Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙ ΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΕΟΡΤΗ









 Ἐπέτιος τῆς Ἐθνικῆς Ἑορτῆς τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, καθ’ ἥν ἡ Ἑλλάς ἀπορρίψασα τελεσίγραφον παραδόσεως ἐδέχθη τόν πόλεμον ἀπό μέρους τῆς Ἰταλίας καὶ ὑπερησπίσατο γενναίως τά πάτρια ἐδάφη. 

ΙΕΡΕΥΣ
Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν   αἰώνων.
ΧΟΡΟΣ
Ἀπολυτίκιον.  Ἦχος α’
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα. 
Ἦχος α’  Τῆς ἐρήμου πολίτης
Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀνυμνοῦμεν τὰς χάριτας, ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν, καὶ Σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν   ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς, σὲ γὰρ σκέπην, καὶ προστάτιν, καὶ Βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι, Δόξα τοῖς  μεγαλείοις σου  Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ σκέπῃ σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ, Ἄχραντε.
Κοντάκιον  Ἦχος πλ. δ’
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε· Ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι, Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.
καὶ Δοξολογία
Δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ Φῶς...
ΙΕΡΕΥΣ
λέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.
τι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν   εὐσεβῶν καὶ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
τι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ Πατρός καὶ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Χρυσοστόμου  καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.
τι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Ἔθνους καὶ πάσης Ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἐν αὐτῷ, τοῦ κατὰ ξηράν, θάλασσαν καὶ ἀέρα φιλοχρίστου ἡμῶν Στρατοῦ, καὶ ὑπέρ τοῦ Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν ἐπὶ πλέον συνεργῆσαι καὶ κατευοδῶσαι αὐτοὺς ἐν πᾶσιν.
τι δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως πάντων τῶν   ὑπὲρ τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος ἡμῶν ἡρωϊκῶς ἀγωνισαμένων καὶ ἐνδόξως πεσόντων ἐν τοῖς ἱεροῖς τοῦ Ἔθνους ἡμῶν ἀγῶσι, πάλαι τε καὶ ἐπ' ἐσχάτων, καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον.
 τι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν πόλιν ταύτην, καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ ὀργῆς, λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, ἐμφυλίου πολέμου, καὶ αἰφνιδίου θανάτου, ὑπὲρ τὸν ἵλεων,   εὐμενῆ καὶ  εὐδιάλακτον, γενέσθαι τὸν ἀγαθὸν καὶ φιλάνθρωπον Θεὸν ἡμῶν, τοῦ ἀποστρέψαι καί, διασκεδάσαι πᾶσαν ὀργὴν καὶ νόσον,  τὴν καθ' ἡμῶν κινουμένην, καὶ ῥύσασθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐπικειμένης δικαίας αὐτοῦ ἀπειλῆς, καὶ ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
τι δεόμεθα καὶ ὑπὲρ τοῦ εἰσακοῦσαι Κύριον τὸν Θεὸν φωνῆς τῆς δεήσεως ἡμῶν τῶν   ἁμαρτωλῶν, καὶ ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
πάκουσον ἡμῶν, ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν   περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν   ἐν θαλάσσῃ μακράν, καὶ ἵλεως, ἵλεως γενοῦ ἡμῖν, Δέσποτα ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅτι καὶ αὖθις ἐπὶ τὴν εὔσημον ταύτην ἡμέραν ἤγαγες ἡμᾶς, ἐπινίκιον ᾠδὴν σοὶ ἀναμέλψαι τῷ  εὐεργέτῃ καὶ σωτῆρι ἡμῶν. Ἰδοὺ γὰρ οἱ Ἄρχοντες ἡμῶν καὶ πᾶσα συναγωγὴ λαοῦ ἐπὶ ταὐτὸ συναχθέντες ἀνάμνησιν ἐπιτελοῦμεν ἔργου θαυμαστοῦ καὶ μεγάλου, ὃ ἡ δεξιά σου εἰργάσατο ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν, εἰς ἔνδειξιν, ὅτι ἡμέρα Κυρίου ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἡμέρα πτώσεως ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον· τοὺς γὰρ ἐνδόξους συνετάραξας μετὰ ἰσχύος καὶ τοὺς ὑψηλοὺς τῇ ὕβρει συνέτριψας μετὰ δυνάμεως, Διὰ τοῦτο, Κύριε, σήμερον τῆς αἰνέσεώς σου πλήρης ἡμῶν πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἐν εὐγνωμοσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει βοῶμέν σοι· Τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισον ἡμῖν καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξον ἡμᾶς, νομοθέτησον ἡμᾶς ἐν τῇ ὁδῷ σου καὶ ὁδήγησον πάντας, τοὺς Ἄρχοντας καὶ τὸν Λαόν, ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου, ὅτι πολλοὶ κυκλόθεν οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν καὶ μακάριος ὁ λαός, οὗ ἐστι βοηθὸς Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ, Ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν   ψυχῶν τῶν   μαρτύρων ἀδελφῶν ἡμῶν δεόμεθά σου, τῶν   τε ἐν πολέμῳ πεσόντων, τῶν   τε ἀναιρεθέντων καὶ τῶν   ἐν αἰχμαλωσίᾳ καὶ ἐξορίᾳ τελειωθέντων, ἵνα αὐλισθῶσιν ἐν ἀγαθοῖς καὶ ἀναπαύσωνται μετὰ δικαίων καὶ ἵνα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ὡς βοτάνη ἀνατείλῃ, ὅπως ἂν οἵ τε ζῶντες καὶ οἱ ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως κεκοιμημένοι εὐχαριστήριον αἶνον καὶ δοξολογίαν σοὶ ἀναπέμπωμεν τῷ κραταιῷ Βασιλεῖ τῶν   αἰώνων εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ἀπόλυσις
ΧΟΡΟΣ: Τόν Ἐθνικόν Ὕμνον.
ΙΕΡΕΥΣ
Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
ΧΟΡΟΣ:  μήν. 

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Θα ξαναπούμε ΟΧΙ;

Ο ελληνισμός διέρχεται την τρίτη μεγάλη παρακμή στη μακραίωνη ιστορική του πορεία. Κατά τις δύο προηγούμενες κατέστη εύκολη λεία εισβολέων, Ρωμαίων και Τούρκων. Αποφεύγοντας να εγκύψουμε στα αίτια της παρακμής και να διδαχθούμε από τα σφάλματα των προγόνων μας συνήθως υπερτονίζουμε την προσφορά των πολιτιστικών αγαθών μας στους κατακτητές. Σήμερα δεν διατρέχουμε κίνδυνο κατάκτησης της ίδιας μορφής με τις άλλες του παρελθόντος, είμαστε όμως, δυστυχώς, εν αγνοία μας κατακτημένοι. Έχουμε υποταχθεί σε τρόπο βίου αλλοτριωτικό, τα πρότυπα του οποίου είναι η παντελής λήθη της παράδοσης και των πολιτιστικών αξιών μας, η παραίτηση από κάθε είδους δημιουργία, ο άκρατος καταναλωτισμός και ο δουλοπρεπής μιμητισμός. Υποταγμένοι στο πλασματικό αυτό είδος βίου, άβουλοι και μοιραίοι, προβαίνουμε σε απόπειρα εορτασμού των λαμπρών επετείων του παρελθόντος οκνοί και ράθυμοι υπό την επήρεια κάποιων τύψεων για την αναξιότητά μας έναντι εκείνων που έγραψαν τα έπη ή με διάθεση να τους μειώσουμε, ώστε να σμικρύνουμε το χάσμα που μας ξεχωρίζει απ’ αυτούς!
                Βέβαια δεν μας λείπουν τα παχιά λόγια κατά τον εορτασμό των επετείων, καθώς η «ξύλινη» γλώσσα των πολιτικών έχει ιδιαίτερη πέραση τέτοιες ημέρες. Πολύς ο λόγος κατ’ αυτές για την εθνική ενότητα και ομοψυχία από τους εκποιητές του έθνους στις αγορές του διεθνισμού και η εκ του ασφαλούς καταδίκη του ολοκληρωτισμού, τον οποίο δεν παύουν να εκτρέφουν όσοι φυγάδευσαν ιδανικά και οράματα και οδήγησαν σε ακραία πείνα την ψυχή του λαού, ο οποίος άγεται και φέρεται από τους δημαγωγούς, ώσπου να κορυφωθεί η αγανάκτησή του και να ζητήσει λύτρωση σε επίδοξους σωτήρες, που υπόσχονται την ανάσταση της πατρίδας!
                Είπαμε ΟΧΙ το 1940 στον επίβουλο εισβολέα. Φλυαρία ακατάσχετη μας καταλαμβάνει σχετικά με το ποιος το είπε, ο Μεταξάς ή ο λαός. Και χάνεται η ουσία του ΟΧΙ κάτω από τον σωρό γελοίων απόψεων ένθεν και ένθεν. Η ουσία είναι ότι μπορεί το δικτατορικό τότε καθεστώς της χώρας μας να είχε στοιχεία έκδηλα της συγγένειας με τα άλλα του ολοκληρωτισμού, όμως η πατρίδα μας ήταν γερά δεμένη στο άρμα της Βρετανίας, η οποία είχε τότε τον τελευταίο λόγο για κάθε τι το συμβαίνον στη χώρα μας. Αυτή την υποταγή, η οποία μας οδήγησε λίγο αργότερα στον εμφύλιο σπαραγμό και ως σήμερα μας οδηγεί σε πλήθος εθνικών ταπεινώσεων, αποφεύγουμε να σχολιάσουμε έστω και κατ’ ελάχιστο. Πώς να σταθούν οι σήμερα κρατούντες μπροστά στους νεκρούς, που βροντοφώναξαν το ΟΧΙ, αφού γνώρισμά τους είναι το ΝΑΙ σε όλες τις εντολές των πατρώνων τους. Γι’ αυτό και είναι ανυπόφορες γι’ αυτούς οι επέτειοι! Τελικά ποιός είπε το ΟΧΙ; Ασφαλώς ο δοτός από τους Άγγλους πρωθυπουργός Μεταξάς. Το κύριο όμως είναι το ποιος έγραψε το έπος. Και πέρα από κάθε αμφισβήτηση απάντηση στο ερώτημα είναι: Ο λαός μας! Ένας λαός ψυχωμένος, ενωμένος και με πίστη ότι είναι υπόθεση ιερή το «αμύνεσθαι περί πάτρης». Από πού άντλησε τις δυνάμεις ο λαός να αντισταθεί με τόσο σθένος στον εισβολέα; Το ερώτημα συνήθως αποφεύγεται να τεθεί, καθώς η απάντηση αποκαλύπτει τη γυμνότητά μας!
                Ο λαός μας είχε τότε ακόμη βαθειά πίστη στο Θεό και επίκεντρο του βίου του αποτελούσε η Εκκλησία. Ακόμη και εκείνοι, που είχαν δηλώσει υποταγή στο πνεύμα της Δύσης, πριν ο εχθρός προσβάλει τα σύνορά μας, και είχαν επηρεαστεί από την υλιστική φιλοσοφία, είχαν τρυφερές αναμνήσεις από την παιδική τους ηλικία μιας γιαγιάς, που άναβε το καντηλάκι και σταυροκοπιούνταν ατέλειωτα μπροστά στα εικονίσματα. Κι αυτή είχε επαρκή τη σοβαρότητα, που εκδηλωνόταν ως στάση βίου, ώστε να μην πιάνουν τα επιχειρήματα των «φωτισμένων» περί της πατροπαράδοτης δεισιδαιμονίας των αγραμμάτων. Αυτές οι γιαγιές και οι μανάδες ξεπροβόδισαν τα βλαστάρια τους με πόνο ψυχής προσφέροντάς τους για φυλακτό ένα σταυρουδάκι ή ένα εικονισματάκι. Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί την προσφορά τους; Γιατί άραγε όλες εκείνες οι μάνες δεν κλαψούριζαν απεγνωσμένα, αφού αντιλαμβάνονταν ότι ενδεχομένως να μην ξανάβλεπαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα; Γιατί οι νέες δεν ζήλευαν την πατρίδα, που άρπαζε από την αγκαλιά τους τον αγαπημένο τους; Γιατί τότε τα ιδανικά αποτελούσαν το άρωμα του βίου κι’ αυτά εξύμνησε και η τραγουδίστρια της νίκης! Σήμερα λέμε ΝΑΙ σε όλα, γιατί δεν έχουμε τη διάθεση να χάσουμε την χοιροτροφή, που μας προσφέρουν ως αντάλλαγμα της υποταγής μας! Έχουμε απομακρυνθεί από την πίστη στον Θεό και τη φιλοπατρία, για να απολαύσουμε τα αγαθά της ειρήνης, όπως ισχυριζόμαστε. Μόνο που η απόλαυση της χοιροτροφής οδηγεί σε κορεσμό και βυθιζόμαστε στο υπαρξιακό κενό, το οποίο καταβάλλουμε απέλπιδες προσπάθειες να πληρώσουμε με πλήθος υποκαταστάτων των ιδανικών, τα οποία υποκατάστατα απλώς εντείνουν τα αδιέξοδα! Να το ομολογήσουμε; Δεν μας αφήνει η έπαρση και η αλαζονεία μας. Γι’ αυτό επιμένουμε να αυτοδικαιωνόμαστε ισχυριζόμενοι ότι ακολουθούμε ορθή πορεία.
                Πώς να προβάλουμε το έπος του 40; Πώς να πιστέψουμε το θαύμα, που καταθέτουν οι πολεμιστές, που είχαν έντονη την αίσθηση της παρουσίας της Παναγίας στο πλάι τους. Είναι προτιμότερο για μας, τους βιώνοντες χωρίς ελπίδα (άρα και ελεύθερους κατά Καζαντζάκη) να τους χαρακτηρίσουμε αλαφροΐσκιωτους και ονειροπαρμένους. Πώς να δεχθούμε ότι στέκονταν όρθιοι στο ξεροβόρι σε βουνοκορφές με τον υδράργυρο να ταπεινώνεται στους τριάντα βαθμούς υπό το μηδέν; Πώς να δεχθούμε ότι κάποιοι πέθαναν στην προσπάθειά τους να περισώσουν τη σημαία της μονάδας, αυτήν που εμείς σήμερα απολαμβάνουμε, όταν αποσπάται από τα Ίμια ή καίεται σε διαδηλώσεις;
Έχουμε πολλούς λόγους να ταπεινώνουμε κατ’ έτος με τον ψευτοεορτασμό των επετείων τους πρωταγωνιστές του έπους. Δυστυχώς δεν αντιλαμβανόμαστε ότι επιτείνουμε τη δική μας ταπείνωση, καθώς αποκαλύπτουμε τη μικρότητά μας. Αν η στάση μας αυτή συνεχιστεί για γενιές, τότε η άτεγκτη ιστορία δεν θα μας διατηρήσει στο προσκήνιο με το να την δωροδοκήσουμε με δάφνες προγονικές. Ο εχθρός που μας κατέλαβε δεν είναι σαν τους άλλους. Είναι ύπουλος και εκμαυλιστικός. Λέει πως δεν ζητά τίποτε από μας και ήδη μας τα πήρε όλα. Διορθώνουμε: Του τα δώσαμε όλα και μάλιστα τον υποδεχθήκαμε ως ελευθερωτή από το χρέος που μας κληρονόμησαν οι πρόγονοί μας: Να μαχόμαστε υπέρ πίστεως και πατρίδος. Εκείνο το χρέος ήταν επαχθές και απεχθές. Προτιμούμε το οικονομικό χρέος, που, όπως μας λένε, είναι βιώσιμο ακόμη και αν εμείς σβήσουμε!

                                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Έτσι κερδίζονται οι νίκες…

Ξεφύλλιζα αυτές τις ημέρες έναν τόμο, τιτλοφορείται: «Η εποποιΐα 1940-41», εκδόσεις «Αρχείον Ιστορικόν Σελίδων» (του 1965), ο οποίος περιέχει, σε φωτοτυπίες, πρωτοσέλιδα εφημερίδων της εποχής του 1940-41, κατά την διάρκεια τής μεγαλειώδους νίκης. Σε πολλά διαβάζουμε κείμενα πολεμικών ανταποκριτών.

Σ’ ένα απ’ αυτά ο Αλέκος Λιδωρίκης (δημοσιογράφος και γνωστός θεατρικός συγγραφέας 1907-1988), τον Ιανουάριο του 1941, γράφει στην εφημερίδα «Η ΝΙΚΗ», για «το μεγάλο μυστικό των πολεμιστών μας». Ζει με τους στρατιώτες, μοιράζεται τα πάθια και τους καημούς τους, χαίρεται και καμαρώνει την αντρειοσύνη τους. «Κάπου στο μέτωπο», όπως σημειώνει, συναντά έναν φαντάρο.
Αντιγράφω: «Αυτό που μου ‘κανε κατάπληξη, που μου ‘δωσε συγκίνηση, που έκθαμβο με κράτησε για αρκετά λεπτά, ήταν το θέαμα ενός φαντάρου, που κουρασμένος, τσακισμένος, με γένεια ατίθασα και άτακτα, αιματωμένος, λασπωμένος, είχε τραβήξει μοναχός κάτω από ένα δέντρο και κάτι χάραζε σ’ ένα χαρτί. Πλησίασα για να τον δω, βέβαιος πως γράφει στην μάνα, στη γυναίκα του, στο σπίτι… Μα τί μεγάλο λάθος! Με τη ορθογραφία που κρατώ, διάβασα αυτούς τους στίχους:
“Βρε τη κανόνια, τη ντουφέκια, τη κακό/στους Ιταλούς σκορπίσαμαι παντού τον πανικό/Βόηθα Χριστέ και Παναγιά και ση άγιου Ανδρέα/στη χάρη σου να φθάσωμε όλος ο στρατός παρέα”.
Τον κοίταξα, με κοίταξε… Αυθόρμητα με πήρε το γέλιο, που ίσως να έμοιαζε με κλάμα…
-Βρέ συ, τι κάνεις; τον ρώτησα χτυπώντας τον στον ώμο…
Σήκωσε το κεφάλι του, έξυσε τ’ αγριωπά του γένεια, με την παλάμη ολόκληρη. Κι απάντησε:
-Γλεντάω!
Μία λέξη… Μέσα σ’ αυτήν ας διακρίνει ο αναγνώστης κάτι από το μυστήριο, το ανεξάντλητο γοητευτικό μυστήριο που κρύβει στην ψυχή του ο αγαπημένος στρατιώτης μας».
Γλέντι ήταν το ’40 για τον λαό μας, τον οπλίτη και τον πολίτη. Πανηγύρι ήταν ο πόλεμος. Γλεντούσε, καταματωμένος ο άγνωστος στρατιώτης. Το μυστικό, το γοητευτικό μυστήριο, που τάραζαν τα σπλάχνα του-και δεν μας το αποκαλύπτει ο αείμνηστος Λιδωρίκης-ήταν ένα, απλό και μεγαλοπρεπές: το ντροπή να ντροπιαστούμε. Εκείνη η γενιά, η γενιά του ’40, σκαρφάλωσε στις περήφανες αετοκορφές, «κομμένες θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού», γιατί άφηναν πίσω τους «λίκνα και τάφους, που μουρμουρίζουν» (Νικ. Βρεττάκος), το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα την μέθυσε, μία νηφάλιος μέθη που στην γλώσσα μας λέγεται φιλοπατρία.
Θυμήθηκα μια φράση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού: « …Καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγας διά να πετά εις τον αέρα, ούτω και ημείς χρειαζόμεθα αυτάς τα δύο αγάπας-αγάπην εις τον Θεόν μας και εις τους αδελφούς μας-διότι χωρίς αυτών είναι αδύνατον να σωθώμεν» («Κοσμάς ο Αιτωλός», επ. Αυγουστίνου Καντιώτου, σελ. 109).
Αν θέλουμε και μεις ως πατρίδα να πετάξουμε, πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι τα πρωτινά μας φτερά τα μεγάλα. Και η μία «πτέρυγα» λέγεται φιλοπατρία και η άλλη πίστη.
Το ’40, το βράδυ που επισκέφτηκε ο Γκράτσι τον Μεταξά και κηρύχτηκε ο πόλεμος, ξεκίνησε μία κρίση. Σ’ εκείνη την κρίση ο λαός μας, δεν κρύφτηκε στα υπόγεια, όπως τον θέλουν οι Γραικύλοι της σήμερον, που γράφουν τις έντυπες μαγαρισιές και τις περνούν και στα σχολικά βιβλία. (Βιβλίο Γλώσσας Ε’ Δημοτικού, σελ. 44-45). Σ’ εκείνη την κρίση δεν περίμεναν από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών, να βρουν παρηγοριά.
Διαβάζω και πάλι μία άλλη ανταπόκριση του Αλ. Λιδωρίκη, στην εφ. «Ασύρματος» αυτή τη φορά, στις 25 Μαρτίου του 1941.
«Απάνω στην Κλεισούρα μία νύχτα βροχερή και σκοτεινή, θυμάμαι ένα παλληκαρόπουλο που άκουγε σκεπτικό τ’ άλλα παιδιά να τραγουδάνε σιγά-σιγά, γλυκά-γλυκά, πεσμένα και κουκουλωμένα πάνω και μέσα στις κουβέρτες τους και στα αντίσκηνά τους. Θολώσανε έξαφνα τα μάτια του.
-Ξέρεις τι σκέπτομαι; μου είπε. Πώς ήμασταν ως τώρα γενιά φτωχή και αλογάριαστη και παρεξηγημένη. Μας έλεγαν ανάξιους των προγόνων μας, μιλούσανε μόνο γι’ αυτούς και μας ξεγράφανε τους νέους, σαν να μην είχαμε και μεις στα στήθη μας φωτιά…
Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος που φτάσαμε ως κι οι ίδιοι-εμείς οι Έλληνες-να το πιστέψουμε απόλυτα. Είχαμε λησμονήσει κι αυτούς τους στίχους του μεγάλου Σολωμού:
-Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαχτο ετοιμάζει
γάλα αντρειάς και ελευθεριάς».
Ίσως και σήμερα αυτό το άθλιο, τρισάθλιο και κακόβουλο ψέμα μας καθηλώνει, μας παραλύει. Πώς νέρωσε πια το γάλα της Ελληνίδας μάνας μας, πως σβήστηκε η Παράδοση. Όχι. Τίποτε δεν χάθηκε. Αν φύγουν τα σάβανα και οι σαβανωτές μας, ξένοι και οι ημέτερες ανθρωποκάμπιες της πολιτικής, θα λάμψει και πάλι η ηλιόλουστη Ελλάδα μας.
Να κλείσω μ’ ένα από τα ηρωϊκότερα επεισόδια εκείνου του καιρού. Το διηγήθηκε ο Στρατής Μυριβήλης, κατά την εκφώνηση του πανηγυρικού στην Ακαδημία Αθηνών στις 27 Οκτωβρίου του 1960.
«Είχε οργανωθή, όπως θα θυμάστε, κατά τη διάρκεια του αγώνος υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος, από τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό, σ’ αυτή την υπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε.
Ο κόσμος έκαμε ουρά κάθε μέρα για να δώση το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα λοιπόν ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
-Εσύ, παπούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλει εδώ;
Ο γέρος απάντησε δειλά:
-Ήρθα κ’ εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιό ζωηρή.
-Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δυό, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους γιατί δε θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κ’ εγώ το δικό μου. “Άϊντε, πήγαινε, γέρο μου” μου είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κ’ εγώ σηκώθηκα και ήρθα.
Αγαπητοί φίλοι.
Σας ανέφερα περιπτώσεις που μπορούν και έπρεπε να γράφουνται στα βιβλία των παιδιών μας, όταν θ’ αποχτήσουν τα παιδιά μας τα βιβλία που πρέπει, όπως αναφέρουνται παραδείγματα για την ανδρεία και την αρετή των Ελλήνων, ξεσηκωμένα απ’ την αρχαία μας ιστορία. Από κανένα απ’ αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δεν είναι κατώτερα αυτά που είδα και άκουσα στην προκάλυψη του Ελληνικού Στρατού, το χειμώνα του ’41. Όμως καμμιά ιστορία, ούτε η αρχαία ελληνική, δεν αναφέρει ένα παράδειγμα, σαν κι αυτό που μου διηγήθηκε ο φίλος μου ο γιατρός του Ερυθρού Σταυρού. Το νέο στοιχείο που προσθέτει τούτη η διήγηση, είναι το στοιχείο της αγάπης. Είναι το στοιχείο του χριστιανικού αλτρουισμού, με το οποίο η θρησκεία του Ιησού συμπλήρωσε τον κανόνα της αρετής που μας παράδωσε η αρχαία Ελλάδα. Ανδρείους μπορεί να βγάλη κάθε πατρίδα. Αγίους, όμως, μόνο η Ελλάδα».

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ενορία Παναγίας Ελεούσης Ερετρίας στον Μαλακώντα



Η ενορία της Παναγίας Ελεούσης της Ερέτριας στον Μαλακώντα ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 2010. 
Είναι η τρίτη και νεότερη ενορία της Ερέτριας και πανηγυρίζει δύο φορές, αφού έχει δύο κεντρικούς ναούς.
 Στις 8 Σεπτεμβρίου πανηγυρίζει το Γενέσιο της Θεοτόκου και στις 30 Νοεμβρίου τον Άγιο Ανδρέα στον ομώνυμο ναό, που βρίσκεται στην παραλία του Αγίου Ανδρέα στον Μαλακώντα. Όμορφα πανηγύρια γίνονται ακόμη την Παρασκευή της Διακαινησίμου για την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε γιορτάζει η Παναγία η Πορταΐτισσα στην είσοδο της πανέμορφης αυλής της Παναγίας μαζί με τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη, καθώς και στις 26 προς 27 Αυγούστου, κατά την Ιερά Αγρυπνία που τελείται προς τιμήν του Αγίου Φανουρίου. 
Στα πανηγύρια μοιράζεται σε όλους τους πιστούς ευλογημένο φαγητό, που με αγάπη και μεράκι μαγειρεύουν και προσφέρουν οι κάτοικοι της περιοχής.
Όσοι βρίσκεστε στην περιοχή μας την καλοκαιρινή περίοδο μην παραλείψετε να παρακολουθήσετε την εορτή λήξης των Κατηχητικών της ενορίας, που διοργανώνεται στο Δημοτικό Σχολείο του Μαλακώντα στο τέλος της κατηχητικής χρονιάς τον Ιούνιο. 

Τα παιδιά μετέχουν σε θεατρικά ή κινηματογραφικά δρώμενα, χορεύουν και τραγουδούν στο πλαίσιο πάντα της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας. 
Μετά το πέρας της γιορτής παρατίθεται τράπεζα σε όλους στην αυλή του σχολείου.
 Είναι κάτι που θα σας μείνει αξέχαστο.