Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ευχαριστούμε Όλγα


Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;
Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...


 Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς, διότι ὅλη ἔρημος καὶ καταπεσοῦσὰ ἐστι, καὶ οὐκ ἔχεις παρ᾿ ἐμοὶ τόπον ἄξιον τοῦ κλῖναι τὴν κεφαλήν. Ἀλλ᾿ ὡς ἐξ ὕψους δι᾿ ἡμᾶς ἐταπείνωσας σεαυτόν, συμμετρίασον καὶ νῦν τῇ ταπεινώσει μου. Καὶ ὡς κατεδέξω ἐν τῷ σπηλαίῳ καὶ φάτνῃ ἀλόγων ἀνακλιθῆναι, οὕτω κατάδεξαι καὶ ἐν τῇ φάτνῃ τῆς ἀλόγου μου ψυχῆς καὶ ἐν τῷ ἐσπιλωμένῳ μου σώματι εἰσελθεῖν. Καὶ ὡς οὐκ ἀπηξίωσας εἰσελθεῖν καὶ συνδειπνῆσαι ἁμαρτωλοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, οὕτω κατάδεξαι εἰσελθεῖν καὶ εἰς τὸν οἶκον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ ὡς οὐκ ἀπώσω τὴν ὁμοίαν μοι πόρνην καὶ ἁμαρτωλόν, προσερχομένην καὶ ἁπτομένην σου, οὕτω σπλαγχνίσθητι καὶ ἐπ᾿ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ, προσερχομένῳ σοι καὶ ἁπτομένῳ σου. Καὶ ὡς οὐκ ἐβδελύξω τὸ ῥυπαρὸν ἐκείνης στόμα καὶ ἐναγὲς καταφιλοῦν σε, μηδὲ ἐμοῦ βδελύξῃ τὸ ῥυπαρώτερον ἐκείνης στόμα καὶ ἐναγέστερον, μηδὲ τὰ ἔμμυσα καὶ ἀκάθαρτά μου χείλη καὶ βέβηλα, καὶ τὴν ἀκαθαρτοτέραν μου γλῶσσαν. Ἀλλὰ γενέσθω μοι ὁ ἄνθραξ τοῦ παναγίου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος εἰς ἁγιασμὸν καὶ φωτισμὸν καὶ ῥῶσιν τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· εἰς κουφισμὸν τοῦ βάρους τῶν πολλῶν μου πλημμελημάτων· εἰς φυλακτήριον πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας· εἰς ἀποτροπὴν καὶ ἐμπόδιον τῆς φαύλης μου καὶ πονηρᾶς συνηθείας· εἰς ἀπονέκρωσιν τῶν παθῶν· εἰς περιποίησιν τῶν ἐντολῶν σου· εἰς προσθήκην τῆς θείας σου χάριτος καὶ τῆς σῆς βασιλείας οἰκείωσιν. Οὐ γὰρ ὡς καταφρονῶν προσέρχομαί σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ὡς θαῤῥῶν τῇ ἀφάτῳ σου ἀγαθότητι, καὶ ἵνα μή, ἐπὶ πολὺ ἀφιστάμενος τῆς κοινωνίας σου, θηριάλωτος ὑπὸ τοῦ νοητοῦ λύκου γένωμαι. Διὸ δέομαί σου, ὡς μόνος ὢν ἅγιος, Δέσποτα, ἁγίασὸν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν, τοὺς νεφροὺς καὶ τὰ σπλάγχνα, καὶ ὅλον με ἀνακαίνισον καὶ ῥίζωσον τὸν φόβον σου ἐν τοῖς μέλεσί μου, καὶ τὸν ἁγιασμόν σου ἀνεξάλειπτον ἀπ᾿ ἐμοῦ ποίησον. Καὶ γενοῦ μοι βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ, κυβερνῶν ἐν εἰρήνῃ τὴν ζωήν μου, καταξιῶν με καὶ τῆς ἐκ τῶν δεξιῶν σου παραστάσεως μετὰ τῶν ἁγίων σου· εὐχαῖς καὶ πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρός, τῶν ἀΰλων σου λειτουργῶν καὶ ἀχράντων Δυνάμεων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος σοι εὐαρεστησάντων. Ἀμήν.

 Κύριε καὶ Θεέ μου, γνωρίζω πὼς δὲν εἶμαι ἄξιος, οὔτε ἱκανὸς γιὰ νὰ εἰσέλθεις καὶ νὰ κατοικήσεις στὴν ψυχή μου, γιατὶ ἔχει ὅλη ἐρημωθεῖ καὶ καταπέσει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ δὲν θὰ βρεῖς κατάλληλο μέρος γιὰ νὰ μείνεις. Ἀλλά, ὅπως ταπεινώθηκες καὶ κατέβηκες ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἔτσι καὶ τώρα ἔλα στὸ μέτρο τῆς δικῆς μου ταπεινώσεως. καὶ ὅπως καταδέχτηκες ὡς βρέφος νὰ τοποθετηθεῖς σὲ σπηλιὰ καὶ φάτνη ἄλογων ζώων, ἔτσι καταδέξου νὰ ἔλθεις στὴ φάτνη καὶ τῆς δικῆς μου ψυχῆς, ποὺ ἡ ἁμαρτία τὴν κατήντησε χωρὶς σύνεση, καὶ στὸ μολυσμένο σῶμα μου. καὶ ὅπως δὲ θεώρησες ἀνάξιο τὸ νὰ εἰσέλθεις καὶ νὰ δειπνήσεις μαζὶ μὲ ἁμαρτωλοὺς στὸ σπίτι τοῦ λεπροῦ Σίμωνα, ἔτσι καταδέξου νὰ εἰσέλθεις καὶ στὸ σπίτι τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ (πνευματικὰ) καὶ ἁμαρτωλοῦ. καὶ ὅπως δὲν ἔδιωξες μακριά Σου τὴν ὅμοια μὲ μένα, ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ὅταν ἦρθε κοντά Σου καὶ σὲ ἄγγιξε, ἔτσι λυπήσου κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, τώρα ποὺ σὲ πλησιάζω καὶ σὲ ἀγγίζω. καὶ ὅπως δὲ σιχάθηκες τὸ ἀκάθαρτο (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες) καὶ ρυπαρό της στόμα ποὺ Σὲ φιλοῦσε, οὔτε καὶ τὸ δικό μου στόμα νὰ σιχαθεῖς ποὺ εἶναι πιὸ ἀκάθαρτο καὶ πιὸ ρυπαρὸ ἀπὸ τὸ δικό της, οὔτε τὰ βρώμικα καὶ σιχαμερὰ καὶ ἀσεβὴ χείλη μου, οὔτε καὶ τὴν πιὸ ἀκάθαρτη γλώσσα μου. Ἀλλὰ ἂς μοῦ γίνει τὸ πανάγιό Σου Σῶμα καὶ τὸ πολύτιμο Αἷμα Σου ἄνθρακας (φωτιὰ), ποὺ θὰ μὲ ἁγιάσει, θὰ μὲ φωτίσει καὶ θὰ δυναμώσει (τὴν ἀδύναμη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) ταπεινή μου ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου· ποὺ θὰ μὲ ἀνακουφίσει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν καὶ θὰ μὲ προφυλάξει ἀπὸ κάθε διαβολικὴ ἐνέργεια· ποὺ θὰ διώξει ἀπὸ μένα κάθε πονηρὴ συνήθεια καὶ θὰ μὲ ἐμποδίσει νὰ ὑποκύψω ξανὰ σ᾿ αὐτήν· ποὺ θὰ ἀπονεκρώσει τὰ πάθη μου· ποὺ θὰ μὲ παρακινήσει στὴν πρόθυμη ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν Σου· ποὺ θὰ μοῦ προσθέσει ἀπὸ τὴ θεία Σου Χάρη καὶ θὰ μὲ κάνει μέτοχο τῆς βασιλείας Σου. Γιατί, Χριστέ, ὁ Θεός μου, προσέρχομαι σ᾿ Ἐσένα (γιὰ νὰ κοινωνήσω) ὄχι καταφρονώντας τὰ τίμια Δῶρα Σου, ἀλλὰ γιατὶ προσβλέπω μὲ θάρρος στὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη Σου, καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνω ὑποχείριο τοῦ νοητοῦ λύκου (τοῦ διαβόλου) μένοντας γιὰ πολὺ καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων Σου. Γι᾿ αὐτὸ σὲ παρακαλῶ Δέσποτα Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μόνος πραγματικὰ Ἅγιος, ἁγίασὲ μου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, τὰ νεφρὰ καὶ ὅλα τὰ σπλάγχνα μου, καὶ ὁλόκληρον ἀνανέωσέ με καὶ ρίζωσε τὸ θεῖο φόβο Σου βαθιὰ στὰ μέλη μου γιὰ νὰ εἶναι ὁ ἁγιασμός Σου σὲ μένα παντοτινός. καὶ γίνε μου βοηθὸς καὶ προστάτης κυβερνώντας μὲ εἰρήνη τὴ ζωή μου καὶ ἀξιώνοντὰς με νὰ σταθῶ (κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία) στὰ δεξιά Σου μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Σου, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναχράντου Σου Μητέρας, τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγελικῶν Δυνάμεων καὶ ὅλων Σου τῶν Ἁγίων ποὺ σὲ ἔχουν εὐαρεστήσει διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα με τον Παπαδιαμάντη



Καλώς ήρθατε στην μηνιαία συνάντηση-συνεστίαση της ενορίας μας, της μηνιαίας συνάντησης της κοινότητας του Μαλακώντα όπως την έχουμε ονομάσει. 
Σήμερα η συνάντησή μας εχει εορταστικό χαρακτήρα μιάς και βρισκόμαστε στα τέλη του Δεκεμβρίου, τρείς μέρες μετά την μητρόπολη των εορτών της εκκλησίας μας τα Χριστούγεννα. 
 Με χαρά φυσικά περιμένουμε και την έλευση του νέου χρόνου, τον χοντρούλη κοκκινοφορεμένο  Santa Claus, also known as Saint Nicholas, Father Christmas, Kris Kringle and simply "Santa" ό οποίος μαζι με τα δώρα που θα μας φέρει, υποσχέθηκε δια στόματος των αρχόντων της βουλής μας οτι θα μας βγάλει από την παρατεταμένη κρίση που μαστίζει χρόνια ικανά τώρα την πατρίδα μας.

Εμείς όμως επειδή έχουν δεί πολλά τα μάτια μας, έχουν χορτάσει τα αυτιά μας από υποσχέσεις, και για να τα πούμε και στα ίσα τους έχει @@@@@@@ όλους η ψυχή μας, λέμε σήμερα, επειδή τελικά δεν κάνει ποτέ κρύο στην Ελλάδα να σας προσκαλέσουμε για μια βουτιά στα ολόδροσα νάματα της Ελληνορθόδοξης παραδοσής μας.

Κατ' αρχάς η κυρία Χαρίκλεια Βαμβάκη δικηγόρος και θεολόγος θα μας μιλήσει επίκαιρα με θέμα: Χριστούγεννα , μία διαρκής αναγγένηση του κόσμου, και στην συνέχεια η όμαδα του θεατρικού εργαστηρίου της ενορίας μας θα μας παρουσιάσει δύο θεατρικά δρώμενα, το πρώτο: Το Χριστό στο κάστρο, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε διασκευή της Μαρίας - Νεκταρίας Παπακωνσταντίνου κατηχήτριάς μας, και δεύτερον: Τον Γιαννη τον Ευλογημένο του Φώτη Κόντογλου.

Μετά θα ψάλλουμε όλοι μαζί τα κάλαντα αφου προηγουμένος ο μικρός Ζαχαρίας μας πεί ποιός είναι  ο πραγματικός Αη   Βασιλης και γιατι δεν έρχεται και στα δικά μας σπίτια όπως πήγε στου Γιάννη του βλογημένου, η μήπως ερχεται και δεν τον αναγνωρίζουμε; 
Υπομονή θα μάθουμε σύντομα. Χρόνια πολλα σε όλους.... ας αρχίσει η γιορτή μας.


























ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Μια διαρκής αναγέννηση του κόσμου

Α. Εισαγωγή
Χριστός γεννάται δοξάσατε.
Ηχούν και πάλι οι χαρμόσυνες καμπάνες και αναγγέλλουν την γέννηση του Χριστού.
Ανάμεσα στις εορτές και τους πανηγυρισμούς που έχει καθιερώσει η Αγία μας Εκκλησία εξέχουσα θέση κατέχει η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων. Η εορτή των εορτών, η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο ιερός Χρυσόστομος.
Έχει μεγάλη σπουδαιότητα και ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο γιατί μέ την Γέννηση του Χριστού χωρίστηκε η παγκόσμια ιστορία σε δύο (2) περιόδους, προ Χριστού και μετά Χριστόν, αλλά κυρίως γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζει και πανηγυρίζει το μεγάλο μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού.
Αυτό για εμάς τους Χριστιανούς δεν είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός. είναι το μεγαλειοδέστερο θαύμα, που η αγάπη του Θεού πραγματοποίησε για την σωτηρία της ανθρωπότητος.

Β. Σε ποια κατάσταση βρισκόταν η ανθρωπότης τους χρόνους της Γεννήσεως του Χριστού.
Ολόκληρος ο τότε γνωστός κόσμος βρισκόταν κάτω από την κυριαρχίαν της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι λαοί στέναζαν κάτω από το πέλμα του Ρωμαίου κατακτητού. Κυριαρχούσαν η σήψη, η διαφθορά, η ασωτία, τα όργια. οι άνθρωποι ρίχνονταν κατά χιλιάδες, στα στάδια και τα αμφιθέατρα και θυσιάζονταν, τους κατασπάραζαν τα άγρια θηρία στις ειδωλολατρικές εορτές για να διασκεδάσουν οι θεατές.
Οι πλούσιοι ζούσαν μέσα στην χλιδή, ενώ οι λαοί υπέφεραν από την φτώχεια και την εξαθλίωση.
Υπήρχε καθιερωμένος ο θεσμός της δουλείας. Ο δούλος ήταν «RES» = πράγμα. Δεν ήταν καν πρόσωπο και δεν είχε κανένα δικαίωμα. Απεναντίας ο κύριος του είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου επ’ αυτού.
Παντού υπήρχε σκοτάδι.
Όλοι οι λαοί στέναζαν και όλοι οι άνθρωποι περίμεναν να έλθη κάποιος από τον ουρανό να τους ελευθερώσει.
Πολλοί από τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, δηλαδή στα πρό Χριστού χρόνια, δίδασκαν ότι περιμέναν και εμφανιστεί κάποιος άνθρωπος να διαλύση το σκότος.
Και συγκεκριμένα:
α) Ο Σωκράτης δίδασκε ότι αν δεν στείλει ο Θεός κάποιον από τον ουρανό να διαλύση το σκότος, οι άνθρωποι θα είναι καταδικασμένοι. Για τον λόγον αυτό του απαγγέλθηκε η κατηγορία ότι «εισάγει καινά δαιμόνια και διαφθείρει τους νέους και θεούς, ούς ή πόλις νομίζει ού νομίζων» και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, την Ηλιαία, το έτος 399 π.Χ., στην ποινή του θανάτου. Στην απολογία του λέει ότι ο θάνατός του είναι θέλημα του θεού και κλείνει την απολογία το με την λέξη θεός.
β) Ο Πλάτων στο βιβλίο του «ΜΕΝΩΝ» αναλύει επακριβώς την άποψη του για την αθανασία της ψυχής. Στον διάλογο μεταξύ του Σωκράτη και του Μένωνα αναφέρει ότι αυτό που ονομάζουν θάνατο θεωρείται ένα προσωρινό τέλος που συμβαίνει κάποια δεδομένη στιγμή με αποτέλεσμα η ψυχή να μην καταστρέφεται. Για αυτόν τον λόγο, θα έπρεπε κάθε άνθρωπος να διάγει τον βίον του με όσο το δυνατόν, εντιμότερο τρόπο.
γ) Ο Προμηθέας δεσμώτης έργο (τραγωδία) του Αισχύλου, η οποία γράφτηκε μεταξύ των ετών 436 – 506 π.Χ. και η παράσταση της πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 450 – 460 π.Χ., ήταν τιμωρημένος από τον θεό Δία, γιατί έκλεψε την φωτιά και την χάρισε στους ανθρώπους. Κατ’ εντολήν λοιπόν του Δία τον έδεσαν και τον καθήλωσαν σ’ ένα βράχο ενώ ένα όρνεο του έτρωγε καθημερινά τα σπλάχνα.
Σε αυτό το έργο και στην συνομιλία που περιέχεται σε αυτό αναφέρεται η εξής προφητεία (στιχ. 1026 – 1028)
Ερμής προς Προμηθέα:
«Σ’ αυτά τα βάσανά σου τέρμα κανένα να μη περιμένης πριν να φανεί και να θελήση κάποιος από τους θεούς να πάρη τα βάσανά σου επάνω του και να πάη στον σκοτεινό Άδη και στα σκοτεινιασμένα βάθη του Ταρτάρου».
Ιώ:
Ποιος είναι που θα σε λύση χωρίς την θέληση του Δία;
Προμηθέας:
Ένας από τους δικούς σου απογόνους πρέπει να είναι:
Ιώ:
Πώς είπες; Αλήθεια δικό μου παιδί θα σε απαλλάξη από τα βάσανα;
Δεκατιστρίτης γενιάς γέννημα θα είναι μετά από δεκατρείς (13) γενιές. 
Η προφητεία αυτή επαληθεύτηκε, δεδομένου ότι από τότε που παίχτηκε η τραγωδία 450-460 π.Χ. μέχρι την Γέννηση του Χριστού μετριούνται δέκα τρείς (13) γενιές.
δ) Οι εβραίοι ζούσαν με την προσδοκία και περίμεναν να έλθει ο Μεσσίας για να τους ελευθερώσει από τους Ρωμαίους και πίστευαν ότι θα εγκαθιδρύσει κοσμική βασιλεία.



Γ. ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ.
1) Ο Προφήτης Ησαϊας οκτακόσια (800) χρόνια π.Χ. είχε προφητεύσει την γέννηση του Χριστού από την παρθένο: «ιδού ή παρθένος έν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ», ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός.
2) Ο Προφήτης Μιχαίας είχε προφητεύσει ότι ο Μεσσίας θα γεννηθεί στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας: «καί σύ Βηθλεέμ, γή Ιούδα ουδαμώς ελαχίστη εί έν τοίς ηγεμόσι Ιούδα. έκ σού γάρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τόν λαόν μου του Ισραήλ».
3) Αλλά και ο Προφήτης Δανιήλ είχε προφητεύσει την ενσάρκωση του Χριστού.
4) Ο Δαυίδ με τους ψαλμούς του μας χειραγωγεί, μας φωτίζει κατά την πορεία μας προς τον Μεσσία. Μεσσίας σημαίνει Χριστός. Χρισμένος ο Ιησούς από τον Θεό Πατέρα.

Δ. ΠΟΙΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΑΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.        
 Για την Γέννηση του Χριστού μας μιλούν οι Ευαγγελισταί.
Ο Ματθαίος (κεφ. Α, 18 - 25) και ο Λουκάς (κεφ. Β, 1 – 12).
Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν η αμαρτία είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της και το πνευματικό σκοτάδι, σαν βαρύ πέπλο, σκέπαζε την ανθρωπότητα, όταν δεν υπήρχε πλέον κανένας άλλος τρόπος για να πλησιάσει ο άνθρωπος τον δημιουργό του, τότε «ενηνθρώπισε ο θεός, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν».

Ε. ΧΡΟΝΟΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Από την αρχαιότητα οι διάφοροι λαοί έλεγαν συμβατικά μια αφετηρία και με βάση αυτή χρονολογούσαν τα γεγονότα.
Οι Ρωμαίοι χρονολογούσαν αρχίζοντας από το έτος κτίσεως της Ρώμης το έτος 753 π.Χ. ενώ οι Αρχαίοι Έλληνες χρονολογούσαν με βάση τις Ολυμπιάδες το 776 π.Χ.
Το 525 π.Χ. ο Σκύθης μοναχός Διονύσιος ο Μικρός πρότεινε στην Ρώμη την καθιέρωση της χριστιανικής χρονολόγησης και χώρισε τον χρόνον σε προ Χριστού και μετά Χριστόν. Η χρονολόγηση αυτή επεκράτησε σε Δύση και Ανατολή μέχρι σήμερα. Και με αυτή χρονολογούν και οι Εβραίοι παρά το γεγονός ότι δεν πίστεψαν και δεν πιστεύουν στον Χριστό.
Η Γέννηση του Χριστού έγινε κατά τους χρόνους της βασιλείας του Ηρώδου.
Ο Ηρώδης δεν ήταν Ιουδαίος αλλά ήταν Ιδουμαίος.
Ανηγορεύθη κύριος και βασιλεύς της Ιουδαίας από τους Ρωμαίους το έτος 37 π.Χ. και έμεινε μέχρι το 4 π.Χ. Εάν ληφθεί υπ’ όψη ότι απέθανε ούτος δύο (2) έτη μετά την Γέννηση του Χριστού, άρα ο Χριστός πρέπει να γεννήθηκε το 6 π.Χ. Από λανθασμένο όμως υπολογισμό του Διονυσίου του Μικρού το 6 π.Χ. ελήφθη ως 1.
Όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία δηλαδή μήνα και ημέρα δεν γνωρίζουμε ακριβώς.
Πάντως οι απόψεις διίστανται άλλοι υπολογίζουν την Γέννηση του Χριστού τον μήνα Οκτώβριο, ενώ άλλοι τον μήνα Απρίλιο.     

 ΣΤ. Η ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι η Γέννηση του Χριστού έγινε κατά τον χρόνο της απογραφής, η οποία θεσπίστηκε από τον Ρωμαίο Αύγουστο και έγινε το 8 π.Χ. περίπου, όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος.
Η απογραφή του πληθυσμού κατά τα ρωμαϊκά χρόνια γινόταν για σκοπούς φορολογικούς. Ο αυτοκράτορας απέγραφε όλους του υποδούλους του σαν αντικείμενα που ανήκαν στην προσωπική του περιουσία. Έπρεπε ο κάθε υπόδουλος να πληρώσει το λεγόμενο κεφαλικό φόρο για τον εαυτό του και τα μέλη της οικογενείας του και ακόμη για τα κτήματά του. Έτσι η απογραφή στους υποδούλους ήταν πολύ ταπεινωτικό πράγμα.
Ο Κύριός μας λοιπόν γεννήθηκε φόρου υποτελής δηλαδή ως δούλος του αυτοκράτορα Αυγούστου.  

Ζ. ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, όπως αναφέρουν οι δύο (2) Ευαγγελισταί: ο Ματθαίος και ο Λουκάς και είχε προφητεύσει ο Μιχαίας.
Υπάρχουν δύο Βηθλεέμ: ή της Ιουδαίας και ή της Γαλλιλαίας.
Εις την πρώτη κατοικούσε η φυλή του Ιούδα και εις την δευτέρα ή φυλή του Νεφθαλείμ.
Η Βηθλεέμ ήταν μια μικρή και άσημη αρχαιότατη πόλη κοντά στην Ιερουσαλήμ και το όνομα της είναι σύνθετη εβραϊκή και αραμαϊκή λέξη και σημαίνει οίκος άρτου».
Συχνά αναφέρεται και ως Εφραθά όνομα που δήλωνε όχι μόνο την Βηθλεέμ αλλά και όλη την γύρω περιοχή.

Η. ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Οι Άγγελοι, Ο ΑΣΤΕΡΑΣ)
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει με λεπτομέρειες και με αξιοπιστία την γέννηση του Χριστού.
Και σαν επιστήμων – ιατρός – προσπαθεί να είναι σαφής στις περιγραφές του.
α) Μας πληροφορεί και μας ομιλεί περί πλήθους Αγγέλων που εμφανίστηκαν στον ούρανό και έψαλαν το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γής ειρήνη έν ανθρώποις ευδοκία (κεφ. Β, 13-14).
β) Αναφέρει τα περί της εμφανίσεως του Αγγέλου στους αγραυλούντες ποιμένες.
Οι ποιμένες ήταν μία τάξη περιφρονημένη από την καθωσπρέπη εβραϊκή κοινωνία της εποχής του Χριστού.
Άνθρωποι πτωχοί και άσημοι, ανήκαν στην κατώτερη κοινωνική τάξη.
Το χωριό των ποιμένων, όπου ο άγγελος απεκάλυψε την Γέννηση του Χριστού στους ποιμένες βρίσκεται προς τα Ανατολικά της πόλης Βηθλεέμ και απέχει περίπου χίλια (1.000) μέτρα.
Η απόσταση την οποία διήνυσαν οι ποιμένες για να φθάσουν στο σπήλαιο της Γεννήσεως ήταν σχετικά μικρή. έτσι έφθασαν σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα στο σπήλαιο και αξιώθηκαν οι απλοί και περιφρονημένοι αυτοί άνθρωποι πρώτοι να δεχθούν από τον Άγγελο την χαρμόσυνη είδηση και πρώτοι προσεκύνησαν το νεογέννητο Χριστό.    

Θ. Ο ΑΣΤΕΡΑΣ
Το άστρο της Βηθλεέμ αναφέρεται μόνο στον Ευαγγελιστή Ματθαίο. Επίσης αναφέρεται και στο Πρωτευαγγέλιο του Αγίου Αποστόλου Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου.
Αστρονομικώς ως προς την εμφάνιση του Αστέρος έχομε την λεγόμενη Σύνοδο Αστέρων, δηλαδή την σύμπτωση διαφόρων αστέρων στην ίδια ευθεία γραμμή.
Δεν έλειψαν όμως και οι υποστηρίζοντες ότι ενεφανίσθη νέος Αστέρας ή Κομήτης. 
Ο Ιερός Χρυσόστομος σε μια ομιλία του για την Γέννηση του Χριστού λέγει για τον Αστέρα που είδαν οι Μάγοι στον ουρανό ότι επρόκειτο περί Αγγέλου, ήταν δηλαδή Άγγελος και για αυτό ήταν ορατός και την ήμερα και για αυτό τον λόγο είχε χαθεί για κάποιο διάστημα και ξαναεμφανίστηκε στην πορεία τους στα Ιεροσόλυμα. 
Ι. ΟΙ ΜΑΓΟΙ
α) Τα περί της προσκύνησης των Μάγων αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.
Από τους θρύλους του Μεσαίωνα και ιδίως της Γερμανίας, γνωρίζομε τα ονόματά τους: Κάσπαρ, Βαλτάσαρ και Μέλχιορ.
Γεγονός είναι ότι οι μάγοι είναι τρείς εκ των δώρων, τα οποία φέρουν και οι οποίοι έχουν κάποια ιδιότητα σχετική με την πρόγνωση των γεγονότων της Ιστορίας. Τα δώρα δηλούν την ευγενή καταγωγή τους και έχουν συμβολική σημασία.
Ο Χρυσός συμβολίζει την βασιλεία (τότε το χρυσάφι πρόσφεραν στους βασιλιάδες).
Ο Λίβανος συμβολίζει την θεότητα (το λιβάνι πρόσφεραν στους θεούς). Προέρχεται από χυμούς των δένδρων του Λιβάνου και εχρησιμοποιείτο για την λατρεία της θεότητος και των αρωματισμό των ανακτόρων.
Η σμύρνα είναι σύμβολο του θανάτου. Προέρχεται από τον χυμό ενός θάμνου ευδοκιμούντος στην Σαουδική Αραβία (βαλσαμόδενδρον). Είχε έντονο άρωμα και εχρησιμοποιείτο από τους γιατρούς για την ταρίχευση κυρίως των νεκρών. Ήταν από τα πλέον βαρύτιμα δώρα. Υπήρχε στα σπίτια κυρίως των πλουσίων. Με τα τρία αυτά δώρα εσυμβολίζοντο τα τρία (3) αξιώματα του Κυρίου: Βασιλικό, Προφητικό και Ιερατικό. Και τα τρία (3) εχρησιμοποιούντο στην Ιουδαϊκή λατρεία.
Με την σμύρνα προφήτευαν ότι αυτός ο βασιλιάς θα πεθάνει για τον κόσμο ….
Οι Μάγοι ήταν επιστήμονες και ασχολούνταν με την αστρονομία και την αστρολογία και το σύνολο των τότε επιστημών.
Προέρχονται, όπως οι πλείστοι των ερμηνευτών δέχονται, από την Βαβυλώνα. Πρόκειται ασφαλώς περί απογόνων των Ιουδαϊκών υπολειμμάτων από την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία, οι οποίοι γνωρίζουν τις προφητείες της Π. Διαθήκης και του ερχομού του Μεσσία ως βασιλέως, ο οποίος θα καταλύσει τις εγκόσμιες βασιλείες και θα εγκαθιδρύσει παγκόσμια βασιλεία.
β) Η πορεία των Μάγων.
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι οι μάγοι ήλθαν από την Ανατολή στα Ιεροσόλυμα και βρήκαν στην οικία το παιδίο με την μητέρα του (κεφ. Β, 11).
Είναι φανερό ότι υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση από την προσκύνηση των ποιμένων και την προσκύνηση των μάγων. Οι ποιμένες ήσαν κοντά, ώστε δεν χρειάστηκαν αρκετό χρόνο για να φθάσουν στην Βηθλεέμ.
Το βέβαιο είναι ότι η αγία οικογένεια είχε φύγει από το σπήλαιο και έμεινε σε κάποιο σπίτι, για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Βηθλεέμ, ίσως ένα ή και περισσότερο χρόνο «Οι Μάγοι ελθόντες είς την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού». Είδον παιδίον και όχι βρέφος.
Και όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος «προ πολλού χρόνου δοκεί μοι ό αστήρ φανήναι. Επειδή πολύν κατά την οδοιπορίαν έμελλον αναλίσκειν οι μάγοι χρόνον».
Το ότι ο Ηρώδης διέταξε να σκοτώσουν τα αρσενικά παιδιά από δύο (2) χρονών και κάτω δείχνει ότι οι μάγοι προσκύνησαν τον Κύριο αρκετό χρόνο μετά και επομένως η προσκύνηση έγινε σε κάποιο σπίτι και όχι στο σπήλαιο.

Ια. ΠΟΤΕ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Μέχρι τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα τα Χριστούγεννα ήταν μια εορτή άγνωστη. Οι Χριστιανοί γιόρταζαν μόνο το Πάσχα και ίσως το μαρτύριο κάποιων επιφανών μαρτύρων.
Η εορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το πρώτον το 335 μ.Χ. είς αντικατάσταση των ειδωλολατρικών τελετών που ετελούντο προς τιμή «του Θεού ΗΛΙΟΥ».
Ο Άγιος Αυγουστίνος κλείνει τον λόγο του με την πληροφορία ότι τα γενέθλια του «ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ» (Ιησού Χριστού) πήραν την θέση της παγανιστικής (ειδωλολατρικής) γιορτής των γενεθλίων του Ανίκητου Ήλιου.
Αρχικά η εορτή των Χριστουγέννων εορταζόταν μαζί με την βάπτιση του Χριστού την 6ην Ιανουαρίου και ονομαζόταν Επιφάνεια ή Θεοφάνεια, κατά την οποίαν εβαπτίζοντο οι κατηχούμενοι και ονομάζοντο Νεοφώτιστοι.
Η εορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. το πρώτον στην Ρώμη και από εκεί διαδόθηκε σε όλη την Δύση και Ανατολή.

Ιβ. Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ
Πάνω στο Σπήλαιο της Γεννήσεως του Χριστού στην Βηθλεέμ ο αυτοκράτορας Μέγας Κων/νος και η μητέρα του Αγία Ελένη κτίσανε τον 4ο αιώνα (325 μ.Χ.) μεγαλοπρεπή βασιλική.
Η Βασιλική της Γέννησης βρίσκεται στην ανατολική πλεύρα της σημερινής Βηθλεέμ.
Αρχικά είχε τρείς (3) κεντρικές εισόδους στην δυτική όψη, έμεινε όμως μόνο η μία και αυτή έχει σμικρυνθεί κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Το εσωτερικό της Βασιλικής σώζεται στην αρχική του μορφή. Είναι πεντάκλιτη βασιλική και τα κλίτη χωρίζονται με σαράντα (40) μονόλιθες κολώνες.
Το μεγαλύτερο μέρος του Σπηλαίου της Γεννήσεως είναι σκαλισμένο στον φυσικό βράχο, ενώ το υπόλοιπο είναι κτιστό.
Η εσωτερική διαμόρφωση του Σπηλαίου όπως και όλος ο εσωτερικός του διάκοσμος χρονολογούνται τον 12ον αιώνα.
Στην βόρεια και Νότια πλευρά της βασιλικής υπάρχουν διάφορα φυσικά σπήλαια και παρεκκλήσια, τα οποία συνδέονται με γεγονότα της Γεννήσεως του Χριστού, όπως η σπηλιά των αθώων νηπίων, όπου φυλάσσονται τα οστά τους, το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωσήφ του μνήστορος, ο τάφος του αγίου Ιερωνύμου κ.ά.
Ολόκληρο το κτίριο της Βασιλικής χρονολογείται από τον 6ο μ.Χ. αιώνα εκτός από ωρισμένες αλλαγές και προσθήκες στον χώρο του Νάρθηκα.
Η Βασιλική που υπάρχει σήμερα κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστιανό πάνω στην Βασιλική που είχε κτίσει η Αγία Ελένη.
Μεγάλη καλλιτεχνική και ιστορική αξία έχουν τα ψηφιδωτά των τοίχων και οι εικόνες που είναι ζωγραφισμένες στις μονόλιθες κολώνες και περιείχαν διάφορα εικονογραφικά θέματα από την ζωή του Χριστού, προφήτες, αγγέλους, αγίους και μια τεράστια απεικόνιση του δένδρου του Ιεσσαί, επτά (7) οικουμενικές Συνόδους και επτά (7) τοπικές.
Πάνω στις κολώνες σώζονται επιγραφές στα Ελληνικά και στα Λατινικά με το όνομα του εικονογράφου Εφραίμ και τον χρόνο διακόσμησης το 1169 μ.Χ.
Πάνω από το σπήλαιο υπάρχει τρίκογχο ιερό Βήμα, νάρθηκας και αίθριο.
Πάνω στον δυτικό τοίχο του Νάρθηκα που βλέπει προς την αυλή, υπάρχει ψηφιδωτό με την παράσταση της Γέννησης του Χριστού και της προσκύνησης των Μάγων.
Η εικόνα αυτή ήταν η αιτία που έκαμε τους Πέρσες επιδρομείς το 614 μ.Χ. να σεβαστούν την βασιλική και να μην την κάψουν. Ο λόγος ήταν ότι πίστεψαν ότι ήταν δική τους εκκλησία διότι οι μάγοι έχουν εικονογραφηθεί με περσικές στολές.

Ιγ. ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 
Το αισθητικό κάλλος της Ορθοδόξου τέχνης, το μυστικό βάθος και το πνευματικό μεγαλείο συνεργούν στην μετοχή του πιστού στο καλοάγγελτο γεγονός της ενανθρωπήσεως.
Όλες οι μορφές έχουν ειδικό νόημα και συμβολισμό.
1) Η Γέννηση τοποθετείται μέσα σε σπήλαιο στοιχείο που προέρχεται από την παράδοση και το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου.
Το σκοτεινόχρωμο σπήλαιο συνδέεται με τον Άδη και θα φωτίσει ο Χριστός με την Ανάστασή του. Συμβολίζει όμως και την σκοτεινιά του προχριστιανικού κόσμου στον οποίον θα λάμψει το λυτρωτικό φώς.
2) Ο Χριστός εμφανίζεται σπαργανωμένος σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση. «Και εσπαργάνωσε αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη» (Λουκ 2,7). Το σπαργανωμένο βρέφος παραπέμπει οπτικά σε μορφές νεκρών (όπως του Λαζάρου), δίνοντάς μας μία ακόμη νύξη για το σάβανο και την ταφή του Κυρίου.
3) Η θέση της Παναγίας είναι καίρια στην εικόνα, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τον ρόλο της στο έργο της σωτηρίας.
Εικονίζεται σε άμεση σχέση με το γλυκύτατο τέκνο της, αλλά διατηρεί και κάποια απόσταση από Αυτό, υπαγορευόμενη από την γνώση της θεότητός του. Είναι τυλιγμένη στο κόκκινο μαφόριό της και την κεφαλή της περιβάλλει φωτοστέφανο και το μαφόριο της είναι στολισμένο με τρία άστρα, σύμβολα της αειπαρθενίας της (προ του τόκου, κατά τον τόκον και μετά τον τόκον παρθένος).
4) Μέσα στο σπήλαιο δεν ζωγραφίζεται άλλο πρόσωπο εκτός από την Μητέρα και το Βρέφος.
Μόνο τα δύο ζώα (βόδι και ονάριο), που η παρουσία τους είναι μία ζωγραφική υπόμνηση των καυτερών για το Ιρσαήλ λόγων του Ησαϊα.
5) Ο Ιωσήφ κάθεται έξω και κάπως απόμακρα από το Σπήλαιο.
Με αυτό τον τρόπο η βυζαντινή ζωγραφική διατυπώνει την πεποίθησή της για την απείρανδρο γέννηση του Ιησού.
Η στάση του Ιωσήφ δείχνει ότι είναι συλλογισμένος και ίσως η στάση αυτή υποσημαίνει τις αμφιβολίες που φαίνεται να έχει ακόμα.
6) Σε μερικές εικόνες μπροστά στον Ιωσήφ στέκεται και συνομιλεί ένας τσοπάνος, συνήθως γέρος, κακόμορφος, που σύμφωνα με τα Απόκρυφα είναι ο διάβολος, μεταμορφωμένος σε τσοπάνη που πειράζει τον Ιωσήφ, δείχνοντας την ροζιασμένη μαγκούρα του λέγοντας ειρωνικά, πως αν αυτό το ξεραμένο ξύλο βλαστήσει με φύλλα και κλαδιά, τότε μπορεί και μία παρθένα να γεννήσει. Σε κάποιες μάλιστα εικόνες σαν άλλη επίρρωση της Παρθενίας της Θεοτόκου, ζωγραφίζεται βλαστημένη ή ποιμενική ράβδος.
7) Οι ποιμένες, ανοιχτόκαρδοι, καλοκάγαθοι, ειρηνικοί άνθρωποι δέχονται με κατάπληξη, αλλά και χαρά το μήνυμα του ερχομού του Μεσσία, αντιπροσωπεύοντας την αγαθή μερίδα των αληθινών Ισραηλιτών που άκουσαν το καλό άγγελμα της σωτηρίας και το ενστερνίστηκαν αμέσως.
8) Οι Μάγοι είναι οι σοφοί και διαβασμένοι, που όμως η γνώση τους δεν στέκει εμπόδιο στην προσκύνηση του σαρκωθέντος Λόγου. Γι’ αυτό και η τέχνη της Εκκλησίας δίνει μεγάλη σημασία στην παρουσία τους. Οι Μάγοι, με τις λαμπρές και παράξενες στολές τους, είναι οι αναζητητές που πασχίζουν να βρουν την Αλήθεια έξω από το χώρο του Ισραήλ. Αντιπροσωπεύουν τους ανά τους αιώνες αναζητητές της αλήθειας.
9) Οι Άγγελοι ολόσωμοι, ευγενικοί και μεγαλόπρεποι, ντυμένοι με τα αρχαία ενδύματά τους (ιμάτιο και χιτώνα), σε στάσεις και κινήσεις που δείχνουν το σεβασμό στο Βρέφος αναγγέλλουν στους ποιμένες το μέγα γεγονός ότι «ετέχθη σήμερον σωτήρ ος εστίν Χριστός Κύριος».
10) Από τον ουρανό εξέρχεται μια ακτίνα και καταλήγει στο σπήλαιο πάνω από το βρέφος. Η ακτίνα αυτή σημαίνει την μια ουσία του Θεού αλλά χωρίζεται σε τρεις λάμψεις, για να προσδιορίσει τη συμμετοχή των τριών προσώπων στην θεία οικονομία της σωτηρίας.
11) Η όλη σύνθεση κλείνει με ένα ακόμα επεισόδιο, που προέρχεται από τα Απόκρυφα: το πρώτο λουτρό του βρέφους. Στο πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου περιγράφονται διάφορες φροντίδες για τον τοκετό της Μαρίας καθώς και η μαία και η βοηθός της που συνδράμανε την Παναγία και έλουσαν το αρτιγέννητο. Εικονογραφικά η σκηνή κατάγεται από αρχαία παράσταση λουτρού του Διονύσου. Η χριστιανική τέχνη από τους πρώτους αιώνες προσέλαβε το θέμα. Εξαίρεση σημειώνεται τον 18ον αι. στο Άγιο Όρος, όπου η σκηνή θεωρήθηκε μειωτική της θεότητος και κατά συνέπεια απόβλητη. Διότι το θείο βρέφος ήταν καθαρό από την ακαθαρσία.
11α) Παραταύτα όμως η σκηνή επεκράτησε. Στην ορθόδοξο αίσθηση του λαού της εκκλησίας δεν προξένησε κανένα σκανδαλισμό. Είδε στην απεικόνιση αυτή μια ακόμη έκφανση της σαρκώσεως και ενανθρωπίσεως.
12) Την εικόνα στολίζουν στοιχεία της φύσεως, δένδρα και διάφορα φυτά της γης που εικονίζονται διάσπαρτα για να δηλώσουν ότι όλη η κτίση συμμετείχε στο μεγάλο γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού.


 Ιδ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
Τα παραπάνω είναι τα ιστορικά στοιχεία βάση των ευαγγελίων και των γραπτών κειμένων. Όμως όπως η Εκκλησία μας διδάσκει και οι άγιοι πατέρες διακηρύττουν:
Με το μέγα και παράδοξο μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού:
Ο Άναρχος Θεός γεννάται χρονικά και «Θεός ών αληθινός» γίνεται άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό.
Με την θεϊκή αυτή κένωση και την παράλληλη ενανθρώπησή του, δόθηκε η δυνατότητα στα αδύνατα να γίνουν δυνατά. Και έτσι ενώθηκε:
α) το άχρονο με τον χρόνο.
β) το άφθαρτο με το φθαρτό.
γ) το άπειρο με το πεπερασμένο.
δ) το άναρχο με εκείνο που έχει αρχή.
ε) ο ουρανός με την γή.
στ) η θεία με την ανθρώπινη φύση.
Η ιστορία χωρίστηκε στα δύο (2).
Καταργήθηκε η ειδωλολατρεία.
Καταργήθηκε η δουλεία,
Κηρύσσεται η ισότης,
η ανεξικακία,
ή συγχωρητικότης,
ή αγάπη προς τον θεό και τον πλησίον.
Η Γέννηση του Χριστού δεν είναι μόνον ένα ιστορικό γεγονός.
Ο Χριστός δεν γεννήθηκε άπαξ και δια παντός. Εξακολουθεί να Γεννιέται. Γεννιέται κάθε μέρα, κάθε στιγμή, μέσα στην κάθε ανθρώπινη καρδιά που είναι έτοιμη να τον δεχθεί.
Αυτό το μεγάλο το υπέρ λόγο μυστήριο υπερβαίνει την δύναμη του λογικού μας. Ξεφεύγει από οποιαδήποτε επιστημονική έρευνα. Είναι υπόθεση καρδιακή. Είναι θέμα πίστης και βίωσης του νοήματος του μηνύματος των Χριστουγέννων. Δεν είναι αρκετή η συγκινητική συνήθεια. Δεν αρκεί το στήσιμο του Χριστουγεννιάτικου δένδρου, ο στολισμός των δρόμων και των σπιτιών, τα φανταχτερά λαμπιόνια, η ευχαρίστηση των δώρων, η απόλαυση των πλούσιων φαγητών και των άλλων πρόσκαιρων απολαύσεων.
Χρειάζεται να αγαπήσουμε ολόψυχα τον Χριστό, για να πλημμυρίσει η ψυχή μας με φώς, να γεμίσει η καρδιά μας με χαρά, να νιώσουμε αγάπη και καλοσύνη για τους συνανθρώπους μας και να γίνει η ψυχή μας φάτνη, για να μπεί ο κύριος και Σωτήρας μας και Θεός μας Ιησούς Χριστός για να μας φωτίσει, να μας αγιάσει, να χαρίσει και πάλι την ελπίδα στο χειμαζόμενο λαό της πατρίδας μας, να βγούμε από τα σκοτάδια ακολουθώντας τον Αστέρα που οδηγεί στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ και με ταπείνωση, όπως οι ποιμένες, να προσκυνήσωμε τον ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ψάλλοντας χαρμόσυνα: ΧΡΙΣΤΟΣ γεννάται δοξάσατε. ΧΡΙΣΤΟΣ εξ ουρανών απαντήσατε. ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΠΙ ΓΗΣ υψώθητε. Άσατε τώ Κυρίω πάσα η γή και έν εύφροσύνη Ανομνήσατε λαοί ότι δεδόξασται.
Έτσι με την Γέννηση του Χριστού όλος ο άνθρωπος ανακαινίζεται, όλος ό κόσμος συνεχώς αναγεννάται.

Εύχομαι σε όλους ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και τα φετινά να είναι αληθινά Χριστούγεννα για όλους.
Χαρίκλεια Ι. Βαμβάκη         




















              ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Α.
ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ: Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

ΕΞΩΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Έτσι μίλησε ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος μετά την ευχαριστία του οικογενειακού δείπνου. Παρόντες ήταν η παπαδιά, οι δύο ανύπανδρες κόρες τους, το Μυγδαλιώ και η Βασώ, ο δωδεκαετής γιος τους, ο Σπύρος, και μαζί τους ο Πανάγος ο μαραγκός, ο γείτονας, πενηντάρης, οικογενειάρχης, που συχνά επισκεπτόταν το παπαδόσπιτο, για να πιει κανένα ποτηράκι, και η θεια το Μαλαμώ η Καναλάκαινα εξηντάχρονη χήρα, μακρινή συγγενής, που είχε έρθει να φέρει την προσφορά της. Όλα αυτά συνέβαιναν

ΕΣΩΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186…

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Οι δύο άντρες στους οποίους αναφερόταν ο ιερέας είχαν πάει για ξύλα στο Στοιβωτό, μέρος υψηλό, βραχώδες και απόκρημνο.

ΠΑΠΑΔΙΑ: Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα;

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια;

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ο παπα-Φραγκούλης, μεσήλικας, ψηλός, ακμαίος ακόμη, πρώην ναυτικός, εκ φύσεως τολμηρός και ακούραστος είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του και έχοντας μελετήσει τους λόγους του οδηγούσε σταδιακά τη συζήτηση εκεί που ήθελε. Α, όχι, πώς θα ήταν δυνατό κάποιος να τους βοηθήσει έσπευσε να δηλώσει ο Πανάγος· από τη στεριά το χιόνι, από τη θάλασσα οι σφοδροί άνεμοι που έπνεαν τις τελευταίες μέρες έκαναν το μέρος απρόσιτο, αυτή ήταν η άποψη του Πανάγου. Ο παπα-Φραγκούλης όμως είχε τον σκοπό του.

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

ΠΑΝΑΓΟΣ: Καὶ γιατί δὲν κάνει καλὸν καιρὸ ὁ Χριστός, παπά, ἂν θέλῃ νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε στὴν ἑορτή του

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Ἔ! Πανάγο, γείτονα, δὲν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε… Ποῦ εἴμαστε ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ τὰ καταλάβουμε αὐτά!… Ἄλλο τὸ γενικὸ καὶ ἄλλο τὸ μερικὸ καὶ τὸ τοπικό, Πανάγο… Ἡ βαρυχειμωνιὰ γίνεται γιὰ καλό, καὶ γιὰ τὴν εὐφορίαν τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγείαν ἀκόμα. Ἀνάγκη ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε… Μὰ ὅπου εἶναι μία μερικὴ προαίρεσις καλή, κ᾽ ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώσῃ, ἂς εἶναι καὶ τόλμη ἀκόμα, καὶ ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήσῃ κανεὶς ἀνθρώπους, καθὼς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἔρχεται βοηθός, καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ, καὶ μὲ χίλια ἐμπόδια… Ἐκεῖ ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ μὲ εὐκολίας πολλὰς καὶ μὲ θαῦμα ἀκόμα, τί νομίζεις, Πανάγο;… Ἔπειτα, πῶς θέλεις νὰ κάμῃ ὁ Χριστὸς καλὸν καιρό, ἀφοῦ ἄλλες χρονιὲς ἔκαμε κ᾽ ἡμεῖς ἀπὸ ἀμέλεια δὲν πήγαμε νὰ τὸν λειτουργήσουμε;

ΠΑΠΑΔΙΑ:  Ἀλήθεια, παπά μ᾽, δὲν εἶναι καλὸ πρᾶμα αὐτοδά, θὰ πῶ, ν᾽ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο, τὴν ἡμέρα τῆς Γέννας του… Γιὰ ταῦτο θὰ μᾶς χαλάσ᾽ κι οὑ Θεός!

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Κ᾽ εἴχαμε κάμει κ᾽ ἕνα τάξιμο πέρυσι τὸ Δωδεκάμερο, ἀλήθεια, παπαδιά;

ΑΦΗΓ.: Τῷ ὄντι, ὁ μόνος υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὁ δωδεκαετὴς Σπύρος, ὃν αὐτὸς ἀπεκάλει εἰρωνικῶς καὶ θωπευτικῶς Λαμπράκην, ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καὶ ἀδυναμίας, ἐξ ἧς ἔφεγγεν οἱονεὶ τὸ προσωπάκι του, εἶχε κινδυνεύσει ν᾽ ἀποθάνῃ πέρυσι τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ παπαδιά, ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τὸ πεντηκοστόν, καὶ τὸν εἶχε μόνον καὶ ὑστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασίων, ὧν αἱ δύο πρῶται ἦσαν ὑπανδρευμέναι ἤδη, καὶ μετὰ ὀκτὼ γέννας, ὧν αἱ δύο διδύμων, καὶ πέντε θανάτους, ἡ παπαδιὰ εἶχε τάξει, ἂν ἐγλύτωνε τὸ ἀγόρι της, νὰ ὑπάγῃ τοῦ χρόνου νὰ λειτουργήσῃ τὸν Χριστόν.
Τὸ ἐνθυμεῖτο καὶ τὸ ἐσυλλογίζετο πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ παπᾶ αὐτὸ μόνον ἐσκέπτετο. Ἀλλ᾽ ἔβλεπεν ὅτι ἐφέτος θὰ ἦτο δυσκολώτατον, φοβερόν, ἀνήκουστον τόλμημα, ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος, καὶ ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦτο συγγνώμων καὶ θὰ παρεχώρει νέαν προθεσμίαν.
Ἐν τούτοις, γνωρίζουσα τὴν συνήθη τακτικὴν τοῦ παπᾶ, ὡς καὶ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνην του, ἀπεφάσισεν ἐνδομύχως νὰ μὴ ἀντιλέξῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἡρωικώτερον καὶ εἰς πολλοὺς ἀπίστευτον· ὅπου ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ ὁ παπάς, νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ μαζί του.

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Πανάγο, δὲν πᾷς, νά ᾽χῃς τὴν εὐχή, νὰ πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ τοῦ Μπέρκα νὰ ᾽ρθῇ ἀπὸ δῶ, τόνε θέλω νὰ τ᾽ πῶ;…

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Πράγματι, ο Πανάγος σηκώθηκε, καληνύχτισε και έφυγε, κατά την προτροπή του παπα-Φραγκούλη. Η συζήτηση όμως είχε ήδη αναστατώσει τους υπόλοιπους της συντροφιάς. Οι περισσότεροι, ο ένας μετά τον άλλο και ο καθένας για τους δικούς του λόγους δήλωσαν την επιθυμία τους να συμμετάσχουν σε αυτό το παράτολμο ταξίδι. Το ζητούμενο όμως ήταν τι θα έλεγε ο μπαρμπα-Στεφανής, ο καπετάνιος.

Β.
ΑΦΗΓ.: Βῆμα ἠκούσθη εἰς τὸν πρόδομον. Ἠνοίχθη ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ὁ Μπέρκας, ὑψηλός, στιβαρός, σχεδὸν ἑξηκοντούτης, μὲ παχὺν φαιὸν μύστακα, μὲ σκληρὸν καὶ ἡλιοκαὲς δέρμα, φορῶν πλατὺν κοῦκον καὶ καμιζόλαν* μαλλίνην βαθυκύανον, μὲ τὸ ζωνάρι κόκκινον δύο πιθαμὲς πλατύ. Κατόπιν τούτου ἐφάνη καὶ ἄλλη μορφή, ὀρθὴ ἱσταμένη παρὰ τὴν θύραν. Ἦτο ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, ὅστις, ἂν καὶ εἶχεν ἀφήσει τὴν καλὴν νύκτα, εἰπὼν ὅτι θὰ μετέβαινεν οἴκαδε νὰ δειπνήσῃ, οὐχ ἦττον, κεντηθείσης, φαίνεται, τῆς περιεργείας του νὰ μάθῃ τί τὸν ἤθελαν τὸν μπαρμπα-Στεφανὴ τὸν Μπέρκαν, ἀνέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παπᾶ.

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Καπετὰν Στεφανή, τί λές, μ᾽ αὐτὸν τὸν καιρό, μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ στὸ Κάστρο, μὲ τ᾽ βάρκα, ἀπὸ Σταβέτ;

ΠΑΝΑΓΟΣ: Ἀπὸ Σταβέτ;… μὲ τ᾽ βάρκα;… στὸ Κάστρο;…

ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Μπράβο! μπράβο! ἀκοῦς! ἀκοῦς! Στὸ Κάστρο; μετὰ χαρᾶς! ὄρεξη νά ᾽χῃς, ὄρεξη νά ᾽χῃς, παπά!

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Νά ἄνθρωπος! Ἔτσι σὲ θέλω, Στεφανή! Τί λές, εἶναι κίνδυνος;

ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Κίντυνος, λέει; Ντίπ, καταντίπ, καθόλ᾽! Ἐγὼ σᾶς παίρνω ἀπάνου μ᾽, παπά. Μονάχα πὼς μπορεῖ νὰ κρυώσετε, τίποτε ἄλλο. Θὰ ᾽ρθῇ, θὰ ᾽ρθῇ κ᾽ ἡ παπαδιά, θὰ ᾽ρθῇ κι ἄλλος κόσμος, πολὺς κόσμος; Ἡ βάρκα εἶναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κὶ τριάντα νομάτοι, κὶ σαράντα νομάτοι, κὶ μ᾽ οὗλες τὶς κουμπάνιες σας, μὲ τὰ σέγια* σας, μὲ τὰ πράματά σας. Κ᾽ ἡ φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, ὅσον πάει κὶ πέφτ᾽. Ταχιὰ θά ᾽χουμε καλωσύνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κὶ καλωσ᾽νεύει, νά, τώρα καλωσύνεψε!

ΑΦΗΓ.: Ὡς διὰ νὰ ψεύσῃ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξὺς συριγμὸς παγεροῦ βορρᾶ ἠκούσθη σείων τὰ δένδρα τοῦ κήπου καὶ τοὺς ξυλοτοίχους τοῦ μαγειρείου ἐπὶ τοῦ σκεπαστοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δὲ καὶ τὰ παράθυρα ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ.

ΠΑΝΑΓΟΣ:  Νά! ἀκοῦς; καλωσύνεψε!
ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Σιώπα ἐσύ, δὲν ξέρ᾽ς ἐσύ. Ἐσὺ ξέρ᾽ς νὰ πελεκᾷς στραβόξυλα* καὶ νὰ καρφώνῃς μαδέρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ στερνὴ δύναμη τῆς φουρτούνας, εἶναι ἀέρας ποὺ ψυχομαχάει. Αὔριο θὰ μαλακώσ᾽ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νά ᾽χουμε ἀκόμα καὶ καμμιὰ μικρὴ χιονιά, δὲ σᾶς λέω, μὰ ἡμεῖς, ἀπὸ Σταβέτ, ἀνάγκη δὲν ἔχουμε.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Καὶ σὰν τόνε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο;

ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Κὶ χωρὶς νὰ τόνε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο, ἐγὼ σ᾽ λέω πὼς ἀπ᾽ τὴν Κεχριὰ κ᾽ ἐκεῖ θέν᾽ ἔχουμε θαλασσίτσα. Αὐτὰ εἶναι ἀποθαλασσιὲς καὶ δὲ λείπουν, κατάλαβες, κι ὁ κόρφος μπουκάρει* ὁλοένα, κι οὗλο στρίβει. Μὰ δὲ μᾶς πειράζ᾽ ἡμᾶς αὐτό. Ἐγὼ σᾶς παίρνω ἀπάνου μ᾽, ὁ Στεφανὴς σᾶς παίρνει ἀπάν᾽ τ᾽!

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.:  Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ᾽ ἔκαμες ν᾽ ἀποφασίσω. Ἤπιες ρακί; Τράβα κι ἄλλο ἕνα.

ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Ἔχω πιεῖ πέντ᾽ ἓξ ὣς τώρα, ἔτσι νά ᾽χω τὴν εὐχή σ᾽, παπά.

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Πιὲ κι ἄλλο ἕνα νὰ γίνουν ἑφτά.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ακολούθησε συζήτηση για την ώρα του μπάρκου και για το ακριβές σημείο της αποβίβασης, το πιο ασφαλές, ώστε να φτάσουν στον προορισμό τους.

ΑΦΗΓ.: Ἔμειναν σύμφωνοι νὰ ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς, διὰ νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας νὰ ἐκκινήσωσιν.

Γ.
ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ο παπα-Φραγκούλης φρόντισε να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες προμήθειες και για τους αποκλεισθέντες και για τους ίδιους τους προσκυνητές.

ΑΦΗΓ.: Καθόσον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θυμώσῃ καὶ πάλιν ὁ καιρὸς καὶ νὰ τοὺς κλείσῃ ὁ χειμὼν εἰς τὸ Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἔμελλον νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ Κάστρον σῶοι καὶ ὑγιεῖς.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Το νέο διαδόθηκε γρήγορα στους ενορίτες. Έτσι, μέχρι τη στιγμή της αναχώρησης είχαν συγκεντρωθεί και άλλοι.

ΑΦΗΓ.: Ὅταν ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Επρόκειτο για τον παπα-Φραγκούλη, την παπαδιά, τη Βασώ, τον Σπύρο, τον μπαρμπα-Στεφανή με τον δεκαεπτάχρονο γιο του, τη θεια το Μαλαμώ, τον κυρ Αλεξανδρή τον ψάλτη, τρεις άλλους πανηγυριστές και τέσσερις προσκυνήτριες. Την τελευταία στιγμή προστέθηκε και δέκατος έκτος.

ΑΦΗΓ.: Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπὸ τὰς χιόνας.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Εξέπλευσαν. Δεν χιόνιζε, ο άνεμος όμως ήταν παγερός. Ταξίδευαν κάτω από τα άστρα που έτρεμαν στο στερέωμα και υπό τον ήχο των κυμάτων που χτυπούσαν στην ακτή. Με το πρώτο φως της μέρας οι επιβάτες είδαν τους άλλους και ήταν σαν να τους έβλεπαν για πρώτη φορά.

ΑΦΗΓ.: Πρόσωπα ὠχρὰ καὶ χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραὶ καὶ χεῖρες κοκκαλιασμέναι.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ο παπάς δεν έπαυε να ανταλλάσσει αστεϊσμούς με τους συνεπιβάτες του.

ΑΦΗΓ.: Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον θῦμα τοῦ παπα-Φραγκούλη ἦτον ὁ Ἀλεξανδρὴς ὁ ψάλτης. Ἔξαφνα τὸν ἠρώτα:

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Δὲ μοῦ λές, Ἀλεξανδρή, τί θὰ πῇ, τώρα, στὴν καταβασία τῶν Χριστουγέννων, «ὁ ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν»; Ποιὸς εἶν᾽ αὐτός, ὁ ἀνυψώσας;

ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ: Νά, ὁ ἀνιψιός σας.

ΑΦΗΓ.: Ἀπήντα ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς μὴ ἐννοῶν ἄλλως τὴν λέξιν.

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Καὶ τί θὰ πῇ «Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιών»;

ΑΦΗΓ.:  Ἠρώτα πάλιν ὁ παπάς.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ:  Νά, σκύλα Βαβυλών.

ΑΦΗΓ.: Ἀπήντα ὁ ψάλτης, νομίζων ὅτι περὶ σκύλας πράγματι ἐπρόκειτο.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Και το ταξίδι συνεχιζόταν…

ΑΦΗΓ.: Ἡ ἀκριβὴς ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ μεσημβρινοῦ λιμένος ἕως τὸ βορεινότερον ἄκρον τῆς νήσου, ὅπου ἔπλεον, θὰ ἦτο ὣς δέκα ναυτικῶν μιλίων. Ὁ παπὰς ἔβλεπεν ὅτι ἤθελον νυκτώσει, πρὶν φθάσωσιν εἰς τὸ Κάστρον.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Μετά το μεσημέρι η θάλασσα αγρίεψε.

ΑΦΗΓ.: Τὰ κύματα ἤρχισαν νὰ ὀγκοῦνται κατάπρῳρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καὶ ἡ βάρκα μὲ τὸ λευκὸν πανίον της, καὶ μὲ τὸν φλόκον καὶ τὴν ἀντένα της, ἤρχισε νὰ σκιρτᾷ ἐπὶ τῶν κυμάτων.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Οι επιβάτες ταράχτηκαν.

ΑΦΗΓ.: Μόνον δύο ἄνδρες δὲν ἐδειλίασαν, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Η απόσταση που τους χώριζε από το Κάστρο ξεπερνούσε τα τρία μίλια. Ο παπα-Φραγκούλης αποφάσισε να προχωρήσουν διά θαλάσσης μόνο με τα κουπιά και με κατεβασμένα τα πανιά, παρά τα κύματα. Ο ήλιος έφτανε στη δύση του.

ΑΦΗΓ.: Ἦτο τρίτη καὶ ἡμίσεια ὥρα. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ μὲ τὸ ἀνθρώπινον φορτίον της, ἐχόρευεν, ἐχόρευεν ἐπάνω εἰς τὸ κῦμα, πότε ἀνερχομένη εἰς ὑγρὰ ὄρη, πότε κατερχομένη εἰς ρευστὰς κοιλάδας, νῦν μὲν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ καταποντισθῇ εἰς τὴν ἄβυσσον, νῦν δὲ ἑτοίμη νὰ κατασυντριβῇ κατὰ τῆς κρημνώδους ἀκτῆς. Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα του τὴν Παράκλησιν ὅλην ἀπὸ τὸ «Πολλοῖς συνεχόμενος» ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἐστενοχωρεῖτο μὴ δυνάμενος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ παπᾶ νὰ ἐκχύσῃ ἐλευθέρως τὰς ἀφελεῖς βλασφημίας του, τὰς ὁποίας ἐμάσα κ᾽ ἔπνιγε μέσα του. Κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἔλεγε τὸ:

ΜΑΛΑΜΩ: «Θεοτόκε Παρθένε»

ΑΦΗΓ.: Κ᾽ ἐπανελάμβανεν:

ΜΑΛΑΜΩ: «Ἔλα Κ᾽στέ μ᾽! βόηθα, Παναϊά μ᾽!»

ΑΦΗΓ.: Τέλος ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. Ἐνύκτωσεν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν θὰ ἔβλεπον ἀντικρὺ τὸ Κάστρον, οὗ ἀπεῖχον τώρα δύο ἀκόμη μίλια.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ο άνεμος αγρίευε και θέριευε. Τα σύννεφα πύκνωναν κρύβοντάς τους και το ελάχιστο φως του φεγγαριού. Ο μπαρμπα-Στεφανής όμως γνώριζε καλά το μέρος. Με πολύ κόπο έφτασαν σε τόπο υπήνεμο, ένα θαλάσσιο μάρμαρο, φυσική αποβάθρα. Τράβηξαν τη βάρκα στην αμμουδιά και φορτώθηκαν τα πράγματα. Ο Βασίλης πήγε να βρει μονοπάτι να περάσουν στο κρημνώδες αυτό σημείο. Το βρήκε. Έπρεπε να ξεχιονίζουν και να προχωρούν σε ένα δρομίσκο δίπλα στον γκρεμό, που ύστερα κατηφόριζε σε παραθαλάσσιο κοίλωμα.

ΑΦΗΓ.: Ἐπάτουν προσεκτικῶς, ὡς νὰ ἐμετροῦσαν τὰ βήματά των.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Η πορεία ήταν κοπιαστική και επικίνδυνη.

ΑΦΗΓ.: Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα, ὅταν ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν. Ἐκεῖ ἐπάνω, πρὶν διέλθωσι τὴν γέφυραν, ἀπὸ τὴν σιδερόπορταν τοῦ Κάστρου, ἠκούσθησαν φωναί:

Δ.
ΑΡΓΥΡΗΣ:  Ποιοὶ εἶστε; Ποιοὶ εἶστε;

ΑΦΗΓ.: Ἠκούσθη δὲ καὶ μικρὸς κρότος, ὡς ὁ τῆς ὑψώσεως σκανδάλης τουφεκίου.
ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Καλοί! καλοί! πατριῶτες! Μὰ ἐσεῖς ποιοὶ εἶστε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πέστε μας τὰ ὀνόματά σας!

ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Ἡμεῖς εἴμαστε…

ΒΑΣΙΛΗΣ:  Μπά! αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τ᾽ ἀδερφοῦ μου.  Ἀργύρη! ἐγὼ εἶμαι!…

ΠΑΠΑ-ΦΡΑΓΚ.: Τόσο καλύτερα… μᾶς ἔβγαλαν κι ἀπὸ ἕναν κόπο.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ανέβηκαν στο Κάστρο, όπου βρήκαν τον Αργύρη της Μυλωνούς και τον Γιάννη τον Νυφιώτη. Εκείνοι τους διηγήθηκαν πώς αποκλείστηκαν από το χιόνι, πώς πέρασαν δυο νύχτες σε μια σπηλιά και πώς τους απελευθέρωσαν από εκεί δύο αιγοβοσκοί, που τώρα βρίσκονταν με τα κοπάδια τους στο φρούριο.

ΑΦΗΓ.: Τὸ φρούριον τοῦτο ἦτο γιγαντιαῖος βράχος φυτρωμένος ἐκεῖ παρὰ τὸ πέλαγος, προεκβολὴ τῆς γῆς πρὸς τὸν πόντον, ὡς νὰ ἔδειχνεν ἡ ξηρὰ τὸν γρόνθον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν προεκάλει· φοβερὸς μονοκόμματος γρανίτης ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καὶ λάροι ἤριζον περὶ κατοχῆς, διαφιλονικοῦντες ποῦ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνὸς καὶ ποῦ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Η ολιγωρία των δημοτικών αρχών και η οκνηρία των κατοίκων να επισκεφτούν τον τόπο είχαν καταστήσει το Κάστρο σωρό ερειπίων. Έτσι έμενε αλειτούργητος και ο ναός της Χριστού Γεννήσεως, η παλιά μητρόπολη του φρουρίου. Επρόκειτο για ναό παλαιότατο, ωστόσο όχι πολύ φθαρμένο. Στον ναό αυτό μπήκαν ο παπα-Φραγκούλης και η συνοδεία του. καθάρισαν και ευπρέπισαν τον χώρο, άναψαν τα καντήλια και πλήθος κεριών στα μανουάλια. Στο προαύλιο έστησαν πυρά από ξερά ξύλα και κλαδιά. Τέλος έριξαν κάρβουνα και λιβάνι στο θυμιατό.

ΑΦΗΓ.: Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας. Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κ᾽ ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Εν τω μεταξύ έφτασαν εκεί και οι βοσκοί. Άναψαν έξω δύο πυρσούς, ένα μπροστά στο Ιερό Βήμα και τον άλλο προς το βόρειο μέρος. Μέσα στον ναό υπήρχε μια εξαίρετη ζεστασιά. Ο ιερέας έβαλε «ευλογητός». Ο κυρ Αλεξανδρής έψαλλε, όχι σωστά, αλλά με περισσή ευλάβεια.

ΑΦΗΓ.: Ἀλλ᾽ ὅτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθὼν ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἁγίων ἐφάνησαν ὡς νὰ ἐφαιδρύνθησαν εἰς τοὺς τοίχους· «Ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», κ᾽ ἐσείσθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς, ἀναγνωρίσαντες οἰκεῖον αὐτοῖς τὸν ὕμνον.

Ε.
ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές απ’ έξω. Όλοι σχεδόν οι εκκλησιαζόμενοι βγήκαν από τον ναό.

ΑΦΗΓ.: Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τὸ χρέος του, φορεμένος ἤδη τὰ ἱερὰ ἄμφια, ἑτοιμαζόμενος νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν προσκομιδήν, καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής, τὸν ὁποῖον ἐκράτει τὸ βλέμμα τοῦ ἱερέως.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ένα πλοίο είχε προσαράξει σε έναν επικίνδυνο ορμίσκο, γνωστό ως Μικρό Γιαλό. Κάποιοι έτρεξαν με αυθόρμητη φιλανθρωπία στον κρημνώδη κατήφορο, για να βοηθήσουν. Οι υπόλοιποι έμειναν πάνω και φρόντιζαν να μη σβήσει η φωτιά.

ΑΦΗΓ.: Ὁ ἱερεὺς ἐβράδυνεν ἐπίτηδες εἰς τὴν Πρόθεσιν, κ᾽ ἐμνημόνευσε τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀποθαμένα, οὐ μόνον τὰ ἰδικά του καὶ τῶν ἐλθόντων πανηγυριστῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του, οὐ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνώριζεν· ἐγνώριζε δ᾽ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης, ἀποθαμένα καὶ ζωντανά. Ἐδεήθη καὶ ὑπὲρ διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος πλοίου, περὶ οὗ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἐξήγησιν, ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμβάντα. Τέλος αἱ κραυγαὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔπαυσαν, ἡσυχία ἐπῆλθεν. Ἐφάνη ὅτι βωβὴ συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει ἢ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Ο ιερέας σιγά σιγά μπήκε στη Λειτουργία, ελπίζοντας να φτάσουν και οι απόντες. Όταν ακούστηκε το «Μετά φόβου Θεού» άρχισαν να εισέρχονται ένας ένας όσοι είχαν βγει. Μέχρι το τέλος ήταν όλοι παρόντες. Τότε τους διηγήθηκαν και τι είχε συμβεί: Η γολέτα του καπετάν Κωνσταντή του Λημνιαραίου βρισκόταν δύο ημέρες πριν αγκυροβολημένη στη Δάφνη, τον όρμο του Αγίου Όρους. Οι ισχυροί άνεμοι όμως έκοψαν τις αλυσίδες και παρέσυραν το σκάφος, το οποίο με περιπετειώδη τρόπο έφτασε κοντά στο νησί τη νύχτα εκείνη των Χριστουγέννων. Τότε ξαφνικά είδαν φως από τους πυρσούς των βοσκών. Έτσι, πλησίασαν και έφτασαν στον όρμο με κίνδυνο να συντριβούν στους βράχους.

ΑΦΗΓ.: Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τὸ Δόξα ἐν ὑψίστοις.

ΣΤ.
ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Με το ξημέρωμα στρώθηκε τραπέζι με προσφορές των βοσκών, δύο υλοτόμων που είχαν έρθει από το βουνό και με προμήθειες που είχε ο καπετάν Κωνσταντής στη γολέτα του.

ΑΦΗΓ.: Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου.

ΕΞ.ΑΦΗΓ.: Την επομένη ο άνεμος κόπασε και ο καιρός γλύκανε. Ο μπαρμπα-Στεφανής και ο γιος του τράβηξαν τη βάρκα τους από την αμμουδιά και με αυτή βοήθησαν στην καθέλκυση και της γολέτας του καπετάν Κωνσταντή, που δεν είχε πάθει τίποτε.

ΑΦΗΓ.: Καὶ ἀποχαιρετίσαντες τοὺς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν εἰς τὸ γολετί, οἱ δὲ εἰς τὴν βάρκαν, πότε ρυμουλκουμένην, πότε ρυμουλκοῦσαν, καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κώπας πλέοντες, διὰ τῆς βορειανατολικῆς ὁδοῦ τὴν φορὰν ταύτην, ὡς συντομωτέρας καὶ εὐπλοωτέρας εἰς τὴν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν πολίχνην.

























































































Φώτης Κόντογλου - Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά.

Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
*
* *
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας.
παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό.
 Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
*
* *
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...

 Λεξιλόγιο
1. Βολοδέρνω - βασανίζομαι γυρνώντας ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ
2. Λεμπεσουριὰ - φτωχολογιά
3. Ρουπάκι - ἀγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω - ζωηρεύω τὴ φωτιά
5. Πυτιὰ (ἡ) - μαγιὰ ἀπ᾿ τὴν ὁποία γίνεται τὸ τυρί
6. Μογιλάλος - βουβός

 




























Ευχαριστούμε πολύ κ. Χαρίκλεια, πάρα πολύ ωραία η ομιλία σας, δεν είναι τυχαίο λοιπόν που στον πρόναο στο παρεκκλήσι της Πορταίτισσας στην Ιβήρων είχαν τους αρχαίους ημων προγόνους...... είχαν προφητεύσει για τον Χριστό και την έλευσή του!!!