Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Ελληνική γλώσσα: φαινόμενα ομαδικής ψυχοπάθειας

«…όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη
λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει»
.


Γ. Σεφέρης


 
Όταν ήμασταν σκλάβοι, χωρίς σχολεία και σχολές, κάτω από τον φρικτό ζυγό των Τούρκων: «Οι Έλληνες πάσης τάξεως έτρεφαν πάντοτε διά τα γράμματα μεγαλυτέραν εκτίμησιν από κάθε άλλον λαόν. Διά των σχολείων αυτών ελάμβανον επίγνωσιν οι νέοι της ιστορίας των, της σπουδαιότητος του Έθνους των και της σημασίας που έχει η ελευθερία διά την ανάπτυξιν ενός λαού και ιδία του Ελληνικού». (Γ.Φίνλεϋ, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», α’ τόμος, σελ. 29, εκδ. «Τολίδη»).
 Τώρα που είμαστε «ελεύθεροι», με σχολεία, δασκάλους και βιβλία και δεν μας «σκιάζει η φοβέρα» του κατακτητή: «Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τακτικής έκθεσης του ΟΟΣΑ για τις ικανότητες των 15χρονων μαθητών στα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες και την Ανάγνωση, η Ελλάδα βρίσκεται στην 42η θέση για το 2012, επί 65 χωρών συνολικά. Στην Ευρώπη καταλαμβάνει την τέταρτη, αλλά από το τέλος, θέση…».
 Μάλιστα, η μεγαλύτερη υστέρηση των Ελλήνων μαθητών παρατηρείται στην μελέτη, ανάγνωση και κατανόηση κειμένων, εν ολίγοις στο γλωσσικό μάθημα.
Και επειδή ζούμε σε «σοβαρό» κράτος, αμέσως, και όχι «άμεσα» που λένε οι αγράμματοι, λειτούργησαν τα αντανακλαστικά του προς ίασιν του νοσήματος: θα καθιερωθεί η φράγκικη «λευκή εβδομάδα», θα συνεχιστεί, δηλαδή η εβδομάδα της Τυροφάγου, κατά την οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας μας, καταναλώνουμε μόνον «λευκά» εδώδιμα. (Αυγά, γάλατα, τυριά).
 Καλώς ειπώθηκε ότι, αφού δεν μπορούμε να έχουμε ελευθερία του ήθους σ’ αυτόν τόπο, έχουμε ελευθερία των ηθών. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το υπουργείο, πρώην εθνικής παιδείας, θα παρατείνει την καρναβαλική ευωχία και κραιπάλη και κατά την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. «Λαμπρό» το μήνυμα στους μαθητές και στις οικογένειές τους, «φάγωμαν, πίωμεν», ικανοποίηση των επιθυμιών και βόσκηση των παθών. Η νηστεία, η εγκράτεια, η ολιγοδεϊα είναι αναχρονισμοί, δεν αρμόζουν σε ευρωπαϊκή χώρα. Αντί να περάσουμε το μήνυμα στους νεότερους, που και η σωματική τους ακόμη υγεία κινδυνεύει εξ αιτίας του διαιτολογίου της αφθονίας που τους επέβαλαν οι παλαιότεροι, οι οποίοι μαστίζονταν από το σύμπλεγμα του πεινασμένου, του παιδιού της Κατοχής, ότι η νηστεία, σήμερα ιδίως, είναι «γαλήνη των ψυχών, των νέων παιδαγωγός, των σωφρονούντων διδάσκαλος και τροφή της ψυχής» (άγιος Χρυσόστομος), διδάσκουμε τον, κατά τον Κονδύλη, παρασιτικό καταναλωτισμό, τον αυτοκαταστροφικό κορεσμό, την ηδονοθηρία.
 Ας επιστρέψουμε όμως στην οδυνηρή για μας έκθεση του ΟΟΣΑ.
 Η γλώσσα μας, που άνθισε στις αμμουδιές του Ομήρου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα σοι, που στα φυλλώματά της κρύβει τα αρώματα του Άθω και της Πίνδου, η γλώσσα μας, που στάθηκε προσάναμμα και εφώτισε όλη την Οικουμένη, οι νέοι, οι μαθητές μας δεν την καταλαβαίνουν. Οι γκρεμιστές της Παιδείας, το πέτυχαν, μέσω της αλλαγής των βιβλίων Γλώσσας (το 2006) με τις παρδαλές μεθόδους διδασκαλίας, διά της μετάλλαξης του δασκάλου σε εμψυχωτή μιας ομάδας ανηλίκων. Πώς να αγαπήσουν τα παιδιά την Γλώσσα μας και να νιώσουν την απόλαυση της ανάγνωσης, όταν στα βιβλία Γλώσσας, τα οποία καθημερινά ξεφυλλίζουν, στην Ε’ και Στ’ Δημοτικού, για παράδειγμα:
 (Η όλη διαδικασία ξεκίνησε με σοσιαλιστική κυβέρνηση-το 2003-και ολοκληρώθηκε επί δεξιάς-το 2006-ενδιαμέσως άλλαξε και η στελέχωση του παιδαγωγικού ινστιτούτου. Εκδιώχτηκαν τα σημιτόπαιδα και προσλήφθηκαν τα «δικά μας παιδιά»).
 1)     Εκπροσωπούνται με μόλις ένα (1) κείμενο πεζό ή ποίημα οι εξής μεγάλοι μας λογοτέχνες: Σολωμός, Παλαμάς, Ελύτης, Σεφέρης, Παπαντωνίου, Νιρβάνας, Ξενόπουλος και ακόμη χειρότερα δεν υπάρχει κανένα κείμενο ούτε για δείγμα-σε αντίθεση με προηγούμενες εκδόσεις-από τους: Βαλαωρίτη, Καβάφη, Παπαδιαμάντη, Κόντογλου, Μαβίλη, Μυριβήλη, Κρυστάλλη, Καρκαβίτσα, Πολέμη, Κάλβο, Δροσίνη, Βάρναλη, Βιζυηνό, Άγρα, Ρώτα, Ψαθά, Σικελιανό, Ρίτσο, Βρεττάκο κ.ά. Εξοστρακίστηκαν και εξοβελίστηκαν όλοι οι μεγάλοι Έλληνες συγγραφείς και μάλιστα σχεδόν όλοι όσοι από αυτούς τυγχάνουν και οι πιο πολυμεταφρασμένοι, αυτοί που διαβάζονται σήμερα από μικρούς και μεγάλους και στις πιο απίθανες γλώσσες του κόσμου.
 2)     Απουσιάζουν όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς. Οι διδακτικότατοι και ωραιότατοι μύθοι του Αισώπου. Ένα έργο των Πατέρων της Εκκλησίας, των Τριών Ιεραρχών, των οποίων η εορτή έγινε αργία… μήτηρ πάσης κακίας. (Αντί να εκδοθεί μία «απανταχούσα» του υπουργείου, που να καθιστά υποχρεωτικό τον εκκλησιασμό δασκάλων και μαθητών, «επιβραβεύεται» η τεμπελιά και η αδιαφορία. Χίλιες φορές, να κάνουμε μάθημα, παρά η ευτέλεια…).
 3)     Εκπαραθυρώθηκε το άφθαστο δημοτικό μας τραγούδι, η απαράμιλλη ποίηση της Πονεμένης Ρωμηοσύνης, «η εκτρέφουσα και συντηρούσα το εθνικόν φρόνημα, το τελεσφερώτατον όργανον της εθνικής αγωγής» κατά τον μεγάλο μας λαογράφο Ν. Πολίτη.
  («Δημοτικά Τραγούδια», εκδ. «Γράμματα», σελ. 7). Έφυγαν τα σπουδαία, τα τιμαλφή της λογοτεχνίας μας, προγραμμένοι οι μεγάλοι συγγραφείς, λογοκρίθηκαν οι άριστοι του Γένους, και τι μπήκε στην θέση τους;
 Άρθρα εφημερίδων, (από Βήμα, Νέα, Ελευθεροτυπία και Καθημερινή), μικρές αγγελίες, κείμενα από ιστοσελίδες, συνταγές μαγειρικής (περίπου 30 σ’ όλα τα βιβλία του Δημοτικού, όσα ήταν περίπου τα δημοτικά τραγούδια), κείμενα της συγγραφικής ομάδας, ανάξιες λόγου τιποτολογίες και ατάλαντες μωρολογίες. Αφίσες,  οδηγίες χρήσης καφετιέρας και κλιματιστικού, στην Στ’ Δημοτικού. Κείμενα, δηλαδή, της αγοράς… αγοραία κείμενα. (Χαχανίζουν τα παιδιά και οι δάσκαλοι-όσοι βιώνουμε την ασημαντότητα-βγαίνουμε με σκυμμένο το κεφάλι από την τάξη, πελιδνοί και ντροπιασμένοι.)
 Έφυγαν τα ωραία κείμενα και «όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τα κείμενα και τις παραδόσεις, ομοιάζει με στήλην άλατος υπό βροχήν», θα πει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Τρέχουν οι γονείς και αγοράζουν τις εφημερίδες, που προσφέρουν τα παλιά Αναγνωστικά και καλά κάνουν. Στην άκρη τα «περιοδικά ποικίλης ύλης», τα νυν βιβλία Γλώσσας, ας γευτούν τα παιδιά τα γλυκύφορα κατορθώματα των μαϊστόρων του ελληνικού λόγου.
 (Τα λέγαμε παλιά «Αναγνωστικά», γιατί μέσω των βιβλίων αυτών, δεν μάθαιναν τα παιδιά ανάγνωση μόνο, αυτό τελειώνει στην Α’ δημοτικού, αλλά γινόταν και ανάγνωση του εθνικού μας πολιτισμού, ήταν αρωματισμένα με Ελλάδα. Όλα τα Αναγνωστικά, μέχρι ίσως και  το 2006, από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους, δίδασκαν τα δύο ιερά ονόματα, Ελλάς και ελευθερία, και πάντοτε με σεβασμό στην πατρώα πίστη, την ελληνοσώτειρα Εκκλησία μας. Και η συγγραφή τους ανατίθετο σ’ ό,τι καλύτερο διέθετε η πατρίδα και όχι σε Γραικύλους).
 Και αντί να κηρύξουν οι «αμαρτωλές» ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, τα συνδικαλιστικά μας όργανα, μία απεργία διαρκείας, με μοναδικό αίτημα την αλλαγή των βιβλίων Γλώσσας, για να ανακτήσουμε και τον σεβασμό και την εκτίμηση του λαού, οι κηφήνες αδιαφορούν.
 (Έχω διαγραφεί, με αίτησή μου, από την ΔΟΕ. Παλιός συνδικαλιστής, με παρουσία στα συνδικαλιστικά όργανα, μου έλεγε για τα συνέδριά της ΔΟΕ, που τα πραγματοποιούσε- και μάλλον συνεχίζεται η τακτική- στα καλύτερα ξενοδοχεία της Αθήνας ή σε ηλιοχαρή νησιά της πατρίδας, με έξοδα των κορόιδων, των συναδέλφων, που πληρώνουν συνδρομή 30-40 ευρώ τον χρόνο. Γιατί δεν συγκεντρώνονται σε κάποιο σχολικό αμφιθέατρο και χωρίς θέρμανση;).
 Θέλω να κλείσω το κείμενο με λόγια από καρδιάς. Δεν γράφω ό,τι ξέρω, γράφω ό,τι ζω. Ντρέπομαι! ντρέπομαι,  γιατί με τέτοια εξαίσια Παράδοση και Ιστορία, καταντήσαμε περίγελως, όχι των ξένων, αλλά των παιδιών μας, των μαθητών μας. Γράφω, όχι για επίδειξη,  γράφω για την πατρίδα μου.
 «Κι όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Νάρθη ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλη και τα δυο μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να χω, στραβός θε να είμαι. Οτι σ’ αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν, να πάγω αλλού». Στρατηγός Μακρυγιάννης

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ΘΕΟΦΑΝΙΑ 2014 ΣΤΟΝ ΑΓ.ΑΝΔΡΕΑ











ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΕΠΙΑΣΕ Ο ΝΕΑΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΣΥΓΧΑΡΗΤΉΡΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑΊΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΣΤΕΦΑΝΟ!!!
 ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!!!




Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Από τα «μυξομάντιλα» και τις «ανθρωποκάμπιες» στα… «λαμόγια»

«Τον ψεμματά τσαί τον γκλεφ’ γατιέζουν ντα σως το θύρι»
(ποντιακή παροιμία)
Τον ψεύτη και τον κλέφτη τους κυνηγούν ως την πόρτα. Άλλως, τα λαμόγια δεν γλιτώνουν…



«Πιάνουμε την μύτη μας», μάς πνίγουν οι αναθυμιάσεις, η δυσωδία, όχι των τζακιών, αλλά του κομματικού υπόνομου. Ξεβράζονται οι ατιμίες και οι πομπές των αλιτήριων, κάποιοι αφήνονται ελεύθεροι με εγγύηση τα εκατομμύρια που ενθυλάκωσαν και… φουσκώνει το ποτάμι της οργής. Η οργή, όταν δεν αποτελεί πάθος, αλλά εξέγερση της ψυχής υπέρ των αδικουμένων, είναι ένα είδος «εμβριμήσεως» (=επί προσώπων, σημαίνει δυσφορώ, δυσανασχετώ, γογγύζω, κατά το λεξικό των Liddel και Scott), που χαρακτηρίζει τις ζωντανές ψυχές, όπως λέει και ο Αριστοτέλης: «Οι μη οργιζόμενοι εφ’ οις δει, ηλίθιοι δοκούντες είναι». Αοργησία, έναντι της αδικίας και του κακού, φανερώνει ευήθεια. Ό,τι και να πεις ή να γράψεις γι’ αυτούς τους αχρείους είναι λίγο. Για τον καθένα τους ισχύει αυτό που έλεγε ο σκωπτικός και δηκτικός Ροϊδης στα «Ανθελληνικά» του: «Πτυόμενος σπογγίζεται, ουδόλως δε θεωρείται προσβεβλημένος, αν οι σύγχρονοι Έλληνες φρονούσι, γράφουσι και κηρύττουσι περί αυτού, ότι γνωρίζει εικοσιτέσσαρας τρόπους να προμηθεύεται χρήματα, εξ ων ο τιμιώτερος είναι η κλοπή».

Συνηθίζω να εφαρμόζω μες στην τάξη το αειθαλές, διδακτικό θέσφατο του Πλάτωνα, «τέρπειν τε άμα και διδάσκειν», διότι «το βίαιον μάθημα, το οποίον γίνεται με κραυγάς (και απειλές και υστερίες) εξαλείφεται, ενώ το τερπνόν, το μετά χάριτος και απλότητος, παραμένει ανεξάλειπτον», θα πει και ο Μέγας Βασίλειος. (Migne, P.G. 29, 213 Α.). Ένα αστείο ξεκουράζει τα παιδιά, γαληνεύουν, αναπτερώνει την διδασκαλία.

Παλαιότερα, στις εφημερίδες και στα έντυπα, κάτι παρόμοιο ίσχυε. Ταλαντούχοι ευθυμογράφοι ή, όπως τους ονόμαζαν ευφυώς οι αρχαίοι, συγγραφείς σπουδαιογελοίων ή κλαυσιγελώτων, έγραφαν τέτοια ευτράπελα και νόστιμα κείμενα, με τα οποία καυτηρίαζαν και στηλίτευαν τα κακώς κείμενα, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα τους αναγνώστες. Θυμίζω τον μεγάλο Δημήτρη Ψαθά, τον Φρέντυ Γερμανό, παλαιότερα και ο Ροϊδης. Το δε ευθυμογράφημα του Ψαθά «η τσάντα και το τσαντάκι», που υπήρχε στο παλιό Ανθολόγιο, Ε και Στ’ Δημοτικού-σελίδα 283- ενθουσιάζει τόσο τα παιδιά, που μου ζητούν συνεχώς να τους το διαβάσω. Κάτι παρόμοιο επιχειρώ με τους παρακάτω …κλαυσιγέλωτες για τους σπουδαιογελοίους που μαγάρισαν την πατρίδα μας.

Κατά καιρούς επινοητικοί συγγραφείς, άριστοι γνώστες της γλώσσας μας, κατασκεύασαν ευμνημόνευτες λέξεις ή φράσεις, οι οποίες απέδωσαν με σαφήνεια ασχημονίες του καιρού τους ή περιέγραψαν ευκρινώς και συντόμως, αξιοκατάκριτους «ανθρωπολογικούς» τύπους της εποχής τους. Για παράδειγμα «τουρκοπιασμένους», έλεγε ο Μακρυγιάννης τους τότε οπαδούς της ελληνοτουρκικής φιλίας. «Προσκυνημένους» τους ονόμαζε ο Κολοκοτρώνης.

«Αρχοντοχωριάτες», αποκάλεσε, ο Σουρής νομίζω, τους νεόπλουτους (κι αυτή η λέξη νεολογισμός, όπως και το αντίθετό της, νεόπτωχος).

«Κοχλιαροφόρους», έλεγε ο Ροϊδης τους πολιτικούς, γιατί κρατούν κοχλιάριον (=κουτάλι), για να αδειάσουν την χύτρα του προϋπολογισμού. Οπότε, «χυτρομαχίαι», οι κομματικές διενέξεις.

«Σοφολογιότατους», χαρακτήριζε ο Σολωμός τους, κατά τον Σεφέρη, «νεόπλουτους του πνεύματος», τους ημιμαθείς, τις τενεκεδοκρόταλες δόξες και λόξες.

«Ταρτούφοι», ονομάζονταν οι ηθικολογούντες υποκριτές, λέξη εμπνεόμενη από την ομώνυμη κωμωδία του Μολιέρου.

«Καμαρίλλα» λέγονταν οι ελεεινοί κόλακες και τυχοδιώκτες, οι πρόθυμοι για οποιαδήποτε ατιμία, που δορυφορούσαν τον μονάρχη ή αργότερα-και σήμερα-τον πρωθυπουργό ή υπουργούς. Πολλοί απ’ αυτούς έπαιρναν και παράσημα, τον σταυρό του Σωτήρος. Έγραφε μία εφημερίδα της εποχής του Όθωνα:

«Οι παλαιοί επί σταυρών κρεμούσαν τους κακούργους/κι οι νέοι σήμερον κρεμούν σταυρούς επί κακούργων».

Ψαλιδόκωλους αποκάλεσε ο λαός τους φραγκοφερμένους πολιτικάντηδες, οι οποίοι επέπεσαν σαν τις μύγες στο αιμόφυρτο ακόμη σώμα της νεοσύστατης Ελλάδας, τάχα για να την κυβερνήσουν. Η έμπνευση για την ονοματοδοσία προήλθε από το «φράκο» την επίσημη στολή που κατέληγε «όπισθεν» σε δύο πτερύγια, σαν του ψαλιδιού και του χελιδονιού.

«Μυξομάντιλα», έλεγε ο λαός τους κηφήνες που προσκολλούνταν στους κομματάρχες για να αναρριχηθούν και να ζήσουν εις βάρος του δημόσιου ταμείου. Ο υπέροχος αυτός χλευασμός επαναλήφθηκε μετά από 150 χρόνια, από τον μακαρίτη Ευάγγελο Γιαννόπουλο, ως «σφουγγοκωλάριοι» πλέον, ο οποίος στηλίτευε τον αδηφάγο εσμό των «λακέδων» της εξουσίας. Ο ίδιος βέβαια, Θεός σχώρεσ’ τον, διέπρεψε «σπογγίζοντας» τα οπίσθια του «λαοπρόβλητου» αρχηγού του σοσιαληστρικού κινήματος. Πολύ επιτυχημένη ήταν και η ανάσυρση από την ρωμαϊκή ιστορία της λέξεως «γραικύλοι», η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον Παπαδιαμάντη με την εξής χρονολογική προσθήκη «γραικύλοι της σήμερον». Η λέξη είναι υποκοριστικό του Γραικός και είχε επινοηθεί από τον ρήτορα Κικέρωνα, ο οποίος βδελυσσόταν τους Έλληνες, που κολάκευαν «χαμερπώς» τους κυρίαρχους Ρωμαίους. «Ανθρωποκάμπιες», ονόμασε ο Κόντογλου τους διεφθαρμένους πολιτικούς. Ας θυμηθούμε και το επίθετο «μαλλιαροί», με το οποίο ονόμαζαν οι οπαδοί της καθαρεύουσας τους δημοτικιστές, προσωνυμία εφευρεθείσα από τον Ιωάννη Κονδυλάκη.

Αντίθετα οι καθαρευουσιάνοι ονομάστηκαν υποτιμητικώς «μακαρονιστές», διότι έγραφαν σε ύφος σχοινοτενές, με εξεζητημένη λεξιθηρία, η οποία έφτανε στα όρια του γελοίου. Να προσθέσουμε και τα γνωστά από τις εμφυλιοπολεμικές εποχές «γερμανοτσολιάς», «εαμοβούλγαρος» ή τα παρακρατικά «χαφιές» ή «μίασμα».

Και η νεότερη όμως εποχή δεν στερείται ευφάνταστων νεολογισμών, οι οποίοι πλουτίζουν την γλώσσα και απαλλάσσουν τον απλό λαό από την βάσανο της περιγραφής ενός νοσηρού φαινομένου.

Κάπου στη χαραυγή της δεκαετίας του ’80 πλάστηκε ο πασίγνωστος «πρασινοφρουρός», για να αντικρούσει την μομφή του «χουντοβασιλικού» που εκτόξευε το αντίπαλον δέος. Στα πολύ κοντινά μας χρόνια, ξεχωρίζουν «τα παπαγαλάκια». Ονομάστηκαν έτσι οι αργυρώνητοι δημοσιογραφίσκοι που παρότρυναν τον κόσμο να ριχθεί στο χρηματιστηριακό μακελειό. Λαμπρή φήμη απέκτησε και ο «ευρωλιγούρης» του Ζουράρι, ο οποίος χαρακτήριζε έτσι τους εκσυγχρονιστές που μας άλλαξαν τα φώτα «εξευρωπαϊζοντάς» μας. Νέας κοπής είναι και ο τηλεοπτικός όος «γλάστρα» που περιγράφει τις καλλίπυγες νεάνιδες, που ταλαιπωρούν και «πειράζουν» τους μικροαστούς.

Αξιοπρόσεκτη κυκλοφορία έχει και η αμερικανόφερτη λέξη «γιάπις» η οποία εξοβέλισε τις παλαιότερες «φλώρος» ή «τζιτζιφιόγκος». Στην κατηγορία, αυτή ανταποκρίνεται ο γνωστός ανιψιός της «εθναρχικής» δυναστείας.
Σήμερα γενέθλιοι τόποι παραγωγής λέξεων ετικετών είναι οι δύο διακριτοί ιδεολογικοί χώροι: των «προοδευτικών» και των «παραδοσιακών», οι ζητωκραυγαστές του πολυπολιτισμού και οι υμνητές του ελληνικού πολιτισμού, εν τη διαχρονία του.

Έτσι, έχουμε τους «νεοταξοσκώληκες» και «ναιναίκους» (από τον θαυμάσιο «Αντιφωνητή») ή «νεοποχίτες». Αυτοί ντρέπονται για την Ελλάδα, είναι πάντα με τους κυβερνώντες, υπερασπίζονται ανύπαρκτες μειονότητες, κατηγορούν ή εμπαίζουν την εκκλησία, (όπως αυτό το συριζόβλητο της Φλώρινας), επιθυμούν διακαώς «γάμο» «θηλύγλωσσων» και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα.
Να σημειώσουμε πως η πολύ γνωστή λέξη «κουλτουριάρης», ο δήθεν πνευματώδης και ευφυής των περασμένων δεκαετιών, έγινε «θολοκουλτουριάρης», μάλλον μετά την πτώση του ανύπαρκτου… «υπαρκτού».

Τότε πολλοί οπαδοί της αριστεράς και της προόδου, μεταβλήθηκαν σε οπαδούς της «αριστερόεσσας» («αστερόεσσα» λέγεται η αμερικάνικη σημαία), διότι προφανώς… θόλωσαν, ξέμειναν από βαρβάρους και στράφηκαν σ’ άλλους βαρβάρους, για να βρουν μία κάποια λύσιν στην ζωή τους. Εύηχο και καλό είναι και το «Βρυξέλληνες» (Βρυξέλλες + Έλληνες), ευφυές συνώνυμο των ευρωλιγούρηδων. Οι προοδευτικοί τώρα όσους τους κατονομάζουν, ως ανωτέρω, απαντούν, με προσδιορισμούς όπως «Ελληναράδες», «σκοταδιστές», «φανατικοί», «ρατσιστές», «φασιστόμουτρα», «θρησκόληπτοι», «υπερπατριώτες», «εθνικιστές» και λοιπά και λοιπά. Αφήσαμε τελευταία τα «λαμόγια», λέξη συνώνυμο του όρου πολιτικός σήμερον. Το 1860 η εφ. «Φως» περιγράφει την συνομιλία ενός υπουργού και κάποιον βουλευτή: «-Διατί, του είπε μειδιών και παρουσιάζω τον βουλευτήν Κυνουρίας Πετράκον, τον διαβόητον επί ζωοκλοπή, διατί εσυγχωρήσατε να εισέλθει εις τον περίβολον της Βουλής αυτός ο λύκος;

          Αφού, του απήντησεν ο υπουργός, η Βουλή εγέμισεν από ζώα, έπρεπε να έμπη κι ένας λύκος». (Κ. Σιμόπουλος, «Η διαφθορά της εξουσίας», σελ. 394). Εξαιρετικό και λίαν επίκαιρο.
           
Τελειώνοντας, λόγω χώρου, την περιήγηση στις «επώνυμες» λέξεις του νεοελληνικού βίου, θα μεταφέρουμε έναν ακόμη «ανθυπνωτικόν» ορισμό του Έλληνα, συνταχθέντα από τον Ροϊδη: «εκ πάντων των ανθρώπων ο Έλλην είναι ο μείζων έχων κλίσιν εις το να νομίζη εαυτόν μόνην αιτίαν παντός κύκλω του γινομένου θορύβου, ως ο μέθυσος εκείνος όστις ουρών πλησίον βρύσεως έμεινεν εκεί όλην την νύκτα, νομίζων ότι εξ αυτού εκπορεύεται όλον το ύδωρ, το οποίον ήκουε να τρέχη».