούν “τον εκ των διττών Διαθηκών πλούτον μέγαν»(1).

Επειδή θεωρούν το μάθημα αυτό βασικό για την μόρφωση, την πνευματική και ηθική του παιδιού, συνιστούν να διδάσκεται από τα πρώτα έτη της φοιτήσεώς του στο σχολείο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο στην απαλή ψυχή του παιδιού αποτυπώνεται ακόπως ο νόμος του Θεού. Γι’ αυτό και ο Χρυσόστομος λέει: «δώμεν αυτοίς υπόδειγμα εκ πρώτης ηλικίας τη των Γραφών αναγνώσει ποιούντες αυτούς σχολάζειν»(2). Ιδιαίτερη προτίμηση δεικνύει ο Μέγας Βασίλειος  στους Ψαλμούς, την διδασκαλία των οποίων θεωρεί ως την πλέον καταλληλότερη και “τερπνοτέραν” για τους αρχάριους μαθητές, εκτός της διδακτικής τους αξίας την οποία ομοίως αναγνωρίζει.

Και είναι πράγματι μεγάλη η αξία των Ψαλμών για την καλλιλογική τους ωραιότητα και την διδακτική τους δύναμη.
Περιέχουν πλούτο διδαγμάτων, τα οποία δύναται να τεθούν νομοθετήματα  στον βίο. “Η δε των ψαλμών βίβλος το εκ πάντων ωφέλιμον περιείλειφε”, λέγει ο Μ. Βασίλειος “… ιστορίας υπομιμνήσκει· νομοθετεί τω βίω υποτίθεται τα πρακτέα· και απαξαπλώς κοινόν ταμείον έστιν αγαθών διδαγμάτων”(3).

Με την μελέτη των Ψαλμών εναποτίθεται στις απαλές ψυχές των παιδιών, οι οποίες μοιάζουν με “εύπλαστον κηρόν”, σφραγίδα ανεξίτηλος ο νόμος του Θεού. 

Εκτός του Ψαλτηρίου συνιστούν ως κατάλληλο προς διδασκαλία κείμενο και τις Παροιμίες(4). Και πολύ σοφά, διότι οι Παροιμίες με την μεγάλη και βαθιά πείρα της ζωής, προσφέρουν στον αναγνώστη ένα σύστημα ορθού και συνετού βίου. Του ομιλούν με ένα τρόπο πολύ προσιτό και ευχάριστο, για τις σχέσεις του με τους δικούς του, τους φίλους του, την κοινωνία, τον Θεό.

Διάφορες ιστορίες και από τ’ άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως η ιστορία του Κάϊν και του Άβελ, ή του Ησαύ και Ιακώβ και άλλες, συνιστώνται από τους Πατέρες για διδασκαλία. Και από την Καινή Διαθήκη προτρέπει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος να λαμβάνεται ύλη για διδασκαλία και μόρφωση των μαθητών.
Αυτά μας κανοναρχούν οι άγιοι. Εμείς όμως αφήνουμε τους παντοειδείς θρησκειολόγους και τιποτολόγους να ετοιμάζουν  ένα μάθημα “Θρησκευτικών” με πολλή θρησκεία, αλλά καθόλου Χριστό.


(1) Γρηγόριος ο Θεολόγος, Migne, P.G. 37, 1589.
(2) Migne P.G. 62, 151.
(3) Migne P.G. 29, 212. A.
(4) Mέγας Βασίλειος, Migne, P.G. 31, 953.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Αλληλεγγύη και φιλανθρωπία

Καθώς η οικονομική κρίση εντείνεται και η φτώχια εξαπλώνεται σε ευρύτερα στρώματα του λαού μας δίδεται σε κάποιους εμπαθείς εχθρούς της Εκκλησίας η αφορμή να πλήξουν αυτήν έμμεσα «παίζοντας» με τις λέξεις. Έτσι είναι πλέον του συρμού η χρήση της λέξης αλληλεγγύη, οι χρήστες της οποίας διαστέλλουν αυτήν ευκαίρως ακαίρως από τη λέξη φιλανθρωπία, όρο κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό, τονίζοντας την υπέρτερη αξία της πρώτης έναντι της δεύτερης.
                Κατ’ αρχήν ας τονίσουμε την ειδοποιό διαφορά μεταξύ των θέσεων της Εκκλησίας και του κόσμου έναντι του ανθρώπου. Για την Εκκλησία ο άνθρωπος είναι πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού. Συνεπώς οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις είναι σχέσεις αδελφοσύνης. Ο Χριστός τόνισε εξαιρέτως τη φιλανθρωπία του Θεού, ο οποίος από την άπειρη αγάπη του «τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόλυται αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον».  Στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη τονίζεται το χρέος μας έναντι του πάσχοντος πλησίον μας. Η φιλανθρωπία του Θεού διαφαίνεται πλήρως στην παραβολή της μελλούσης κρίσεως, με την οποία γίνεται γνωστό ότι τη βασιλεία των ουρανών θα κληρονομήσουν εκείνοι που στάθηκαν φιλάνθρωπα έναντι του πλησίον τους.
                Ο σύγχρονος δυτικός κόσμος, υλιστικός θεωρητικά και πρακτικά, κινείται και δρα ερήμην του Θεού. Ο άνθρωπος γι’ αυτόν δεν είναι πρόσωπο πλασμένο για την αιωνιότητα, αλλά καρπός των αδιαφόρετων (τυχαίων) φυσικών δυνάμεων (Μονό) ή ζώο που κάνει εργαλεία (ιστορικός υλισμός). Ο όρος πρόσωπο, ακριβώς επειδή είναι σε χρήση από την Εκκλησία του Χριστού έχει υποκατασταθεί από τον όρο άτομο. Και καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες υποβιβασμού του ανθρώπου σε αριθμό με ευρεία χρήση στα πάσης φύσεως κοινωνικά μητρώα και στα άλλα των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
                Τί το κακό ενυπάρχει άραγε για τον κόσμο στον όρο φιλανθρωπία; Πρώτος προφανής είναι το ότι αυτός είναι όρος εκκλησιαστικός και ο κόσμος αντιμάχεται την Εκκλησία. Δεύτερος πολύ σημαντικός, τον οποίο θέλουμε οι χριστιανοί να αγνοούμε, είναι το ότι η φιλανθρωπία έχει εν πολλοίς εκπέσει σε επίδειξη ευσπλαχνίας των εχόντων, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις κατά το σχετικά πρόσφατο παρελθόν ελάμβαναν εύσημα από εκκλησιαστικά πρόσωπα για τα φιλάνθρωπα αισθήματα. Ο Χριστός δεν υπέδειξε απλώς να είμαστε φιλάνθρωποι, αλλά τόνισε ότι πρέπει να ενεργούμε και «εν κρυπτώ». Όχι προς το θεαθήναι, όχι για να αποκομίζουμε καρπούς κενοδοξίας. Ο Χριστός τόνισε ιδιαίτερα στον πλούσιο νέο, που τηρούσε όλες τις εντολές του νόμου, ότι απέμεινε κάτι ακόμη πολύ σημαντικό για να καταστεί τέλειος: Να πωλήσει τα υπάρχοντά του, να τα διανείμει στους φτωχούς και να τον ακολουθήσει, Αυτόν που δεν είχε πού την κεφαλήν κλίνει! Συνεπώς υπό το πνεύμα του Ευαγγελίου του Χριστού είναι απαράδεκτο να ακούγεται μάλιστα και σε κηρύγματα εντός ναών, ότι οι πλούσιοι είναι ευλογημένοι από τον Θεό, ώστε να ελεούν τους έχοντες ανάγκη. Μήπως τότε οι φτωχοί είναι οι καταραμένοι από τον Θεό; Αλλά ο Χριστός κήρυξε ξεκάθαρα ότι είναι πολύ δύσκολο οι πλούσιοι να εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών. Μάλιστα ο αδελφόθεος  Ιάκωβος στην επιστολή του γράφει ότι οι κραυγές των θεριστών, απ’ τους οποίους στερήθηκε ο μισθός εκ μέρους των γαιοκτημόνων έφτασαν στα αυτιά του Θεού. Η κοινωνική αδικία είναι απόρροια της απληστίας και αφιλανθρωπίας και στηλιτεύεται τόσο στο Ευαγγέλιο (παραβολές του πλουσίου και φτωχού Λαζάρου, άφρονος πλουσίου) όσο και από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
                Άραγε μελέτησαν ποτέ οι εχθροί της Εκκλησίας όχι βέβαια τα έργα των Πατέρων αυτής, αλλά, τουλάχιστον, το Ευαγγέλιο από περιέργεια; Αναλώνουν τη ζωή τους σε πολεμική κατά της Εκκλησίας καραδοκούντες να βρουν ολισθήματα μελών αυτής, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ως επιχειρήματα κατά του Χριστού! Ναι είναι γεγονός ότι η Εκκλησία έλαβε κατά καιρούς βοήθεια από πλουσίους. Δεν ήταν σε πλείστες όσες από τις περιπτώσεις η φιλευσπλαχνία και φιλανθρωπία κίνητρο για την προσφορά. Ήταν η διάθεση για επίδειξη και η κενοδοξία. Ήταν όμως και κάτι χειρότερο: Η επιδίωξη συμμαχίας με την Εκκλησία, ώστε αυτή να μη στηλιτεύει τον πλούτο και τους πλουσίους με τη δριμύτητα, που στηλίτευσε ο Χριστός και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Η αστική τάξη, η άκρως αντιεκκλησιαστική στη γέννησή της, καθώς η θρησκευτική ηγεσία στη Δύση είχε ευλογήσει όχι μόνο τον πλούτο των εκφύλων ευγενών, αλλά και τη στέρηση της ελευθερίας των πολιτών – θείων εικόνων, με την πάροδο του χρόνου προχώρησε σε ιστορικό συμβιβασμό με τους εκπροσώπους της δυτικής χριστιανοσύνης, ώστε αυτοί να ασκούν είδος λογοκρισίας στο Ευαγγέλιο. Έτσι οδηγηθήκαμε στην απαγγελία της κατηγορίας εκ μέρους του Μαρξ ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού»!
                Έγινε κατανοητό ότι εκείνοι που ενοχλούνται σήμερα από τον όρο φιλανθρωπία είναι οι επηρεασμένοι από τη μαρξιστική ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Μάλιστα κάποιοι φθάνουν στην ακρότητα να καταγγείλουν την όποια εκδήλωση συμπαράστασης προς τον πάσχοντα συνάνθρωπό μας ως ενέργεια που ενισχύει την αστική τάξη στην άσκηση της απάνθρωπης (αφιλάνθρωπης εκκλησιαστικά) πολιτικής της. Εκείνο που δεν συνειδητοποίησαν οι εχθροί της αστικής τάξης (τι κρίμα οι χριστιανοί να θεωρούνται απ’ αυτούς συνοδοιπόροι των πλουτοκρατών και εν πολλοίς όντως να είναι!) είναι η ακραία αντίφαση μεταξύ της φιλοσοφίας του ιστορικού υλισμού και του ιδανικού κόσμου, τον οποίο οι οπαδοί της οραματίζονται! Ο Βλαντιμίρ Σολόβιεφ, ο οποίος ακροβάτησε μεταξύ άρνησης και κατάφασης προς τον Θεό απέδωσε την αντίφαση αυτή με άκρως χαρακτηριστικό τρόπο: Ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Λοιπόν, αγαπάτε αλλήλους!
                Αλληλεγγύη λοιπόν προς αυτούς που το σύστημα πληγώνει πολύ. Αλληλεγγύη από εμάς που νοιώθουμε επίσης να μας πληγώνει κάπως λιγότερο. Αλλά όταν με την πάροδο του χρόνου αποκάμουμε με το να είμαστε θύματα της κοινωνικής αδικίας, όταν μας χαμογελάσει η λάγνα εξουσία με την προσφορά κάποιου θώκου ή η τύχη με τις ευκαιρίες που το αστικό σύστημα προσφέρει στους ικανούς αλλά και καπάτσους; (πόσο χαρακτηριστική αυτή η ξένη λέξη!). Τότε περνούμε στην άλλη πλευρά και αντικαθιστούμε τη λέξη αλληλεγγύη με τη φιλανθρωπία. Τότε πηγαίνουμε στις δοξολογίες και συνεργαζόμαστε με την Εκκλησία, το όπιο του λαού, προς ανακούφιση των θυμάτων μας. Είναι καιρός πλέον να παραδεχθούμε: Δεν είναι μόνο οι θρησκευτικοί ηγέτες που συγκαλύπτουν τον επαναστατικό λόγο του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι πολύ περισσότεροι οι άλλοι οι οποίοι στρατεύτηκαν αρχικά στον αγώνα για την αλλαγή του κόσμου με το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης ερήμην του Χριστού και πέρασαν στην υπηρεσία του συστήματος. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση έχουμε έκδηλο τον θρίαμβο του αστισμού, το θρίαμβο του ενστίκτου επί της πίστεως ή της ιδεολογίας. Μήπως τώρα που δοκιμαζόμαστε μπορούμε να κατανοήσουμε τη μεγάλη σημασία της ασκητικής θεώρησης του βίου και του χρέους της φιλανθρωπίας;
                                                                                                «ΜΑΚΡΓΙΑΝΝΗΣ»

γούμενε, τυρί, Κολοκοτρώνης

Το γράφω και το ξαναγράφω εν είδει λυγμού πλέον: «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω», κατά το αειθαλή λόγο του αθηναιογράφου Δημήτρη Καμπούρογλου. Πίσω, όχι ως στείρα προγονολατρία και μίζερη καημενολογία για περασμένα μεγαλεία, αλλά  για να αναπνεύσουμε λίγο, να στυλωθούμε και πάλι στα πόδια μας, να αποτινάξουμε τα σάβανα της ντροπής και της ενοχής που μας φόρτωσαν οι ανθρωποκάμπιες που «ορίζουν» τις τύχες του τόπου και του κόσμου. «Είμαστε λαός με παλικαρίσια ψυχή» μας κανοναρχούσε ο Σεφέρης, δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Και την ψυχή μας, την ακατάλυτη, την ρωμαίικη, δεν θα την «ματαβρούμε», όταν θα έλθει η «ανάπτυξη» και οι ελεημοσύνες από  την Ευρωπαϊκή Έ-κκε-νωση, αλλά όταν «αγροικήσει», «τι έχασε, τι είχε, τι της πρέπει», η ψυχή μας, η γεμάτη μπάζα και σκύβαλα. Όχι ότι το παρελθόν ήταν παραδείσια ζωή. Δεν το εξωραϊζουμε. Και οι παλιοί, «οι αρχαίοι άνθρωποι» του Κόντογλου, είχαν τα πάθια και τους καημούς τους και επλεόναζεν η αμαρτία, αλλά υπήρχε μια αρχοντιά, μια πνευματικότητα γνήσια και ακίβδηλη, πίστη και μετάνοια δεν τους έλειπαν. Με αυτές γαλήνευε η ψυχή τους. Μ’ αυτούς τους δικούς μας ανθρώπους πρέπει να ξαναμιλήσουμε. Να ακούσουμε τις ορμήνειες τους, τις συμβουλές τους, να δούμε την ζωή τους, να γνωρίσουμε την Ελλάδα, την πραγματική, την αληθινή πατρίδα μας, αυτή που γέννησε Ομήρους, Χρυσοστόμους και Παλαιολόγους και Κανάρηδες, ανθρώπους που μοσκοβολάνε σαν το Τίμιο Ξύλο και όχι το τωρινό, μουχλιασμένο αποφόρι των Φράγκων και των ημέτερων μασκαράδων. «Από στεριά κι από θάλασσα βγαίνει φωνή και βόγγος: θέλουμε να ζήσουμε ελληνικά! Ελλάδα χωρίς ζωή ελληνική, είναι Ελλάδα πεθαμένη». Λόγια του Κόντογλου. (Όποιος διάβασε το «Ευλογημένο Καταφύγιο» θα καταλάβει το  γιατί οι συνεχείς παραπομπές στο μεγάλο Δάσκαλο του Γένους).
Συνηθίζω μες στην τάξη – φέτος διδάσκω Στ’ Δημοτικού- «να προβάλλω» στους μαθητές μου τους ήρωες του Εικοσιένα. Εξάλλου η ιστορία που διδασκόμαστε σ ’αυτήν την τάξη είναι η νεώτερη στην οποία κυριαρχεί η Ευλογημένη Επανάσταση. Ενθουσιάζονται τα παιδιά, όταν ακούνε λόγια και επεισόδια της ζωής των αγωνιστών, που διασώθηκαν στην τότε λαϊκή γλώσσα και όχι στις ψυχρές και άψυχες αρχαϊκούρες των γραμματιζούμενων.
Αλλά εδώ απαιτείται μια επεξηγηματική παρένθεση. Είναι γνωστό πως μετά την απελευθέρωση το έθνος έπρεπε να οργανωθεί κατά το πρότυπα της πεφωτισμένης Δύσης, ώστε να καταστεί «εφάμιλλον» αυτής. Ο στανικός αυτός εξευρωπαϊσμός περνούσε και μέσα από την γλώσσα. Αντί να χρησιμοποιηθεί η λαϊκή γλώσσα, το φυσικό δοκιμασμένο όργανο επικοινωνίας στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων, επιστρατεύεται η απολιθωμένη λογία. Οι καλαμαράδες, οι ψαλιδόκωλοι -οι περισσότεροι ήρθαν στην Ελλάδα μετά την ένοπλη εξέγερση -έχουν τυφλωθεί από την ιδέα του νεοκλασικισμού και υιοθετούν μια γλώσσα ακατανόητη από το σύνολο του αγράμματου τότε λαού. Επιπλέον οι αγωνιστές παραγκωνίζονται και περιφρονούνται, οι επίκαιρες κρατικές θέσεις καταλαμβάνονται από τους «σπουδαγμένους» και  γλωσσομαθείς. Για την «προσφορά» τους γράφει ο Μακρυγιάννης: «Η αφεντιά σας, οι ξενοφερμένοι πατριώτες, είστε και οι πρώτοι πολιτικοί και οι δεύτεροι και οι τρίτοι και οι τέταρτοι και οι πέφτοι και οι έχτοι κι ακόμα εις όλα τα πράγματα της πατρίδας. Αν είχετε αρετή κι ομόνοια, γένονταν αυτά; Διατιμιόταν (=καταστρεφόταν) το δυστυχισμένο, το  αθώο έθνος; Μπαίναν όλοι οι μπερμπάντες παντού». (Απομνημονεύματα). Η γεμάτη θυμοσοφία, επιγραμματικότητα και ζωντάνια γλώσσα του Μακρυγιάννη, η γλώσσα του λαού δεν ταίριαζε στους λογιότατους και σοφολογιότατους, τύπου Κοραή, της εποχής, οι οποίοι πασχίζουν να αναστήσουν την αρχαία ελληνική. Ο Μακρυγιάννης ευτυχώς έκατσε και έμαθε ολίγα κολυβογράμματα, για να μην τρέχει στους καφενέδες-όπως γράφει- και διέσωσε τον αριστουργηματικό λόγο των αγωνιστών. Τα απομνημονεύματα όμως άλλων καπεταναίων είναι υπαγορευμένα στους γραμματικούς, οι οποίοι τα μετέφεραν στην λόγια γλώσσα. Το νεύρο, το πάθος, η μεγαλοσύνη των αγωνιστών μπροστά στον κίνδυνο, στη μάχη, στον θάνατο, γίνονται φιλολογία τυποποιημένη, μεγαλοστομία, φραστικός τραγέλαφος. Ο Τερτσέτης, ο οποίος δεν κατέγραψε τα «απομνημονεύματα» του Κολοκοτρώνη, στην γλώσσα του Γέρου, διασώζει το εξής χαρακτηριστικό επεισόδιο: Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε τον γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο, για να του στείλει τυρί που χρειαζόταν το καταπονημένο στράτευμα. Ο λογιότατος γέμισε δύο-τρεις σελίδες κατεβατό. Με τα κομψά του γράμματα, τους κούφιους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. -«Ακόμα μωρέ;» τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας τον να ιδρώνει και να καθυστερεί. Παίρνει το χαρτί, βλέπει τα κατορθώματα του γραμματικού και φρίττει. Σκίζει ένα κομμάτι χαρτί και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: «Γούμενε, τυρί, Κολοκοτρώνης». Σε μία ώρα είχαν καταφθάσει οι τενεκέδες με το τυρί.
Νόστιμο και χαριτωμένο είναι και το παρακάτω επεισόδιο, πάλι από τον Κολοκοτρώνη. Τέτοια περιείχαν τα παλαιότερα βιβλία γλώσσας, αλλά το νεοταξικό κηφηναριό τα  εξοβέλισε από τα βιβλία για να «χωρέσουν» οι 35 συνταγές μαγειρικής που φιλοξενούν τα «περιοδικά ποικίλης ύλης», όπως απροκάλυπτα ονομάζω τα νυν γλωσσικά εγχειρίδια.
«Κατά την άφιξη του Όθωνα στην Τριπολιτισά έγινε δοξολογία πανηγυρική και ύστερα μίλησε ο λογιώτατος δάσκαλος Λουκάς στο λαό και στο στρατό που είχαν συγκεντρωθεί στην Πόρτα τ’ Αναπλιού. Αφού είπε πολλά και ακαταλαβίστικα ο λογιώτατος βάζει μία φωνή στο πλήθος των φουστανελάδων αγωνιστών:
-Πυρ κροτοβόλει!
Αλλά κανείς δεν καταλάβαινε. Το είπε μια, φώναξε δυο, οι Μωραϊτες κοιτούσαν ο ένας τον άλλο σαστισμένοι. Ώσπου ακούγεται από ένα χαγιάτι η βροντερή φωνή του Κολοκοτρώνη:
-Φωτιά ωρέ!
Και τότε άδειασαν εορταστικά στον αέρα τουφέκια και πιστόλες». (Κ. Σιμόπουλου, «Η Γλώσσα και το Εικοσιένα», εκδ. «ΣΤΑΧΥ», σελ. 63). Και ένα απόσπασμα από το περίφημο γράμμα, που έστειλε το λιοντάρι της Γραβιάς, ο Οδυσσέας Αντρούτσος, στον Αναστάσιο Λόντο. «Τον περισσότερο καιρός της ζωής μου πού τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά, στα καρτέρια των δρόμων. Οι λόγγοι και τα άγρια θηρία είναι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγε Τούρκος από τα χέρια μου αν εζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργιές».
(Κάτι τέτοια όμορφα λόγια μπορεί ο δάσκαλος να τα αναθέτει για ορθογραφία στους μαθητές του-ορθογραφία που καταργήθηκε ως διδακτική δραστηριότητα όπως και η καλλιγραφία. Το κέρδος είναι πολλαπλό: απομνημονεύουν οι μαθητές σπουδαία λόγια ηρώων, ελευθερωτών μας και περιορίζεται ο κίνδυνος να καταντήσουν, αύριο-μεθαύριο, εθνομηδενιστές κουκουλοφόροι, ταμπουρωμένοι σε κάποια «βίλα»).
Και για επίλογο και πάλι ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, το αθάνατο Εικοσιένα διδάσκει και παρηγορεί στους σακάτικους καιρούς μας. Διαβάζεις και από την μια αισθάνεσαι οσμήν ευωδίας και λεβεντιάς και από την άλλη σκέφτεσαι και αηδιάζεις με  τους ανεπρόκοπους γυμνοσάλιαγκες της σήμερον. Αντιγράφω από το περιοδικό «ΓΝΩΣΕΙΣ». (τεύχος 3, 1958, σελ. 46).
<<Ο Κολοκοτρώνης είχε συνείδηση της λιτότητας της μεγάλης αυτής και πατροπαράδοτης ελληνικής αρετής, αυτής που έχει ανεβάσει τη φτώχεια μας στην περιωπή της υπερηφανείας, γιατί είναι συγχρόνως και μια ηθική νίκη κατά του υλισμού. «Την 20ην Ιουλίου 1821 συνέτρωγαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης στους ίσκιους των δέντρων του Άστρους. Γίδα ψητή στρωμένη σε φύλλα, ασκί με ρετσινόκρασο, μισό φλασκί για ποτήρι και μαύρο ψωμί ήταν η ετοιμασία του γεύματος. Όταν εκάθησαν, κόβοντας ο Κολοκοτρώνης το ψητό με τα χέρια του, είπε στον Υψηλάντη: «Αυτά είναι τα χρυσά πηρούνια και τα χρυσά μαχαίρια της Ελλάδας και αυτό το ρετσινάτο είναι τα πολύτιμα κρασιά της». Άρεσε στον φιλόπατριν Υψηλάντην το γεύμα του Κολοκοτρώνη, επειδή εννόησε το πνεύμα του. Ήθελε να τον προλάβει ο Κολοκοτρώνης με μάθημα, αυτόν αναθρεμμένον με όλην την πολυτέλειαν της ευζωϊας, και να του εικονίσει τας δεινοπαθείας του ελληνικού αγώνος>>. Παράδοση είναι η ζωντανή φωνή των κεκοιμημένων και ο Κολοκοτρώνης συνεχίζει τις… παραδόσεις του στο Γένος.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε;


 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του.

Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του».

Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ' όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας.
Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις;

Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος" γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους.

Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.

Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον;

Μη λες, "Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω"" γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.



Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Επιμένοντας Σε Λάθος Εποχή











Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

«Τα λίγα βγαίνουν με κόπο, τα πολλά με… κόλπο»

Θυμάμαι, όταν έπιανε η αντιτρομοκρατική υπηρεσία τα μέλη της «17Ν»,τους κατέτασσε σε… γενιές. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη γενιά εκτελεστών, όπως ακριβώς γίνεται με τα «κλειστά», οικογενειακά επαγγέλματα. Οι παλαιότεροι αποκαλύπτουν και μεταδίδουν στους νεότερους τα μυστικά της τέχνης τους και αυτό λέγεται παράδοση. Και το οργανωμένο έγκλημα, λοιπόν, ακολουθεί γενεαλογικά τις παραδόσεις.
Το 1981 μια συγκεκριμένη οργάνωση ανθρώπων, λιμασμένων για χρήμα, εξουσία και εμφορούμενο από μένος, μνησίκακο και εκδικητικό, αναλαμβάνει την πολυπόθητη εξουσία. Το κέλυφος, κάτω από το οποίο αποκρύπτουν την ιδιοτελειά τους, ονομάζεται κόμμα. Το δέλεαρ για να το ακολουθήσουν οι λεγόμενες «λαϊκές μάζες», είναι μια αερόπλαστη και κρανιοκενής συνθηματολογία. Παφλάζουσες ασημαντολογίες και κραυγαλέοι αφορισμοί γενικότατης φύσεως (και όσο πιο αόριστο και γενικό είναι το περιεχόμενο ενός συνθήματος, μας διδάσκει η κοινωνική ψυχολογία, τόσο μεγαλύτερη εμβέλεια αποκτά) καρυκευμένοι με τις συνήθεις κόρωνες περί εθνικής ανεξαρτησίας – «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» – και κοινωνικής δικαιοσύνης- «αλλαγή», «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία». Ο λαός δε πάντοτε ευκολόπιστος και στο τέλος προδομένος, πείθεται. Την δεκαετία του ’80, λαφυραγωγεί το κράτος η πρώτη γενιά. Ταυτόχρονα εκλύει τις χειρότερες ροπές του νεοελληνικού χαρακτήρα, καλλιεργεί τα ελαττώματα του λαού και όχι τις αρετές του. Την διαφθορά διά του λεγόμενου «πολιτικού χρήματος» και των περιβόητων «διαπλεκόμενων συμφερόντων», που όλοι τα κατήγγειλαν και ουδείς τα αποκάλυπτε, γιατί αφορούσε τους ίδιους και συγγενικά τους πρόσωπα. Τις ραγδαίες αναρριχήσεις αναξιοκρατικώ δικαιώματι και κομματική προωθήσει. Την γενικευμένη ηθική του αμέσου συμφέροντος και του άνομου πλουτισμού- «δωράκι στον εαυτό του»- όπου ο υστερών σε κακοποιό ευρεσιτεχνία ένιωθε ότι κοροϊδοπιάνεται και αυτοαδικείται, με έναν λόγο το κλίμα σκυβαλοκρατίας, λωποδυτοκρατίας και σαλταδορισμού, που η λαϊκή θυμοσοφία συνόψισε ευθύβολα στο απόφθεγμα: «τα λίγα βγαίνουν με κόπο, τα πολλά με κόλπο». (Γ. Καλλιόρη, «εξ επαφής», εκδ. «Αρμός», σελ 13).
Την δεκαετία του 80, εκκολάπτεται ταυτόχρονα και η δεύτερη γενιά των σαλταδόρων και λοιπών κηφήνων, που ανυπομονεί να λάβει τα ηνία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 έρχεται η ώρα της. Χρυσή εποχή για επαγγελματίες συνδικαλιστές, κλεφτοκατσικάδες και λοιπές αναθυμιάσεις και μαγαρισιές που ζητωκραύγαζαν δουλικά το κόμμα. Η μεγάλη λεηλασία του κράτους, χάρις και στην απραξία του λαού, που εθίζεται στην βορβορώδη ευτέλεια και κυρίως στην αίσθηση πως όλα επιτρέπονται άνευ ορίων και χαλινού. (Η τότε αφωνία και έλλειψη αντίδρασης οδήγησε στην τωρινή “πάγκαλη” χαιρεκακία περί του «μαζί τα φάγαμε». Όπως όλοι οι εγκληματίες καταφεύγει στην θρασύδειλη και ανήθικη τακτική της αποφυγής της ευθύνης. Ο ίδιος όμως και τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης νομοθετούσαν και όχι ο λαός. Αν εγώ ο δάσκαλος, αφήνω τους μαθητές μου «να κλέβουν» στα διαγωνίσματα και «να αντιγράφουν», την επόμενη φορά θα έλθουν όλοι αδιάβαστοι. Ποιος είναι υπεύθυνος για την καταστροφή της τάξης; Όλοι μαζί;).
Την δεύτερη αυτή δεκαετία του «χρυσού θερισμού», όπως ονομάζει ο Πλούταρχος την ενασχόληση με την πολιτική, ανδρώνεται και η τρίτη γενιά των… εκτελεστών του λαού, άθλια απολειφάδια της Νέας Τάξης, χωρίς ιθαγένεια, Γραικύλοι, ημιμαθείς φραγκολεβαντίνοι. (Δρούτσας, Μπιρμπίλη, Γερουλάνος, Παπακωνσταντίνου και λοιποί αγνώστου προελεύσεως).
Για την τρίτη γενιά και την «προσφορά» της στον τόπο, δεν υπάρχουν λόγια. Η σκέψη αδυνατεί να ερμηνεύσει με λογικές κατηγορίες τον βίο και την πολιτεία της. Μόνον παρανοϊκός μπορεί να διαρρήξει την κρούστα τρέλας και ψευτιάς που την περιβάλλει.
Τρεις γενιές αχρειότητας και εξαπάτησης ενός ολόκληρου λαού. Κάποιοι θα πουν έγιναν και πράγματα σωστά.
Όμως «προς γαρ το τελευταίο εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται», το τελευταίο συμβάν κρίνει όλα τα προηγούμενα. Τώρα που ξεβράζονται οι απατεωνιές τους, στις οποίες μυούσαν και τις οικογένειές τους, κατανοούμε πλήρως το τι γινόταν όλα αυτά τα χρόνια.
Τώρα ζητούν από τον λαό να δείξει εντιμότητα, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, να μεταμορφωθεί εν μια νυκτί σε πειθαρχημένο πολίτη. Προηγήθηκαν τρεις δεκαετίες θηριώδους διαφθοράς, απαιδευσίας και αναξιοκρατίας. Τώρα είναι αργά. Μόνο αν φύγουν από «το κάδρο» -κατά την ελεεινή φράση- οι υπαίτιοι και κυβερνήσουν άνθρωποι που θα φιλοτιμήσουν τον λαό διά του παραδείγματος τους, θα σωθεί η πατρίδα. Και θα έρθει η ευλογημένη ώρα…
«Η ζωή που εκάναμε μας βοήθησε στην Επανάσταση. Διότι ηξεύραμε τα κατατόπια, τους δρόμους, τους ανθρώπους. Εμάθαμε την πείνα, τη λέρα, την κακοπάθεια. Εσυνηθίσαμε να καταφρονούμε τους Τούρκους», που θα πει έλαβαν συνείδηση της ελευθερίας τους, πριν την αποκτήσουν και εξωτερικά, όπως μας τα ιστορεί ο Κολοκοτρώνης. Τώρα και εμείς μαθαίνουμε την κακοπάθεια και συνηθίζουμε να καταφρονούμε την κομματική λέρα. Κάποια στιγμή θα μας πιάσει το…Ελληνικό μας.
Κάποτε, μια μέρα που συζητούσαν δυο απλοί άνθρωποι, δύο ψαράδες ήταν -γράφει ο Μυριβήλης- για την πίεση που ασκούν οι μεγάλες δεξιές και αριστερές δυνάμεις πάνω στην πολιτική ζωή του τόπου για τα συμφέροντα τους, ο ένας ξεστόμισε μια φράση που με ξάφνιασε. Είπε οργισμένος: «Αν μας πιάσει καμμιά μέρα το Ελληνικό μας…» (περ. «Γνώσεις», 1959).
Αυτό το «Ελληνικό μας» πρέπει να αποκτήσουμε πάλι. Κι αυτό δεν περιέχει λόγια, περιέχει θυσίες, και ονομάζεται Λεωνίδας και Παλαιολόγος και Παπαφλέσσος και Μελάς και Αυξεντίου. Αυτό «το Ελληνικό μας» περιφρόνησε και δεν φρόντισε το κράτος να καλλιεργήσει συστηματικά, εντατικά στην ψυχή της νέας γενιάς, γιατί αυτό είναι που φοβούνται οι εχθροί του Γένους και αυτό υπονόμευσαν με χίλιους τρόπους.
Και για να κλείσουμε, όπως ξεκινήσαμε, για τις τρεις γενιές του… οργανωμένου εγκλήματος, παραπέμπω σ’ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου από το θαυμάσιο «Ευλογημένο καταφύγιο». (σελ. 213):
<<Μια φορά ήταν ένας σουλτάνος αιμοβόρος και τον καταριότανε όλος ο κόσμος. Τη νύχτα γινότανε «τεπτίλι», δηλαδή έβαζε ξένα ρούχα και γύριζε μέσα στο σοκάκια και στα μαγαζιά, για να δει τι έλεγε ο κόσμος γι’ αυτόν. Από παντού άκουγε κατάρες και βλαστήμιες. Μα δεν απελπιζότανε. Δύο-τρία χρόνια έβγαινε στη βόλτα, μα δεν άκουσε μήτε έναν άνθρωπο να πει καλόν λόγο για τον σουλτάνο. Απάνω στα τρία χρόνια, εκεί που περπατούσε ένα βράδυ σ’ έναν δρόμο, μια γριά, πολύ γριά, τον γνώρισε, κι είπε: «Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, μέρες να κόβει ο Αλλάχ από μένα, χρόνια να σου τις δίνει».
Ο σουλτάνος παραξενεύτηκε πώς βρέθηκε άνθρωπος να τον ευχηθεί, και ρώτησε τη γριά τι καλό είχε δει από αυτόν και τον ευχιότανε.
Κι η γριά του είπε: «Εγώ θα σου πω την αλήθεια και δε με μέλει να με σκοτώσεις, γιατί είμαι γριά. Εγώ έφταξα τρεις σουλτάνους, τον παππού σου, τον πατέρα σου κι εσένα».
«Λοιπόν», της λέγει ο σουλτάνος, «τι άνθρωπος ήτανε ο παππούς μου;».
«Ο παππούς σου», λέγει η γριά, «ήτανε κακός άνθρωπος. Κρέμαζε, παλούκωνε, έσφαζε».
«Κι ο πατέρας μου;» τη ρωτά ο σουλτάνος.
«Ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου», λέγει η γριά.
«Κι εγώ», τη ρωτά ο σουλτάνος, «τι άνθρωπος είμαι;».
«Εσύ είσαι πιο παλιάνθρωπος από τον πατέρα σου».
«Και τότε, γιατί με πολυχρονίζεις;», τη ρωτά πάλι ο σουλτάνος.
«Σε πολυχρονίζω, επειδή ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου, κι εσύ χειρότερος από τον πατέρα σου, παρακαλώ τον θεό να σε πολυχρονίζει, γιατί αυτός που θα ‘ρθει ύστερ’ από σένα, θα ‘ναι ακόμα χειρότερος!>>.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Eίμαι ένα μικρό παιδάκι


Είμαι ένα μικρό παιδάκι,
ταπεινό και Σε υμνώ,
Θεέ μου, κάνε η προσευχή μου,
(να ανεβεί στον ουρανό.)

Στείλε μου άγγελο προστάτη,
που η ψυχή μου λαχταρά,
κάνε, Θεέ μου, να με βάλει
(κάτω απ' τα άσπρα του φτερά.)

Δείξε μου τον ίσιο δρόμο
και τη στράτα την καλή,
κάνε ν' αγαπώ τον κόσμο
(κι από μένα πιο πολύ.)


Eίμαι ένα μικρό παιδάκι







ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΤΕΡ ΘΕΑΓΕΝΗ!!!

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος 2013!!


Δύσκολη χρονιά για όλους η φετινή.
Πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή, κουράγιο, δύναμη και, το κυριότερο, να μην αφήσουμε τις απαισιόδοξες σκέψεις να μας καταβάλουν. 
Ας εστιάσουμε στα οράματα, τα υψηλά ιδανικά, τον ιδεαλισμό και την πνευματική ανάπτυξη.  
Με αγάπη, ομόνοια και θεϊκή ευλογία δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρουμε!

Σας ευχόμαστε όλα τα χρόνια σας να λάμπουν σαν το χρυσάφι από Υγείαυημερία ,Ευτυχία, και Αγάπη!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!!!!!