Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Παρελάσεις: υπόμνηση ηρωισμού και φιλοπατρίας

«Γιορτάζουμε το ΟΧΙ, γιατί αν γιορτάζαμε το ΝΑΙ, θα είχαμε κάθε μέρα επέτειο»

«Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράττεται, πάλιν την κεφαλήν…» της δύσμοιρης ιστορίας επί πίνακι ζητεί.


Η Ηρωδιάς της πατρίδας μας, το ΠΑΣΟΚ, δυσφορεί για την παρουσία αρμάτων μάχης στις παρελάσεις. Βέβαια αυτό είναι το κέλυφος, το πρόσχημα. Στόχος του η κατάργηση των εθνικών παρελάσεων. Επειδή ψυχορραγεί και κείτεται πτώμα άταφο, τυμπανιαίας αποφοράς, πλειοδοτεί σε προοδομανία (ή προδοτικομανία) κάνοντας «τα γλυκά μάτια» στο έτερον κομματικό απολειφάδι, την ΔΗΜΑΡ. Τους ενδιαφέρει μόνον να μπουν στην Βουλή, να εκλεγούν… Ηρωισμός; Τι είναι αυτό; τρώγεται;

Ας αφήσουμε όμως τα… υποκείμενα και ας ασχοληθούμε με τα κείμενα, για να ανασάνουμε λίγο. Πόσο μπορείς να αντέξεις τις λεκτικές αναθυμιάσεις του ψευτο-Βαγγέλη και της κυρά-συνωστισμένης;

«…δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ/γλυκύ χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος/αν δεν ήταν πίσω μιας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν». Στους τρεις αυτούς εξαίσιους στίχους, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, συνοψίζει το μεγαλείο του Έπους του ’40. Η ελληνική ιστορία έχει μία ιδιοτυπία, μοναδική ίσως στην οικουμένη.

Είναι ιστορία αδιάλειπτων αγώνων για επιβίωση. Αμύνεται απεγνωσμένα ο Ελληνισμός επί είκοσι πέντε αιώνες, πάντοτε ολομόναχος. Χωρίς φυλετικές συγγένειες και αλληλεγγύη, χωρίς ιστορικούς συμμάχους, χωρίς φιλία, εδαφική και πολιτιστική, ενδοχώρα. «Έθνος μονήρες και ανάδελφον» φαγώθηκε, φαγώνεται, αλλά μένει πάντα η μαγιά. Σταυρώθηκε ο Ελληνισμός από ξένους και βαρβάρους, πολιτισμένους και απολίτιστους, πολλές φορές όμως και από τους δικούς μας, τους εφιάλτες και μηδίζοντες, παλαιούς και νέους, αλλά «ιδού ζώμεν».

Και «ζώμεν» γιατί ζει η μνήμη, η οποία διασώζει τα τιμαλφή της ιστορίας μας. Αν σβήσει η μνήμη, θα καταντήσουμε διά παντός ανάξιοι λόγου καταναλωτές και ηδονοθήρες. Τη μνήμη συντηρούν και οι εθνικές μας γιορτές. Μία γιορτή είναι πανηγύρι, πάει να πει ομαδικό ξεφάντωμα, κοινό γλέντι, έκφραση εσωτερικής ελευθερίας και εξωτερικής υπερηφάνειας και χαράς. Μια εθνική γιορτή είναι το τραγούδι της αυτοκατάφασης του λαού.

Η γενιά του ’40, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, αγωνίστηκε για την διάσωση της ταυτότητάς της, για το «ντροπή να ντροπιαστούμε». Λένε κάποιοι χαμαίζηλοι πώς, αν αποφεύγαμε τον πόλεμο, θα γλιτώναμε την καταστροφή της τριπλής κατοχής. Μικροί άνθρωποι, τιποτένιες σκέψεις.

«Αν σήμερα έχουμε λιγάκι ειρήνη, ξέρεις τι έχουν τραβήξει οι παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάστηκαν; Τώρα τίποτε δεν θα είχαμε, αν δεν θυσιάζονταν εκείνοι.

Και κάνω μία σύγκριση: πώς τότε, ενώ κινδύνευε η ζωή τους, κρατούσαν την πίστη τους, και πώς τώρα, χωρίς καμιά πίεση, όλα τα ισοπεδώνουν! Όσοι δεν έχουν χάσει την εθνική τους ελευθερία δεν καταλαβαίνουν. Τους λέω: Ο Θεός να φυλάξει να μην έρθουν οι βάρβαροι και μας ατιμάσουν! Και μου λένε: Και τι θα πάθουμε; Ακούς κουβέντα; Άντε να λείψετε, χαμένοι άνθρωποι! Τέτοιοι είναι οι άνθρωποι σήμερα. Δωσ’ τους χρήματα, αυτοκίνητα και δεν νοιάζονται ούτε για την πίστη ούτε για την τιμή ούτε γιά την ελευθερία.

Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες, την οφείλουμε στο Χριστό και τους Αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και την ελευθερία μας στους ήρωες της Πατρίδας μας, που έχυσαν το αίμα τους για μας. Αυτήν την αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε και όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας».

Είναι λόγια του οσιακής μνήμης Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη. Κάποιοι «χαμένοι άνθρωποι», στεγνοί, αφιλοπάτριδες προτείνουν αυτές τις μέρες να καταργηθούν οι παρελάσεις. Πάλι τη νέα γενιά να μαγαρίσουν. Πάλι τα εθνομηδενιστικά δηλητήρια καμουφλαρισμένα κάτω από το κέλυφος της δήθεν προοδευτικότητας.

«Είναι μεταξικό κατάλοιπο». «Οι μαθητικοί σχηματισμοί παραπέμπουν σε στρατιωτικά αγήματα. Θα γίνουν οι μαθητές πολεμοχαρείς». «Να συμμετέχουν όσοι θέλουν, να γίνει σε προαιρετική βάση». «Να αντικατασταθούν με κάτι άλλο, ίσως πολιτιστικά δρώμενα.
(Μία παράσταση κουκλοθεάτρου ή μία συναυλία με την Κοκκίνου ή Πρασίνου για παράδειγμα).

Χύνονται ποταμηδόν τα φαρμάκια, μαυρίζουν και εξουθενώνουν την ψυχή του λαού, ηττοπάθεια παντού. Και όλα αυτά τα ρυάκια με τα απόβλητα και τις ασχημονίες εκβάλλουν στο σχολείο.

Πήρε ένα μάθημα με το τρισάθλιο βιβλίο ιστορίας, το νεοταξικό κηφηναριό, πριν από 6 χρόνια και, αντί να λουφάξει, συνεχώς επανέρχεται με νέες-καινές και κενές-«προοδευτικές» προτάσεις: να καταργηθούν οι παρελάσεις, καθιερώθηκαν πρώτα στο ναζιστικό έρεβος. Το τελευταίο εντάσσεται στην τακτική της ιδεολογικής τρομοκρατίας

(Παρένθεση. Μετά την επιβολή της δικτατορίας ο Γ. Σεφέρης έγραψε ένα λακωνικότατο επίγραμμα. «Ελλάς πυρ! Ελλήνων πυρ! Χριστιανών πυρ. Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;». Είναι σαφής η αποστροφή του ποιητή για την κενότητα και την φαιδρή καπηλεία του Ελληνισμού από τη Χούντα. Σήμερα ισχύει απόλυτα η επιγραμματική του αναφορά. Με τη διαφορά πώς οι λέξεις «Ελλάδα» και «Χριστιανός» δολοφονούνται από τον συνασπισμένο φασισμό της προοδομανίας. Είχε δίκιο ο Κολοκοτρώνης, όταν προφητικώς παρότρυνε πώς «αν δεν τους παστρέψουμε, οι καλαμαράδες θα μας χαλάσουν το έθνος»).

Οι παρελάσεις, ιδίως για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου, επιτελούν έξοχο παιδαγωγικό ρόλο. Μπορεί στα γυμνάσια και λύκεια, εξαιτίας της απρεπούς εμφάνισης των μαθητριών, να υπάρχει κάποιος εκφυλισμός, δεν παύουν όμως να συγκινούν και να σκορπούν ελπίδα στον απλό λαό που τις παρακολουθεί. (Οι προκομμένες οι μάνες φταίνε γι’ αυτή την εξαλλοσύνη).

Το συγχρονισμένο βήμα και οι στοιχισμένοι σχηματισμοί καταλείπουν στα παιδιά ένα αίσθημα πειθαρχίας, εν μέσω μιας εκπαίδευσης που κλονίζεται από την παραλυτική λογική του κάνω ό,τι μου γουστάρει, έχω μόνο δικαιώματα και καμμιά υποχρέωση. (Χωρίς πειθαρχία ακυρώνεται η διδακτική πράξη. Είναι γνωστά αυτά). Ο λαός μας-αυτός ο προδομένος, κατασυκοφαντημένος και λοιδορούμενος λαός-«όταν θολώνει ο νους του, όταν τον βρίσκει το κακό» στρέφεται στις ένδοξες στιγμές του βίου του, για να αντλήσει καύχηση.

Οι παρελάσεις, τις δύο ή τρεις αυτές ημέρες του χρόνου, του υπενθυμίζουν «τί έχασε, τι έχει, τι του πρέπει». Την ημέρα της παρέλασης συνάζεται η ρωμέηκη κοινότητα, βλέπει, καμαρώνει τα παιδιά της και εκφράζει τη χαρά και την υπερηφάνεια της. Και τα παιδιά διδάσκονται, νιώθουν το βαρύ αίσθημα «του ανήκειν» σε μία πατρίδα.

Η αυτοκτόνος σήμερα λειτουργία της Παιδείας μας, ελάχιστα συμβάλλει σ’ αυτό που κάποτε λέγαμε αυτογνωσία και εθνική ομοψυχία. Οι παρελάσεις αναδίδουν άρωμα φιλοπατρίας και ηρωισμού και γι’ αυτό ποινικοποιούνται από τα απομεινάρια του κοσμοπολιτισμού. Γνωρίζουν οι μαθητές πως αυτή η μέρα είναι αφιερωμένη στους ήρωες, στους νεκρούς πολεμιστές. Και αυτό είναι πολύ καλό.

Και κλείνω μ’ ένα κείμενο που μοσχοβολά σαν το Τίμιο Ξύλο. Είναι λόγια ενός πολεμιστή του Σαράντα. Περιέχεται στο βιβλίο «Το περιβόλι των Θεών» του Χρ. Ζαλοκώστα (εκδ. «ΕΣΤΙΑΣ», σελ. 135-136).

Εκείνοι οι «μεταξένιοι» άνθρωποι, όταν έλεγαν Ελλάδα εννοούσαν τάφο. Λόγος εθνικός, γι’ αυτούς ήταν να μιλάς μες από το μνήμα.

«Πώς κατάφεραν οι οπαδοί του Ντούτσε με τέτοιους ευνοϊκούς αμυντικούς όρους να χάνουν τα βουνά που υπερασπίζονταν;

Την απάντηση σ’ αυτό το ρώτημα δεν αρκεί να τη δώση το απόλεμο τάχα του ιταλικού λαού, γιατί δεν χρειάζεται θάρρος να μάχεσαι ταμπουρωμένος πίσω από μπετόν αρμέ, βαριά οπλισμένος και ανώτερος σε αριθμό. Την απάντηση την έδωσε Έλληνας τραυματίας όταν ο πρωθυπουργός επιθεωρούσε το νοσοκομείο “Ευαγγελισμός” και στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι κάποιου φαντάρου και τον ρώτησε:

– “Πού πληγώθηκε εσύ, παιδί μου;”.
– “Στο Ιβάν!”.
– “Ε, το Ιβάν το τιμωρήσαμε. Έπεσε χθες το βράδυ”.
– “Ναι, έπεσε, κύριε, Πρόεδρε. Θα μπορούσε όμως να είχε πέσει εδώ και πέντε μέρες. Όταν βρήκαμε την πρώτη αντίσταση έπρεπε ΝΑ ΜΑΣ ΘΥΣΙΑΣΗ ο συνταγματάρχης μας. Θα το παίρναμε από τότε!”.

Ο συγκινητικός αυτός λόγος δείχνει πόσο μακριά πάει το πολεμικό υφάδι μέσα στο πανί του Ελληνισμού. Οι φαντάροι δεν δέχονταν να λογαριάζουν οι αρχηγοί τους τις απώλειες, τα διάφορα Ιβάν θέλαν να τα ρίχνουν με το πρώτο κι ας σκοτώνονταν οι ίδιοι. Στρατιώτες με τόση ψυχή δεν κρατιούνται ούτε από άρματα ούτ’ από όλμους».Γι’ αυτό νίκησαν…. Θα το παίρναμε από τότε!”.

Ο συγκινητικός αυτός λόγος δείχνει πόσο μακριά πάει το πολεμικό υφάδι μέσα στο πανί του Ελληνισμού. Οι φαντάροι δεν δέχονταν να λογαριάζουν οι αρχηγοί τους τις απώλειες, τα διάφορα Ιβάν θέλαν να τα ρίχνουν με το πρώτο κι ας σκοτώνονταν οι ίδιοι. Στρατιώτες με τόση ψυχή δεν κρατιούνται ούτε από άρματα ούτ’ από όλμους».

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Κοινότητες Ρωμηών



Με αφορμή την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης τον Μαρτιο του 1821, θα αναφερθούμε σε μερικές πτυχές του κοινοτικού τρόπου διοίκησης των Ρωμηών στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί ο θεσμός αυτός συνέβαλε τα μέγιστα για την αυτοσυνειδησία του υπόδουλου Γενους.
Τις απαρχές του κοινοτικού συστήματος θα πρέπη, σύμφωνα με τούς ιστορικούς, να τις αναζητήσουμε κατά βάσιν στο Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αυτό που οι προπαγανδιστές ιστορικοί της Δυσης μας έμαθαν να ονομάζουμε “Βυζαντινή Αυτοκρατορία”. Σιγουρα ο κοινοτικός θεσμός είναι απόρροια του Ορθοδόξου Εκκλησιαστικού τρόπου ζωής και δεν βασίζεται σε οικονομικά κριτήρια, αλλά σε πνευματικά, γι α?τ? είναι φιλάδελφος και φιλάνθρωπος. Αναδύεται, μάλιστα, μέσα από τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, που εισήγαγε τον 4ο αιώνα για τούς μοναχούς ο Μεγας Βασίλειος, και από τον τρόπο οργάνωσης της Εκκλησίας. Η ελευθερία και η “αυτονομία” των κατά τόπους επισκοπών, με το συνοδικό σύστημα ως έκφραση ενότητας, απετέλεσε το πρότυπο διοικητικής αποκέντρωσης, και οι συνεδριάσεις των συνόδων αναβίωσαν, κατ ?ναλογ?αν, τις συνεδριάσεις της “εκκλησίας του δήμου”. Επιπλέον, στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, η Ενορία υπήρξε χώρος όχι μόνο λατρευτικών, αλλά και κοινωνικών συνάξεων, όπου επιλύονταν τα διάφορα προβλήματα.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ο θεσμός των κοινοτήτων παρέμεινε. Η ορθόδοξη ενορία αποτελούσε ανέκαθεν τον χώρο σύναξης της κοινότητας για την επίλυση των προβλημάτων της καταδεικνύοντας ότι ο διαχωρισμός του θρησκευτικού και κοινωνικού (άρα πολιτικού) χώρου είναι τεχνητός, αφού η ζωη είναι ενιαία στην έκφρασή της. Ωστόσο οι εξουσίες —η καλύτερα οι διακονίες του Σωματος— ήταν διακριτές. Την πνευματική διακονία ανελάμβανε η εκκλησιαστική ηγεσία και την πολιτική οι άρχοντες. Γι α?τ? παρατηρούμε ότι στην ιστορική πορεία της Ρωμηοσύνης δεν αναδύθηκαν φαινόμενα κληρικοκρατίας. Οι δύο εξουσίες όμως συνεργάζονταν επ ?φελε?α του υπόδουλου Γενους.
Οι Πρόκριτοι ήταν αιρετοί από τον λαο και κατά κανόνα οι πιο εύποροι και εγγράμματοι, ώστε απερίσπαστα να επιδοθούν στο έργο τους και να ανταποκριθούν καλύτερα στην αποστολή τους. Οι αρμοδιότητές τους κάλυπταν όλο το φάσμα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου και ήταν υπόλογοι στην οθωμανική εξουσία για λογαριασμό της κοινότητας. Γι α?τ? και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός στα κηρύγματά του ζητούσε από τούς Ρωμηούς να προσεύχονται για τούς Προεστούς συμπληρώνοντας: “Ο,τι χρεία τύχη της χώρας, τούς προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθαι ξέγνοιαστοι”. Όσον αφορά το φιλάνθρωπο και το φιλάδελφο πνεύμα που επικρατούσε, αναφέρουμε το κλασικό παράδειγμα των φόρων της κοινότητας. Όταν κάποιος αδυνατούσε να πληρώση τούς φόρους, η κοινότητα ανελάμβανε να καλύψη το έλλειμμα και πάντοτε ο καταμερισμός των οικονομικών βαρών γινόταν, σύμφωνα με τον Ν. Σβορώνο, δίκαια (“ισότιμη κατανομή της πενίας”).
Η Εκκλησία από την πλευρά της με κηρύγματα ενίσχυε τον κοινοτικό θεσμό, γιατί ήταν εγγυητής της ομαλής πορείας του Γενους. Οι κληρικοί μάλιστα ήταν οι πυρήνες της κοινοτικής οργάνωσης και σε πολλές περιπτώσεις οι σπουδαιότεροι.
Θα πρέπη να σημειώσουμε εδώ ότι στις περιοχές όπου επικράτησαν, πριν από την τουρκοκρατία, οι Φράγκοι, το ορθόδοξο πνεύμα είχε αλλοιωθή από την επίδραση του δυτικού φεουδαρχικού συστήματος και ο κοινοτισμός δεν λειτουργούσε.
Όταν το ελεύθερο πλέον ελληνικό κρατίδιο απεμπόλησε τον θεσμό, ο Ιων Δραγούμης (1878-1920) κατηγόρησε ανοιχτά το ελληνικό κράτος γιατί κατάργησε ουσιαστικά την τοπική αυτοδιοίκηση (τις κοινότητες δηλαδή), που είναι ο τύπος του ελληνικού τρόπου υπάρξεως.-

Παναγιώτη Μελικίδη, Θεολόγου

Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου


Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας παρουσίαση ορισμένων επιμέρους συμπερασμάτων από την τρίτομη “Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου”, σε επιμέλεια της κ. Α. Λαΐου.


Όσοι ασχολούνται με τη Βυζαντινή Ιστορία είχαν διαπιστώσει από χρόνια ένα σημαντικό κενό στις γνώσεις μας γιά αυτή τήν εποχή. Ενώ γενικά γνωρίζουμε αρκετά γιά τήν πολιτική, στρατιωτική καί εκκλησιαστική Ιστορία, γιά τήν τέχνη καί τον πολιτισμό, γνωρίζουμε ελάχιστα γιά τήν οικονομική Ιστορία της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Καί ωστόσο, ένα από τά πιό πετυχημένα καί μακρόβια κράτη στήν Ιστορία της Ευρώπης δέν μπορεί παρά νά βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σέ μιά ισχυρή οικονομία καί μιά συνετή δημοσιονομική πολιτική. Μεμονωμένες προσπάθειες κάλυψης του κενού ασφαλώς υπήρξαν, και θα μπορούσε κάποιος νά αναφέρη τά ονόματα των Οστρογκόρσκυ, Λεμέρλ, Σβορώνου καί άλλων, πού ασχολήθηκαν ιδιαίτερα μέ τήν αγροτική οικονομία καί το ερώτημα του εκφεουδαλισμού, αλλά έλειπε η μεγάλη συνθετική μελέτη της εποχής. Τό κενό αυτό έρχεται νά καλύψη η τρίτομη "Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου", ένα ογκώδες συλλογικό έργο πού εκδίδεται ταυτόχρονα στά ελληνικά από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας καί στά αγγλικά από το Dumbarton Oaks Center του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Τή συνολική επιμέλεια του έργου έχει η ακαδημαϊκός κ. Αγγελική Λαΐου, καί στή συγγραφή του συμμετείχαν πάνω από τριάντα ερευνητές από διάφορες χώρες. (Αξίζει νά σημειωθή, ως χαρακτηριστικό της τεχνολογικής εποχής μας, ότι τή στιγμή πού γράφεται αυτή η παρουσίαση το έργο δέν έχει εκδοθεί. Ωστόσο εδώ καί μερικούς μήνες η αγγλική έκδοση, χωρίς τήν εικονογράφηση, είναι διαθέσιμη δωρεάν στο Διαδίκτυο, στήν ηλεκτρονική διεύθυνσή του Dumbarton Oaks: www.doaks.org).
Άν καί είναι δύσκολο νά παρουσιαστή ένα τέτοιο επιβλητικό έργο σέ λίγες γραμμές, πρέπει νά τονιστή ότι πρόκειται για μιά έκδοση η οποία καλύπτει σχεδόν όλες τίς όψεις της οικονομικής ζωής πού θά μπορούσε νά διανοηθή κάποιος. Υπάρχουν κεφάλαια γιά τον πρωτογενή τομέα (ακόμη καί γιά τά ορυχεία), γιά τή μεταποίηση (μεταλλουργία. υφαντουργία, κλπ.), γιά το εμπόριο, τη ναυτιλία, τη νομισματική κυκλοφορία, το ρόλο του κράτους στήν οικονομία, τούς μισθούς καί τίς τιμές, τίς διεθνείς οικονομικές σχέσεις καθώς επίσης καί γιά τήν οικονομική ιδεολογία αυτού του κράτους, η οποία διέφερε ριζικά από τήν καπιταλιστική ιδεολογία της νεώτερης εποχής. Βέβαια, ο αναγνώστης δέν θά βρή κεφάλαια γιά τά δυό προβλήματα πού αποτελούν τον πυρήνα των σημερινών εγχειριδίων μακροοικονομικής θεωρίας, δηλαδή τον πληθωρισμό και την ανεργία. Οι τιμές παρέμειναν σταθερές στο Βυζάντιο, τουλάχιστο μέχρι τά τέλη του 11ου αιώνα, ενώ η ανεργία είναι μιά λέξη που εμφανίστηκε μετά τήν εξάπλωση του καπιταλιστικού συστήματος.
Ένα τόσο εκτεταμένο έργο είναι αναπόφευκτα άνισο. Ορισμένα κεφάλαια περιέχουν πρωτογενή έρευνα από τους συγγραφείς, κάτι που θα ταίριαζε περισσότερο ως δημοσίευση σέ εξειδικευμένο βυζαντινολογικό περιοδικό. Αυτά τά κεφάλαια είναι κάπως εξεζητημένα γιά το μέσο αναγνώστη (π.χ. τά κεφάλαια γιά τά ναυάγια ή τίς ανασκαφές σέ συγκεκριμένες πόλεις). Όπως όμως εξηγεί η επιμελήτρια στήν εισαγωγή, κρίθηκε χρήσιμη η συνδρομή των αρχαιολόγων, διότι η άντληση πληροφοριών από τίς γραπτές πηγές έχει φτάσει στά όρια της καί νέα στοιχεία μπορούν νά προκύψουν κυρίως από τήν αρχαιολογική έρευνα. Άλλα κεφάλαια αποτελούν τή σύνθεση πολλών ερευνητικών προσπαθειών καί παρουσιάζουν τά συμπεράσματα του συγγραφέα, γι' αυτό καί διαβάζονται μέ μεγαλύτερο ενδιαφέρον (γιά παράδειγμα το συναρπαστικό κεφάλαιό του G. Dagron γιά τήν "αστική οικονομία από τον 7ο ως τον 12ο αιώνα", το κεφάλαιό του J. Lefort γιά τήν οικονομία της υπαίθρου ή το κεφάλαιό της Άν. Αβραμέα γιά τίς οδικές καί θαλάσσιες συγκοινωνίες). Παρενθετικά, αξίζει νά σημειωθή ότι ως ημερομηνία έναρξης της βυζαντινής εποχής τίθεται ο 7ος αιώνας, όπως συνηθίζεται τελευταία από τούς ιστορικούς. Οι προηγούμενοι αιώνες θεωρούνται πλέον ότι ανήκουν στήν "Ύστερη Αρχαιότητα".
Ποιό είναι το γενικό συμπέρασμα από τήν ανάγνωση αυτής της πανοραμικής σύνθεσης; Πάνω από όλα, μιά βαθύτερη εκτίμηση του κρατικού επιτεύγματος των προγόνων μας, το οποίο μπορεί νά κριθή θετικά ακόμη καί μέ σημερινά κριτήρια. Ο θαυμασμός γιά το Βυζάντιο ασφαλώς θά αυξηθή μετά τήν ανάγνωση αυτού του έργου, καί μάλιστα θά είναι πιό τεκμηριωμένος από ό,τι στο παρελθόν.
Πέρα από το γενικό συμπέρασμα, υπάρχει ένας μεγάλος πλούτος ειδικότερων συμπερασμάτων τά οποία θά άξιζε νά αναφερθούν στή συνέχεια.
Μιά από τίς βασικότερες λειτουργίες του οικονομικού συστήματος είναι ο καθορισμός της τιμής ενός αγαθού ή μιάς υπηρεσίας. Στό καπιταλιστικό σύστημα η τιμή καθορίζεται από τή ζήτηση καί τήν προσφορά. Ο μηχανισμός αυτός έχει πολλά πλεονεκτήματα, όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Γίνεται προβληματικός άν εφαρμοστή σέ μιά εποχή όπως ο μεσαίωνας, όταν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας εξαρτάται από τήν αγροτική παραγωγή καί αυτή από τίς διακυμάνσεις του καιρού. Περίοδοι εκτεταμένης ανομβρίας προκαλούν έλλειψη βασικών ειδών διατροφής καί τότε ο μηχανισμός ζήτησης-προσφοράς οδηγεί σέ απότομη άνοδο της τιμής των τροφίμων και, συνεπώς, στο θάνατο όσων δέν έχουν αρκετά χρήματα γιά νά αγοράσουν τήν πανάκριβη πλέον τροφή τους. Όπως είναι λογικό, στο μεσαίωνα η εξισορρόπηση ζήτησης - προσφοράς μέσω της τιμής δέν ήταν αποδεκτός τρόπος λειτουργίας της οικονομίας.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα του πώς διαμορφώνονταν οι τιμές στο Βυζάντιο. Επειδή το έργο ασχολείται μέ τήν οικονομική Ιστορία καί όχι μέ τήν Ιστορία της οικονομικής σκέψης, η σχετική ανάλυση είναι περιορισμένη καί ο αναγνώστης παραπέμπεται σέ επόμενη έρευνα της κ. Λαΐου πού ετοιμάζεται προς έκδοση. Από ό,τι φαίνεται, στο Βυζάντιο δέν αναπτύχθηκε συστηματική θεωρητική διερεύνηση, όπως στή Δύση, γιά τήν έννοια της "δίκαιης" τιμής. Στήν πράξη, η τιμή διαμορφωνόταν είτε μέ διαπραγμάτευση των ενδιαφερόμενων πλευρών, είτε από τή συνολική ζήτηση καί προσφορά είτε μέ κρατική ρύθμιση του ποσοστού κέρδους, στήν οποία θά επανέλθουμε παρακάτω. Υπήρχε δηλαδή μιά ευρεία καί ελαστική έννοια της "δίκαιης" τιμής. Οπωσδήποτε είναι ενδιαφέρον ότι παρατηρείται μιά πιό σφαιρική καί ισορροπημένη αντίληψη γιά τούς τρόπους διαμόρφωσης της τιμής σέ σχέση μέ τον σημερινό "φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς". Η αντίληψη αυτή σχετιζόταν μέ μιά φιλάνθρωπη προσέγγιση, σύμφωνα μέ τήν οποία ήταν απαράδεκτη η εκμετάλλευση ενός ανθρώπου πού βρίσκεται σέ έκτακτη ανάγκη. Είναι ενδιαφέρον ότι ο απόηχος αυτής της αντίληψης διατηρήθηκε στον πολύ λαό ως τίς μέρες μας καί επιζεί στίς διάφορες διαμαρτυρίες γιά "κερδοσκοπία", παρόλο πού το θεμέλιο ακριβώς του καπιταλιστικού συστήματος είναι ο σκοπός της μεγιστοποίησης του κέρδους μέσα στον ελεύθερο ανταγωνισμό.
Παρεμπιπτόντως, αυτό πού είναι απροσδόκητο είναι ότι δέν καταγράφονται παραδείγματα επιβολής τιμών από το κράτος, όπως είχε συμβεί επί Διοκλητιανού ή όπως συνέβαινε στά πρόσφατα κομμουνιστικά καθεστώτα. Η διαπίστωση αυτή, μαζί μέ τήν αντίληψη γιά το κέρδος στήν οποία θά αναφερθούμε παρακάτω, επιβεβαιώνει ότι η οικονομική ζωή στο Βυζάντιο ήταν σέ μεγάλο βαθμό ελεύθερη καί όχι κεντρικά κατευθυνόμενη. Επομένως οι υποστηρικτές της άποψης ότι "όλοι οι υπήκοοι του κράτους ήταν αιχμάλωτοι του αυτοκράτορα" (Guillou, "Βυζαντινός πολιτισμός", 1974) ή ότι κύριο γνώρισμα του βυζαντινού ανθρώπου ήταν η "ατομικότητα χωρίς ελευθερία" (Kazhdan, "People and Power in Byzantium", 1982) θά πρέπη νά ανατρέξουν σέ άλλες σφαίρες της δημόσιας ζωής γιά νά αντλήσουν αποδείξεις.
Ταυτόχρονα, το κράτος διατηρούσε το δικαίωμα νά παρεμβαίνη κατά περίπτωση γιά νά διορθώνη τίς κοινωνικές αδικίες τίς οποίες προκαλεί η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών. Η παρέμβαση έπαιρνε τή μορφή ρύθμισης του ποσοστού κέρδους. Οι έμποροι καί οι μαγαζάτορες δικαιούνταν ένα "δίκαιο" ποσοστό κέρδους, αλλά γιά νά αυξήσουν το συνολικό κέρδος τους θά έπρεπε νά πουλήσουν περισσότερα εμπορεύματα καί όχι νά αυξήσουν τήν τιμή, εκμεταλλευόμενοι πρόσκαιρες διακυμάνσεις της ζήτησης καί της προσφοράς.
Αντίστοιχες κρατικές παρεμβάσεις παρατηρούνται στο ζήτημα της μεγάλης ιδιοκτησίας, όπου η παρέμβαση αποσκοπεί στο νά αποτρέψη τήν υπερβολική συσσώρευση πλούτου καί τήν καταπίεση των οικονομικά ασθενέστερων. Αυτή ήταν μιά ακόμη διαφορά του βυζαντινού κράτους από τά δυτικά μεσαιωνικά κράτη. Στή Δύση, λόγω της ανυπαρξίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, η αποκέντρωση επέτρεπε στούς τοπικούς φεουδάρχες νά επεκτείνονται ανεμπόδιστα σέ βάρος των μικρών ιδιοκτητών. Η εξασθένηση του βυζαντινού κράτους μετά τον 11ο αιώνα φαίνεται ότι οφείλεται, μεταξύ άλλων, στήν επικράτηση ισχυρών αποκεντρωτικών τάσεων καί φεουδαρχικών προτύπων.
Συνολικά, στο Βυζάντιο διατηρήθηκε η επιρροή μιάς αριστοτελικής προσέγγισης σχετικά μέ τήν υπολανθάνουσα τριβή ανάμεσα στήν ελευθερία των συναλλαγών καί στήν επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ήταν, δηλαδή, γνωστό κάτι πού προσπάθησε νά υποβαθμίση ή καί νά αγνοήση η κυρίαρχη σήμερα φιλελεύθερη οικονομική θεωρία: ότι η ελεύθερη συναλλαγή ανάμεσα στον ισχυρό καί στον αδύναμο δέν οδηγεί σέ δίκαιο αποτέλεσμα. 
 ........................
β) Ένα από τα πιό αμφιλεγόμενα ζητήματα που δίχασαν την Μεσαιωνική Δύση ήταν το αν επιτρέπεται ο δανεισμός με τόκο. Η δυτική Θεολογία κατέληξε στην πλήρη απαγόρευση του τόκου, προκαλώντας ποικίλα κοινωνικά προβλήματα. Μάλιστα, η αντίδραση σε αυτήν την απαγόρευση βοήθησε τούς Προτεστάντες να οικοιοποιηθούν την ανερχόμενη αστική τάξη, εξέλιξη που συνέβαλε στην αλματώδη εξάπλωση του καπιταλιστικού συστήματος μετά την απαλλαγή του από τούς περιορισμούς της παπικής Θεολογίας.
Αντίθετα, στο Βυζάντιο, ο αναγνώστης θα διαπιστώση, μάλλον με έκπληξη, μιά πιό ισορροπημένη προσέγγιση. Ο τόκος απαγορευόταν γενικά στούς κληρικούς, αλλά επιτρεπόταν στούς λαϊκούς, είτε ως αμοιβή του κεφαλαίου που επενδύουν, είτε ως αποζημίωση για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν (π.χ. δανείζοντας τούς εμπόρους που μεταφέρουν μέσω θαλάσσης προϊόντα από μακρινούς τόπους). Στή συνέχεια, το κράτος έθετε ανώτατο όριο στα επιτόκια, ώστε να αποτρέψη την τοκογλυφία. Η κινητικότητα του κεφαλαίου, την οποία επέτρεπε ο έντοκος δανεισμός, συνετέλεσε ασφαλώς στην μεγαλύτερη ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας στο Βυζάντιο, σε σχέση με την Δύση και τον Μουσουλμανικό κόσμο (που απαγόρευαν τον τόκο).
γ) Ο βαθμός ανάπτυξης της βυζαντινής οικονομίας, που, βέβαια, δεν μπορεί να υπολογιστή λόγω έλλειψης στοιχείων, τεκμαίρεται έμμεσα από τον βαθμό “εγχρηματισμού”, δηλαδή το ποσοστό της οικονομίας, στο οποίο οι συναλλαγές διενεργούνται με χρήμα (και όχι με τον πιό πρωτόγονο τρόπο της ανταλλαγής προϊόντων). Μέ διάφορες σύνθετες μεθόδους και χρήση διάσπαρτων στοιχείων, η Morrisson υπολογίζει αυτό το ποσοστό σε 45%, δηλαδή μέγεθος που η Δυτική Ευρώπη έφτασε αρκετούς αιώνες αργότερα.
δ) Ένα από τα αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά της βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν η ευελιξία με την οποία το κράτος και γενικά η οικονομία, ανταποκρίνονταν συχνά στις εξωτερικές αλλαγές. Γιά παράδειγμα, τον 11ο και 12ο αιώνα, παρατηρείται ότι η αγροτική παραγωγή προσαρμόζεται στις καινούργιες συνθήκες, τις οποίες δημιούργησαν οι νέες ευκαιρίες για κέρδος (π.χ. νέες καλλιέργειες, όπως η σίκαλη και η βρώμη). Ταυτόχρονα, οι Βυζαντινοί αξιοποίησαν την ευημερία που εμφανίστηκε τότε στην Δυτική Ευρώπη αναπτύσσοντας το διεθνές εμπόριό τους. Προφανώς αυτό εξηγεί την εξάπλωση της μεγάλης ιδιοκτησίας, η οποία επέτρεψε την παραγωγικότερη διαχείριση της αγροτικής γής.
Ανάλογη προσαρμοστικότητα έδειξε το κράτος, αν και με αρνητικές τελικές επιπτώσεις. Ακολουθώντας τις εξελίξεις έπαυσε να φορολογή το χωριό ως μονάδα και φορολόγησε τον ατομικό πλούτο. Στήν πράξη, όμως, έτσι ευνοήθηκαν οι μεγαλοϊδιοκτήτες και οι Ιταλοί έμποροι, ενώ αδικήθηκαν οι αγρότες. Οι συνέπειες για την κοινωνία υπήρξαν τελικά αρνητικές.
ε) Είναι γνωστόν ότι το Βυζάντιο αποτελεί το μακροβιότερο παράδειγμα νομισματικής σταθερότητας στην ευρωπαϊκή Ιστορία. Η νεότερη έρευνα, βασισμένη σε αρχαιολογικές ενδείξεις, έχει αναθεωρήσει την παλιότερη άποψη που ήθελε το νόμισμα απολύτως σταθερό από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι το 1078 περίπου. Φαίνεται ότι στην δεκαετία του 960 έγινε μιά πρώτη μικρή υποτίμηση και από το 1030 ως το 1078 ορισμένες ακόμη. Οι υποτιμήσεις αυτές, όμως, ερμηνεύονται ως σημάδι οικονομικής ανάπτυξης, διότι επέτρεπαν την αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, που ήταν αναγκαία λόγω των αυξημένων συναλλαγών. Αντίθετα, η υποτίμηση της δεκαετίας του 1070 ήταν δείγμα αδυναμίας και δεν αποκλείεται να συνδέεται με την απώλεια μεγάλων ποσοτήτων νομίσματος (δηλαδή χρυσού και ασημιού) λόγω της απροσδόκητα ταχείας προέλασης των Τούρκων στην Μικρά Ασία. Πάντως, μετά από εξαντλητική μελέτη των διαθέσιμων στοιχείων και αφού παραθέσουν πίνακες με αρκετές εκατοντάδες (!) τιμές, οι Morrisson και Cheynet επιβεβαιώνουν ότι οι τιμές παρέμειναν επί αιώνες σταθερές στο Βυζάντιο, μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα.
στ) Καί μιά αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια με επίκαιρο ενδιαφέρον. Επειδή μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων προερχόταν από την φορολογία της ακίνητης περιουσίας, το κράτος είχε φροντίσει να διαθέτη από το 810 μ. Χ. και μετά, πλήρες κτηματολόγιο για όλη την Αυτοκρατορία. Τό κτηματολόγιο ανανεωνόταν συνολικά από τούς “αναγραφείς” κάθε τριάντα χρόνια, σε αντιστοιχία με την εναλλαγή των γενεών και, αν χρειαζόταν, σε συντομότερα χρονικά διαστήματα από τούς “επόπτες”.
Τά παραπάνω είναι λίγα από τα αναρίθμητα ενδιαφέροντα στοιχεία, που θα βρή ο αναγνώστης στην τρίτομη “Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου”. Τό έργο αυτό όχι μόνον εμπλουτίζει την ιστορική έρευνα, αξιοποιώντας σύγχρονα μεθοδολογικά εργαλεία, αλλά και συνεισφέρει σημαντικά στην εθνική μας αυτογνωσία, καθώς παρουσιάζει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία χωρίς τις παρωπίδες του Διαφωτισμού, αλλά και χωρίς τις μεγαλοϊδεατικές ιδεοληψίες. Άλλωστε, το κρατικό επίτευγμα των προγόνων μας ήταν τόσο αξιοθαύμαστο, που δεν χρειάζεται ιδεολογικούς χρωματισμούς, για να κερδίση την εκτίμησή μας. Σέ μάς απομένει να γνωρίσουμε καλύτερα αυτήν την περίοδο, ώστε να γνωρίσουμε πιό καλά και τον βαθύτερο εαυτό μας.-

του Αναστασίου Αθ. Φιλιππίδη

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Αφιέρωμα μνήμης: Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Ράμναλης από το Ίσωμα*

Το 1955 ο αείμνηστος Σταύρος Μάνεσης γυρίζει την Μακεδονία και μελετά  τα γλωσσικά ιδιώματα. Εκεί συναντά γέρους που αναθυμούνται το δράμα  της σκλαβιάς. Ένας εκατοχρονίτης γέροντας του λέει το εξής πρωτότυπο.  «Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε σκλάβοι σε ξένα χέρια επ’ άπειρον το  γραφτό έλεγε πως θα ενωθούμε με την Ελλάδα, γιατί Ελλάς θα πει…. Έλα».

Ίσως η αφελής αυτή «ετυμολογική» ανάλυση του εθνικού μας ονόματος να  είναι και η ωραιότερη που έχει γραφτεί. Άθελά του όμως ο γέροντας,  ετυμολόγησε μία άλλη λέξη, την ελευθερία, η οποία προέρχεται από το  ρήμα έρχομαι, από τον μέλλοντα του «ελεύσομαι», που σημαίνει «θα  έλθω». Η ελευθερία είναι το αγαθό που έρχεται στους λαούς που έχουν  τόλμη και αρετή. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός πως ο εθνικός μας  ύμνος, είναι “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”.

Λέμε πολλές φορές πως η  ιστορία επαναλαμβάνεται. Το σωστό είναι πως δεν επαναλαμβάνεται η  ιστορία, απλώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Πριν η  Μακεδονία περιέλθει οριστικά -με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας-  στους κόλπους της μητρός της, ταλανιζόταν από τις δολοπλοκίες και τις  ασχημονίες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που την προόριζαν για την  Βουλγαρία. Όπως συμβαίνει στις μέρες μας, έτσι και πριν από την  απελευθέρωσή της από τον Ελληνικό Στρατό, η Μακεδονία το ενδοξότερο,  τολμώ να πω, τμήμα του Ελληνισμού και της ιστορία μας, είχε  καταντήσει διπλωματικό παίγνιο των ισχυρών της γης. Κινδύνευε η πανάρχαια «ελληνίδα γη» να αποκοπεί από τον εθνικό κορμό.  

Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία ολιγόλογη ιστορική αναδρομή, από  την επανάσταση του ’21, ως την στιγμή που παλικάρια, σαν τον καπετάν  Ράμναλη, ζώνονται τα όπλα και υπερασπίζονται το χώμα που τους  γέννησε, που μπαίνουν «ες αεί» στο εικονοστάσι της Μακεδονίας, ως  ήρωες Μακεδονομάχοι.

Πριν από τον αγώνα Από το 1797 ο πρωτομάρτυρας και πρωτομάστορας της λευτεριάς μας,  Ρήγας Φερραίος, παροτρύνει τους Μακεδόνες να ξεσηκωθούν. Γράφει στο  «Θούριό» του: «Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήστε για μια /και αίμα των  τυράννων, ρουφήστε σα θεριά». Να αναφέρω εδώ παρενθετικά πως ο πρώτος κλεφταρματολός που αναφέρει η  ιστορία, ο Καραμιχάλης, έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου, λίγες μόλις  δεκαετίες μετά την άλωση της Πόλης. Ήταν Μακεδών.

Κατά την Επανάσταση  του ’21 η Μακεδονία επαναστατεί. Μπορεί η επίσημη ιστορία να γράφει  πως απέτυχε, όμως η επανάσταση στην Μακεδονία καθήλωσε για πολύ καιρό  τα τουρκικά στρατεύματα και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες των  Νοτίου Ελλάδας να εδραιώσουν την Επανάσταση. Το τέλος της Επανάστασης  βρίσκει όμως την Μακεδονία εκτός του αρτιγέννητου κράτους. Είναι  χαρακτηριστικό πως το 1829 πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων στην  Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους υποβάλλουν υπόμνημα στον Καποδίστρια με  το οποίο τον παρακαλούν να ζητήσει «παρά των Προστάτιδων Δυνάμεων,  ίνα και η σκληρώς αγωνισθείσα Μακεδονία συμπεριληφθεί εις τα όρια του  ελευθέρου κράτους».

Το 1828-29 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος που διεξήχθη κυρίως επί του  βουλγαρικού εδάφους. Οι Ρώσοι τότε ανακαλύπτουν έκπληκτοι έναν λαό  που ομιλεί ένα σλαβικό ιδίωμα που προσομοίαζε με την ρωσική γλώσσα.  Ερωτώμενοι βέβαια οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, τι είναι, απαντούν  στο σλαβικό ιδίωμα, «Ρωμηοί». Τότε ουσιαστικά αρχίζει η αφύπνιση του  βουλγαρικού στοιχείου, υποκινούμενου από τη Ρωσία.

Τα σχέδια των  Ρώσων για έξοδο στο Αιγαίο μέσω ενός υποχείριού τους λαού, θα  υλοποιηθούν με την ανασύσταση βουλγαρικού κράτους. Πλήθος Ρώσων  προπαγανδιστών περιτρέχουν την Βουλγαρία, την Ανατολική Ρωμυλία, την  Βόρειο Μακεδονία εξάπτο! ντας τον βουλγαρικό εθνικισμό. Δεν παραλείπει  το «ξανθό γένος» να ενσπείρει και να στρέψει το μίσος των Βουλγάρων  κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1854 ξεσπά ο Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων. Η  Μακεδονία επαναστατεί κατά των Τούρκων. Οι ελπίδες αναπτερώνονται.  Στα Γρεβενά πρωτοστατεί ο περίφημος αρματολός και αγωνιστής του ’21  Θεόδωρος Ζιάκας. Στη Χαλκιδική ο γιος του «Γέρου της Μακεδονίας», Τσάμης Καρατάσος,  στον Όλυμπο οι τοπικοί οπλαρχηγοί. Δυστυχώς οι εκβιασμοί των Μ.  Δυνάμεων κατά του ανίσχυρου ελληνικού βασιλείου αφήνουν αβοήθητους  τους Επαναστάτες. Η επανάσταση σβήνει. Επακολουθεί όπως γράφουν  μαρτυρίες της εποχής «χαλασμός».

Το 1866 εξερράγη η Κρητική Επανάσταση. Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη,  Ιγνάτιεφ, για να επιτύχει την εύνοια του Σουλτάνου υπέρ των  Βουλγάρων, παρότρυνε τους τελευταίους να προσφερθούν για να  πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων τον κοινό εχθρό Βουλγάρων και  Τούρκων, τους Έλληνες. Το 1869 λήγει η Κρητική Επανάσταση, ο  σουλτάνος πνέει μένεα κατά των Ελλήνων. Τότε το 1870 συντάσσει ο  Ιγνάτιεφ το περίφημο αυτοκρατορικό φιρμάνι με το οποίο ιδρύεται η  Βουλγαρική Εξαρχία, που αποσκιρτά από το Πατριαρχείο.

Ο Μακεδονικός αγώνας Από την στιγμή αυτή μπορούμε να πούμε πως αρχίζει ο ένδοξος  Μακεδονικός Αγώνας. Το άρθρο 10 του φιρμανιού -αυτό είναι το  σημαντικότερο- προέβλεπε πως εφόσον το 2/3 των κατοίκων μιας περιοχής  επιθυμούσαν να προσέλθουν στην Εξαρχία, τότε η περιοχή εντασσόταν σ’  αυτήν. Οι Βούλγαροι βρήκαν πλέον το μέσο και τον τρόπο για να  εκβουλγαρίσουν την Μακεδονία.

Εφεξής Πατριαρχικός σήμαινε Έλληνας και Εξαρχικός, Βούλγαρος. Η επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3 αποτέλεσε  τον κύριο σκοπό των Βουλγάρων. Οι απειλές και οι διώξεις αρχίζουν. Το  1877-78 ξεσπά νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η Τουρκία νικάται κατά  κράτος υπογράφοντας την ολέθρια συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που  προβλέπει την Μεγάλη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι χωρίς να ρίξουν ούτε ένα  βόλι ιδρύουν ένα τεράστιο κράτος (κάτι παρόμοιο που γίνεται σήμερα με  την Αλβανία).

Οι ελληνικοί πληθυσμοί των μακεδονικών πόλεων και  χωριών με συλλαλητήρια και ψηφίσματα και κυρίως η αντίδραση των  Άγγλων και Γάλλων στις ρωσικές επιδιώξεις, επιμελώς κρυπτόμενες πίσω  από τον Βουλγαρισμό, ακυρώνουν στο Βερολίνο το 1878 τα σχέδια.  Ιδρύονται όμως δύο ηγεμονίες, η Βουλγαρική και της Ανατολικής  Ρωμυλίας την οποία η Βουλγαρία προσαρτά αμαχητί το 1885. Η αντίδραση του ισχνού Ελληνικού κρατιδίου καταπνίγεται από τις  λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις με τον γνωστό πανάθλιο αποκλεισμό των  ελληνικών παραλίων. Η Μακεδονία επαναστατεί με πρωταγωνιστή τον  ηρωικό επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο και αρχηγό τον λοχαγό Κοσμά  Δουμπιώτη.

Μπορεί να απέτυχε η επανάσταση, όμως, όπως γράφει η  Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «δε θα καταγραφόταν έγκαιρα η ελληνική  αντίδραση στους κινδύνους που περιέκλειαν για τη Μακεδονία οι όροι  της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου». Οι Βούλγαροι όμως αποθρασύνονται.  Οι δολοφονίες Ελλήνων ιερέων, δασκάλων και προκρίτων είναι πλέον το  μέσον εξαναγκασμού για προσχώρηση στην εξαρχία. Ιδρύουν το 1893 το  Μακεδονικό Κομιτάτο. Δεν τολμούν να το ονομάσουν βουλγαρικό γιατί η  λέξη Βουλγαρία είναι μισητή στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ρίχνουν το  σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Σκοπός τους η αυτονομία και κατόπιν η προσάρτηση.

Το προηγούμενο της  Ανατολικής Ρωμυλίας τους έχει ανοίξει την όρεξη. Μετά και τον ατυχή  ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897, συμμορίες Κομιτατζήδων εγκληματούν  απροκάλυπτα κατά του ελληνικού στοιχείου. Το 1902 ο Άγγλος Γενικός  πρόξενος Θεσσαλονίκης γράφει σε έκθεσή του: « Η δολοφονία είναι το  κυριότερο όπλο των Κομιτατζήδων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματα του. Χιλιάδες εφονεύθησαν τα  τελευταία έξ έτη». Το επίσημο κράτος τρομαγμένο κα ντροπιασμένο  ακολουθεί την πολιτική της «άψογου στάσεως». Οι στιγμές είναι  κρίσιμες. Αντιδρά όμως το Πατριαρχείο. Γύρω στο 1900 στέλνει νέους  και δραστήριους Ιεράρχες στις Μητροπόλεις της Μακεδονίας να  οργανώσουν την άμυνα και να εμψυχώσουν τους κατατρομοκρατημένους  πληθυσμούς

Ο Πολυανής Φώτιος Μεταξύ αυτών και ο επίσκοπος Πολυανής και μετέπειτα και Κιλκισίου  Φώτιος Παγιώτας. Το 1904 αναλαμβάνει στη Δοϊράνη το βαρύ έργο. Λίγα  λόγια για τον ηρωικό ιεράρχη. «Ο Μητροπολίτης Φώτιος υπήρξε άσπιλος,  ακαταπόνητος αγωνιστής, εμπνευσμένος ιεράρχης,  χαρακτήρας μεγίστης  δράσεως, στυλοβάτης του Χριστιανισμού και του Γένους εις την  αιματοβαμμένην γην της Μακεδονίας. Επ’ αυτού δε αντανακλάται η λάμψις  των παλαιών Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου». Στην  Δοϊράνη και στην ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, ο Φώτιος, χάρις στην  δυναμικότητά του, επανέφερε πολλούς κατοίκους στην Ορθόδοξη Εκκλησ! α.

Γύριζε έφιππος τα χωριά και σκόρπιζε θάρρος, ελπίδα και χαρά για τον  Ελληνισμό. Οι Βούλγαροι ζητούσαν πολλές φορές τρόπο να τον φονεύσουν, αλλά ουδέν  επέτυχαν. Το 1913 οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο κατά την  υποχώρησή τους, τον μετέφεραν στην Βουλγαρία με σκοπό να τον  εκτελέσουν, αλλά η προέλαση των Ρουμάνων μέχρι την φυλακή του Φωτίου  απέτρεψε τα δόλια σχέδια. Δραπέτευσε ο Φώτιος και μάλιστα ο ίδιος ο  βασιλιάς της Ρουμανίας ζήτησε να τον δει, για να θαυμάσει την ανδρεία  και το φρόνημά του Μητροπολίτη. Όταν οι Βούλγαροι τον απείλησαν με  την ζωή του, αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι απάντησε: «Και αν έναν  δεσπότην φονεύσετε, πολλοί άλλοι Πολυανής υπάρχουν, η Ελλάδα είναι  αιώνια». Επέστρεψε ο σεπτός ιεράρχης στην Μητρόπολή του την οποία  εποίμανε μέχρι την κοίμησή του, το 1928.

Ο καπετάν Ράμναλης Ταυτόχρονα μαζί με τους ηρωικούς ιεράρχες αντιδρούν και ντόπιοι  Μακεδόνες που πολλές φορές ομιλούν το σλαβικό ιδίωμα. Το 1907 ο  Γάλλος δημοσιογράφος Παγιαρέ σημειώνει γι’ αυτούς «Πάντες ούτοι οι  Μακεδόνες, ανεξαρτήτως ! ης γλώσσης, την οποία ομιλούν, προτιμούν να  σταυρωθούν παρά των Βουλγάρων, παρά ν’ αρνηθούν τον Ελληνισμόν τους».  Μεταξύ αυτών και ο καπετάν Ράμναλης. Γεννήθηκε στο χωριό Ράμνα, σημερινό Ίσωμα του Κιλκίς, το 1885. Γονείς  του ο Δημήτριος και η Δομνίτσα Βίλιογλου. Οι γονείς του καθώς και ένας  θείος του δολοφονήθηκαν από τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες, όταν ο  Γιάννης ήταν 17 ετών.

Οργανώνει μόνος του ομάδα από συγχωριανούς του  και εκδικείται τις δολοφονίες αθώων από τους Βούλγαρους. Δεν αργεί η  φήμη του να φτάσει στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Έρχεται κρυφά  σ’ αυτό και εκεί ακούει σιωπηλός τον γραμματέα του Προξενείου  Δημήτριο Ζώη, που δεν ήταν άλλος από την υπολοχαγό Δημήτριο Κάκκαβο,  μετέπειτα αντιστράτηγο, να του αναθέτει μία αποστολή.

Το φθινόπωρο του 1904 η κοινωνία των Σερρών ήταν ανάστατη, γιατί ένας  πλούσιος Σερραίος είχε νοικιάσει το σπίτι του στους Βούλγαρους, για  να το κάνουν σχολείο. Πουθενά δεν είχαν ιδιόκτητα σχολικά κτίρια,  σημειώνει ο Μόδης. Ο καπετάν Ράμναλης πήγε στις Σέρρες και ο προδότης  βρέθηκε νεκρός. Ο καπετάνιος γυρίζει στον τόπο του και συνεχίζει τη  δράση του . Την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και το βράδυ  μεταμορφωνόταν στον τρομερό καπετάν -Φάντασμα, όπως τον έλεγαν οι  Βούλγαροι. Κανείς δεν φανταζόταν πως το αμούστακο παιδαρέλι είναι ο  τρομερός εκδικητής. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά από το  σκοτάδι, χτυπούσε και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε καταλάβει  τους Βούλγαρους και τους προδότες της περιοχής Λαγκαδά. Αναστατώθηκαν  οι Βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οιΤούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από  αντάρτικό σώμα. Κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι Βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα.

Σιγά-σιγά το  όνομά του έγινε στα χείλη των χωρικών προσευχή. Ήταν ο μεγάλος λαϊκός  ήρωας. Οι διαταγές και οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την  περιφέρεια. Ακόμη κι ο τρομερός Τούρκος λήσταρχος Χαλίλ Τσαούς κάπου  τρύπωσε και δεν έδινε σημεία ζωής. Στο μεταξύ ο Ράμναλης έπεσε με τα μούτρα για να μάθει γράμματα.  Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι του πρόκριτου Ζάννα κι εκεί έμαθε  τα πρώτα γράμματα. Η φιλομάθειά του ήταν πρωτοφανής. Ήθελε να γίνει  αξιωματικός και να δοξαστεί. Αλλά και πάλι εξαφανιζόταν χωρίς  προειδοποίηση. Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο δρούσε είναι το  παρακάτω γεγονός.

Η γυναίκα του Ζάννα, διάβασε στις εφημερίδες πως  ένα Βούλγαρος Κομιτατζής παπάς βρέθηκε στον πάτο ενός πηγαδιού. Ρωτά  τον καπετάνιο: “-Εσύ τον σκότωσες Γιάννη; -Όχι κυρία Ζάννα, εγώ τέτοια πράγματα δεν κάνω. -Τότε; -Να μόλις με είδε που πήγα να του πάρω την ευλογία, τόσο πολύ  τρόμαξε, που έπεσε μόνος του μέσα στο πηγάδι”. Με τη Νεοτουρκική  Επανάσταση (10 Ιουλίου 1908) παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου  έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

 Οι Τούρκοι αξιωματικοί σκοτώνονταν,  ποιος να πρωτοφωτογραφηθεί μαζί του. Ο άγριος Τούρκος ληστής Χαλίλ  Τσαούς, ένας γιγαντόσωμος άνδρας, που είχε τρομοκρατηθεί κι είχε  λουφάξει από τη δράση του νεαρού καπετάνιου, μούντζωσε τον εαυτό του  μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε: -«Ντροπή στο μπόι και στα μουστάκια  σου, Χαλίλ! , που τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο».

Μόλις πέρασε ο νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι  το Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Είχαν αρχίσει να δολοφονούν οι  Νεότουρκοι τους Μακεδονομάχους. Εκεί εξακολούθησε με μεγάλη επιμέλεια  τις σπουδές του. Πήρε και πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε  γνωστούς Μακεδονομάχους αξιωματικούς, τους αράδιαζε αρχαίες ελληνικές  φράσεις και λατινικές.

Το 1910 περίπου πηγαίνει και στο σχολή  αξιωματικών, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει λόγω του ότι ήταν  ολιγογράμματος και μ! τά από έναν χρόνο περίπου εγκαταλείπει τη σχολή  και επανέρχεται στην περιοχή Λαγκαδά. Η παραμονή του πρώτου  βαλκανικού πολέμου για την απελευθέρωση της Μακεδονίας βρίσκει τον  καπετάν Ράμναλη να ξαναοργανώνει ομάδα από τα παλικάρια του.

Την  παραμονή της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης με δέκα άντρες, έχοντας  στήσει ενέδρα στο Δερβένι, κλείνει το δρόμο στην εμπροσθοφυλακή της  Βουλγαρικής μεραρχίας η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Άσσυρο. Έτσι νομίζοντας ότι την περιοχή κατέχει ο ελληνικός στρατός οι  Βούλγαρ! οι καθυστέρησαν για ένα 24ωρο, με αποτέλεσμα να μπει πρώτος ο  ελληνικός στρατός και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη.

Εν συνεχεία  αποκόβει τις τηλεπικοινωνίες του Ταξίμ Πασά της Θεσσαλονίκης, ώστε να  μην μπορεί να επικοινωνήσει με την Υψηλή Πύλη, όπως λεγόταν τότε η  κυβέρνηση της Τουρκίας, και να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στο διάδοχο  Κωνσταντίνο. Αν επικοινωνούσε ο φρούραρχος Θες/νικης με την  Κωνσταντινούπολη τα πράγματα είναι σίγουρο πως θα περιπλεκόταν. Οι Ρώσοι καιροφυλακτούσαν και θα πίεζαν να παραδοθεί η πόλη! του Αγίου  Δημητρίου στους Βούλγαρους.

Ο αγώνας του Καπετάν Γιάννη Ράμναλη δεν  σταματά εδώ, διότι σύντομα αρχίζει ο δεύτερος βαλκανικός πόλεμος και  την παραμονή του πολέμου λαμβάνει μέρος στον αγώνα για ξεκαθάρισμα  της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους που είχαν έρθει  δόλια, τάχα για ξεκούραση. Γνωρίζοντας τη βουλγαρική γλώσσα έδρασε  αστραπιαία, σαν λιοντάρι, ξεκαθαρίζοντας τις σκοπιές του βουλγαρικού  στρατού.

Στις 17 Ιουνίου 1913 πρώτος μπαίνει με την ομάδα του στον  Λαγκαδά και βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τον ελληνικό στρατό στη μάχη  του Λαχανά και της Νιγρίτας. Μετά το πέρας του πολέμου αποσύρεται στα  Λαγκαδίκια Λαγκαδά, παντρεύεται και αποκτά δύο παιδιά, το Δημήτρη και  τη Δομνίτσα. Δολοφονείται το 1923 από ομάδα ληστών. Αυτή ήταν εν  ολίγοις η δράση του λαμπρού παλικαριού.

Το χρέος μας σήμερα Σήμερα διερχόμαστε μια κρίσιμη καμπή του λεγόμενου μακεδονικού  θέματος. «Αυτό που κερδήθηκε με αίμα, χάνεται με το μελάνι». Είναι,  δυστυχώς, μία μεγάλη αλήθεια, που προκαλεί λύπη και αγανάκτηση στο  λαό μας. Μία ένδοξη ιστορία, μία διαδρομή γεμάτη αγώνες, θυσίες και  αίματα υποκλέπτεται από ένα γειτονικό κρατίδιο, χάρις στο «μελάνι»  των ισχυρών και κυρίως του πανίσχυρου.

Με φανερή πλαστογράφηση της  ιστορίας, καταπατώντας χιλιετή ιστορικά δεδομένα, κατορθώνουν οι  Σκοπιανοί, μέσα σε 60 μόλις χρόνια, να οικειοποιηθούν το ένδοξο όνομα . Μια ελληνοβουλγαρική ουσιαστικά διένεξη, που λύθηκε «δια των όπλων»,  κατέληξε σε αγωνιώδη προσπάθεια του Ελληνισμού να περισώσει τα όσια  και τα ιερά του. Μπορούμε ασφαλέστατα ! α μιλάμε σήμερα για έναν νέο  Μακεδονικό Αγώνα, έναν αγώνα ύπουλο, αφανή, ανηλεή, που μετατοπίσθηκε  πλέον στις ψυχές. Ο αγώνας είναι και πνευματικός και όσο δεν θα βρεθεί Έλληνας  πολιτικός ή πολίτης, ο οποίος θα αποδεχθεί το ανοσιούργημα, ο αγώνας  θα είναι νικηφόρος.

Ο Ίων Δραγούμης ο μεγάλος Μακεδονομάχος πολιτικός  έλεγε το εξής: «Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σ’ αυτόν έλαχε να σώσει  το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος  μπορέσει. Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Έλληνα δεν βρίσκεις στη Μακεδονία, πρέπει να είναι ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν  πολιτείες και χώρες και ‘μεις, και κείνα που είναι δικά μας και  εκείνα δεν τα κρατάμε».

Ο λόγος του είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος  σήμερα. «Οι νεκροί πεθαίνουν όταν λησμονιούνται» λέει ο ποιητής. Ο καπετάν  Ράμναλης, ο ήρωας , ο Μακεδονομάχος ζη διότι δεν λησμονιέται.

* Κείμενο ομιλίας κατά την τελετή αποκαλυπτηρίων της προτομής του  Καπετάν Ράμναλη στο Ίσωμα, 1998

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Κάθε Σάββατο στίς 10 τό πρωί στήν Παναγία Έλεούσα Μαλακώντα


Κύριε,
Κάνε με ὄργανο τῆς εἰρήνης.
Κάνε στὴ θέση τοῦ μίσους, νὰ βάζω τὴν ἀγάπη.
Στὴ θέση τῆς ὕβρης, νὰ βάζω τὴν συγγνώμη.
Στὴ θέση τῆς πλάνης, νὰ βάζω τὴν πίστη.
Στὴ θέση τῆς διχόνοιας, νὰ βάζω τὴν ἕνωση.
Στὴ θέση τῆς ἀπελπισίας, νὰ βάζω τὴν ἐλπίδα.
Στὴ θέση τῆς λύπης, νὰ δίνω τὴ χαρά.

Κύριε,
Κάνε νὰ μὴ ζητῶ τόσο νὰ παρηγορηθῶ, ὅσο νὰ παρηγορῶ.
Νὰ μὴ ζητῶ τόσο νὰ ἀγαποῦμαι, ὅσο νὰ ἀγαπῶ.
Γιατὶ ὅταν δίνουμε λαβαίνουμε.
Ὅταν λησμονοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν ξαναβρίσκουμε.
Ὅταν συγχωροῦμε λαβαίνουμε τὴν ἄφεση.
Ὅταν ἀποθνῄσκουμε, βρίσκουμε τὴν αἰώνια ζωή.




















Ὅσοι ἀγαποῦμε τό παιδί κι ἀσχολούμαστε μαζί του, ἀγωνιοῦμε. 
Βλέπουμε τήν κοινωνία μας καί τόν πολιτισμό μας νά ἐξαπολύουν φίδια φαρμακερά, πού δαγκώνουν καί δηλητηριάζουν τήν ψυχή του· τά παιδιά μας σφαδάζουν ἀπό τούς πόνους καί φαρμακώνονται ἀπό τίς τοξίνες. 
Ἡ ἁμαρτία γύρω τους ὑψώνει κύματα, πού τά χτυποῦν μέ λύσσα κι ἀνοίγουν στόματα μαῦρα νά τά καταπιοῦν· τό καραβάκι τους δέν ἀντέχει στή θύελλα. 
Ποῦ εἶναι τό ἀντίδοτο πού θά τά σώσει ἀπό τή δηλητηρίαση;

 Ποῦ εἶναι τό λιμάνι πού θά τά ἀσφαλίσει ἀπό τήν τρικυμία; 

Ἡ πεῖρα δέν ἔχει ἄλλο νά δείξει ἀπό τό κατηχητικό σχολεῖο. 

Γιατί ἐκεῖ θά συναντήσουν τόν Χριστό, πού θά τά ἡμερώσει μέ τόν λόγο του, ἐκεῖ θά βροῦν τήν Ἐκκλησία, πού θά τά προστατεύσει μέ τήν θεία χάρη. 
Τό κατηχητικό εἶναι τό ἀντίδοτο καί τό λιμάνι, εἶναι ὁ ἀντίποδας κάθε καταλυτικῆς ἐνέργειας τοῦ κόσμου σέ βάρος τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ.


ΕΚΔΡΟΜΗ 12/10/13

Ι. Μ. ΑΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ (ΛΕΥΚΩΝ)
























Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΚΤΩΝΙΑΣ



         Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΟΚΤΩΝΙΑ



















Ο ΛΕΒΕΝΤΗΣ  κ. ΚΩΣΤΑΣ!!!
 ΠΑΝΤΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ...




ΑΥΛΩΝΑΡΙ -ΑΓ. ΘΕΚΛΑ