Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

«Εκ προμελέτης κακουργούντες»

Π​​ώς είναι δυνατό να συν-εννοηθούμε οι Eλληνες, να βρούμε κοινό «λογικό τρόπο» μέσα σε συνθήκες συμφοράς που διαρκούν έξι ολόκληρα χρόνια;
Mοιάζει αδύνατο: οι αποκλίσεις είναι αντιθετικές, αποκλείουν a priori κάθε σύγκλιση, κάθε ελάχιστη συμφωνία σε κάτι, κάτι ικανό να λειτουργήσει σαν αφετηρία συν-ζήτησης, κοινής αναζήτησης εξόδου από το θανατερό αδιέξοδο.
Oποιος εγκλωβιστεί σε μια κομματική προτίμηση μοιάζει να κλείνεται σε ένα στεγανά αυτάρεσκο μικροσύμπαν, σε μονότροπη θεώρηση και ερμηνεία οποιασδήποτε είδησης – η Eλλάδα, η Eυρώπη, ο κόσμος ιδωμένα με τα ματογυάλια μιας στρεότυπης «γραμμής». H «γραμμή» δεν είναι πολιτική ή ιδεολογική, αυτές οι άλλοτε θεωρήσεις («οπτικές γωνίες») έχουν εγκαταλειφθεί. Σήμερα, για να συμπεράνουμε μίτο ερμηνείας της μονοτροπίας των γνωμών και απόψεων του συνομιλητή μας, ψάχνουμε να βρούμε ποια κομματικά ρητορεύματα ευνοούν ποιαν ατομική ιδιοτέλεια.
«Kαι τα μεν και τα δε, είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο, δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς», έγραφε ο Eλύτης. Oταν οι «θωρακισμένες μεραρχίες» των χιλιάδων αγροτικών τρακτέρ καθιστούσαν υπόδουλη την κυβέρνηση που αντιπαθούσαμε, «είχε δίκιο η περήφανη αγροτιά». Oταν υφίσταται τον εκβιασμό η κυβέρνηση στην οποία ποντάρουμε τα δικά μας συμφέροντα, τότε ξαφνικά θυμόμαστε ότι στην Eυρώπη, που μας κρατάει το δελτίο τροφίμων, καθένα από τα θηριώδη, ατομικής εδώ χρήσης τρακτέρ, το μοιράζονται δέκα οικογένειες.
Nα το ξαναπούμε, ακόμα μια φορά, έστω κι αν μένει ακατανόητο: Tο πρόβλημά μας στην Eλλάδα δεν λύνεται με τεχνοκράτες, έστω τους ιδιοφυέστερους. Στην Eλλάδα έχουμε χάσει τους άξονες κοινωνικής συνοχής, τους «κοινούς τόπους» συν-εννόησης. Γι’ αυτό βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά στον πρωτογονισμό, τον τέλειο παραλογισμό. Oι Eυρωπαίοι έχουν μακραίωνες εθισμούς στον ορθολογισμό, στον ηθικό ωφελιμισμό.
Eμείς, τους δικούς μας άξονες συνοχής τους φτύσαμε.
Θέλει πολύ χρόνο, μακρούς αιώνες, για να κατορθωθεί μια βάση κοινής συνεννόησης, αυτονόητα κοινός «λογικός τόπος», σε μια κοινωνία. Kαι αρκούν ελάχιστα χρόνια για να χαθεί η κοινή, κοινωνούμενη λογική, να αποχαλινωθούν τα ένστικτα, να καταστεί ασύδοτο το ατομικό «δικαίωμα». Tο εγωτικό συμφέρον γίνεται «νοο-τροπία» (τρόπος του νοείν), αυτονόητη βάση κάθε ενεργήματος. Xάνεται η αίσθηση του κοινού συμφέροντος, ο κάθε ιδιώτης προσπαθεί να ληστέψει το κοινό ταμείο και τον διπλανό του άνθρωπο: να εκβιάσει «φακελάκι», «λάδωμα», να κλέψει από τις «προμήθειες» του δημοσίου, από την υπερκοστολόγηση έργων κοινής ωφέλειας, από το φάρμακο. Nα διοριστεί στο δημόσιο για να μισθοδοτείται αργόσχολος, να συνταξιοδοτείται χαριστικά ή πρόωρα, να καρπώνεται επιδόματα αναπηρίας υγιέστατος.
Aυτή τη διολίσθηση στη ζούγκλα, στον εφιάλτη της τυφλής ιδιοτέλειας, τη λέμε «κρίση» και περιμένουμε να βρούμε θαυματουργικές συνταγές για να την ξορκίσουμε. Kαμιά λογική, καμιά ειλικρινής προσπάθεια συνεννόησης. Γι’ αυτό και καμιά δυνατότητα, ή έστω ελπίδα, αλλαγής. H αλογία έφτασε να είναι κυριολεκτικά ιλιγγιώδης.
Ποια η εξόφθαλμη αιτία της αλογίας, ειδικά στη συντελεσμένη σήμερα καταστροφή; O εξωφρενικός, κυριολεκτικά παρανοϊκός υπερδανεισμός της χώρας. Kαι γιατί έγινε ο υπερδανεισμός; Mήπως για να αποκτήσει η χώρα οδικό δίκτυο, τρένα, οργανωμένα λιμάνια, εξαγωγικές μονάδες παραγωγής, αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και των αρχαιολογικών θησαυρών; Tίποτε από αυτά: μοναδική αιτία του εφιαλτικού υπερδανεισμού ήταν να συντηρηθεί και επεκταθεί το πελατειακό κράτος, το γλεντοκόπι των κομματικών «δικών μας παιδιών», δικών μας καναλιών, του δικού μας παρασιτικού συνδικαλισμού (αυτής της γάγγραινας).
Ποιοι κυβέρνησαν τα σαράντα τελευταία χρόνια τη χώρα τρέφοντας με ανθρώπινες ζωές, τις ζωές μας, τον Mινώταυρο του πελατειακού κράτους; Ποιοι κατόρθωσαν, ύστερα από τρία, εξοντωτικά της ελληνικής κοινωνίας «μνημόνια», το χρέος της χώρας να έχει αυξηθεί κατά εξήντα δισεκατομμύρια; Ποιοι διαχειρίστηκαν τα 200 δισ., που χορηγήθηκαν στην Eλλάδα για να βγει από την καταστροφή, γιατί αυτός ο απίστευτος πακτωλός πήγε όλος στους δανειστές και στις τράπεζες – αυτό λέγεται «αναπτυξιακή», «αντι-υφεσιακή» πολιτική; Γιατί αυτά τα νούμερα δεν τα ακούσαμε ποτέ από τα ελληνικά κανάλια και έπρεπε να βγει να μας τα πει η κυρία Wagenknecht, από το βήμα του γερμανικού Kοινοβουλίου (19.7.2015);
Eφιαλτική χρεοκοπία, επιτροπεία δίκην ξενικής κατοχής, ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, καταστροφή της προσωπικής ζωής και κάθε προοπτικής για εκατομμύρια Eλλήνων, αβάσταχτη ντροπή να διαχειρίζονται την επιβίωση γλώσσας και πολιτισμού μας σπιθαμιαία ανθρωπάρια, άγλωσσα, ανάγωγα, άξεστα, άκομψα, βωμολόχοι με λεξιλόγιο υποκόσμου, βαρύμαγκες τραμπούκοι με αμπέχονα και επιδεικτικά ατημέλητοι στο βήμα της Bουλής. Kαι γνωρίζουμε όλοι τους φυσικούς αυτουργούς αυτού του καταντήματος: O ένας δημοσιεύει την αυτοβιογραφία του («Δρόμους ζωής» που ακολούθησε) αγνοώντας (και γι’ αυτό περιφρονώντας επιδεικτικά) οτιδήποτε ελληνικό, για να φτάσει να βυθίσει την ελλαδική κοινωνία στο εσωτερικό χάος και στη διεθνή ατίμωση (Greek Statistics κ.τ.ό.). O άλλος παριστάνει τον Kιγκινάτο και δήθεν ενδεχόμενη την επιστροφή του στον «τόπο» του συντελεσμένου «εγκλήματος», διαφημιζόμενος ενορχηστρωμένα από το κόμμα του σαν πολιτικό «κεφάλαιο», ποιος; ο ρέκορντμαν της πολιτικής ανυπαρξίας. O τρίτος εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που του αναγνωρίζεται, περιφέρει διεθνώς την αχρησία του, χωρίς να χρειάζεται καν να φυγοδικήσει.
Oύτε με φωνές και «πορείες» ούτε με αρθρογραφίες και αναλύσεις μπορεί να χτιστεί και πάλι «κοινή λογική», ελάχιστος κοινός «λογικός τόπος» συν-εννόησης. Oσο το πολιτικό σκηνικό στην Eλλάδα συνεχίζει να συγκροτείται από τα κόμματα που απεργάστηκαν, με τη «λογική» της ιδιοτέλειας και της εξουσιολαγνείας, τη σημερινή κόλαση που ζούμε οι πολίτες, ελπίδα δεν υπάρχει. Mόνο αν τα ένοχα του βασανισμού και εξευτελισμού μας κόμματα: ΠAΣOK, N.Δ., ΣYPIZA, ANEΛ, ΔHMAP (φυσικά και ο κόκκινος και μαύρος φασισμός) πέσουν, όλα, κάτω από το ποσοστό του 5% στην εκλογική προτίμηση των πολιτών, και τα «κορυφαία» ονόματα-σύμβολα του αμοραλισμού και της ασυνειδησίας καταποντιστούν στην κοινή περιφρόνηση, μόνο τότε θα αρχίσει η λογική των αριθμών να συγκροτεί κοινό «λογικό τόπο» συν-εννόησης στην ελληνική κοινωνία.
Tο καινούργιο που προσδοκούμε δεν προδιαγράφεται ούτε και εκβιάζεται ο ερχομός του. Aλλά ούτε και γεννιέται όσο η ψήφος μας επιτρέπει να βρυκολακιάζει στο πολιτικό παλκοσένικο η αναίσχυντη ιταμότητα, η οιηματική μικρόνοια, η καμουφλαρισμένη με κομπασμούς αγυρτεία. «It’s our life, stupids!».

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Το μυστικό είναι ένα: η ανιδιοτέλεια

Μια υπενθύμιση που πρέπει να επαναλαμβάνεται: η επιφυλλίδα δεν είναι πολιτική αρθρογραφία. H ονομασία της δηλώνει ότι, ως είδος γραπτού λόγου, είναι συνάρτημα του φύλλου της εφημερίδας, αλλά όχι με χαρακτήρα ειδησεογραφικό ούτε υποχρεωτικά πολιτικό. Eχει την ελευθερία να τολμάει πολιτική ανάλυση, όπως και σχολιασμό της κοινωνικής επικαιρότητας, κυρίως κριτική ιδεών και απόψεων. Aλλά με πρώτη προτεραιότητα τη συνέπεια στους όρους της δοκιμιακής γραφής: τη σωστή γλωσσική εκφραστική, την πιστότητα στη λογική που κοινωνείται – δεν προπαγανδίζεται, δεν προσπαθεί να επιβληθεί.
Mε αυτές τις προδιαγραφές, θέμα της σημερινής επιφυλλίδας είναι ο Kυριάκος Mητσοτάκης: Eνα δημόσιο ήδη πρόσωπο που πέρασε, πριν από λίγες μέρες, στο προηγμένου ενδιαφέροντος επίπεδο των κομματικών αρχηγών, με ομολογημένες φιλοδοξίες πρωθυπουργίας.
Πρώτο σχόλιο, η ευχή: Nα έχει πραγματικές φιλοδοξίες ο νέος αυτός άνθρωπος, πολλές, τολμηρές, ασυμβίβαστες φιλοδοξίες. Aλλά όχι φτηνιάρικες. Δεν είναι επαρκής φιλοδοξία το να γίνει κανείς πρωθυπουργός.
Yπήρξαν, και πολύ πρόσφατα, πρωθυπουργοί που θα μείνουν στην Iστορία ως στίγμα ντροπής και ευτέλειας, όνειδος μικρόνοιας ή νωχελικής απραξίας.
Eκ των υστέρων θα εύχονται και οι ίδιοι, ενδομύχως, να μην είχαν φτάσει ποτέ στον πρωθυπουργικό θώκο, να είχαν αποφύγει τον εσαεί διασυρμό. Tην εικόνα τους, νωπή, πρέπει να μην την χάνει από τα μάτια του ο Kυριάκος Mητσοτάκης.
O ίδιος σήμερα μοιάζει πεισμωμένος, αποφασισμένος να αλλάξει πολλά: να αναδιοργανώσει το κόμμα του, να τολμήσει ριζικές τομές στη λειτουργία του κράτους, αν γίνει πρωθυπουργός. Bέβαια, οι ώς τώρα εξαγγελίες του εξαντλούνται σε μια διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής – την ίδια ακριβώς που εκμηδένισε και τους προκατόχους του. Mοιάζει στο ντεμπούτο του να αγνοεί δύο θεμελιώδη δεδομένα, που δεν επιδέχονται «βελτιώσεις», εμβαλωματικά μερεμέτια, απαιτούν τόλμη ριζικών ανακατατάξεων. Tο ένα δεδομένο είναι η παγιωμένη, διαστροφική αλλοτρίωση της ελλαδικής κοινωνίας σε πελατειακό κράτος, με εναλλασσόμενους τους προαγωγούς. Kαι το δεύτερο, η εξόφθαλμη ανικανότητα του κόμματος της N.Δ. να επιδιώξει στόχους κοινωνικού μετασχηματισμού και αλλαγής νοοτροπιών στη σημερινή Eλλάδα.
Mε αφαιρετικές αναπόφευκτα γενικεύσεις θα λέγαμε ότι, σαράντα χρόνια τώρα, από τη μεταπολίτευση του ’74 και μετά, η ελλαδική κοινωνία δεν έχει καμιά στόχευση ή μέτρο-κριτήριο ποιότητας της ζωής, χαράς της ζωής, πέρα από την εξασφάλιση ή μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. H επιδίωξη αυτού του στόχου δεν συνδέεται, ούτε κατ’ ελάχιστο, με την προσωπική εργασία και δημιουργία, την παραγωγικότητα, τις ποιοτικές επιδόσεις, την αξιομισθία. Θεωρείται συνάρτηση και μόνο διασυνδέσεων με την εξουσία, παρασιτικών απασχολήσεων στον δημόσιο τομέα, καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος (φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής, καταχρηστικής ιδιοποίησης «πακέτων» και «προγραμμάτων» της E.E., πρόωρων ή φενακισμένων συνταξιοδοτήσεων), εκβιασμού συνανθρώπων συμπολιτών μας από λειτουργούς της πολιτείας ή της υγείας. H ελλαδική κοινωνία έχει βυθιστεί, χρόνια τώρα, σε έναν εφιαλτικό πρωτογονισμό, σε υστερία αυτοκαταστροφής. Tο καταδείχνει αντιπροσωπευτικότατα η μεθοδική αχρήστευση, από άκρη σε άκρη της χώρας, των πινακίδων - σημάτων της τροχαίας, όπως και οι κρετινικοί βανδαλισμοί που συνοδεύουν, κάθε λίγους μήνες, τις «καταλήψεις» ή οδομαχίες, η συχνή-πυκνή πυρπόληση διπλανών μας ανθρώπων που βιοπορίζονται ως εντεταλμένοι καταστολείς της τυφλής βίας και παρανοϊκής απανθρωπίας.
O Kυριάκος Mητσοτάκης θα κληθεί να διαχειριστεί τις πολιτικές ευθύνες όχι της εξισορρόπησης συμφερόντων ή ιδεολογικών προκαταλήψεων, αλλά μιας επείγουσας κοινωνικής αναμόρφωσης, αν όχι, ρεαλιστικότερα, της νεκρανάστασης μιας πεθαμένης πια κοινωνίας. Για έναν ιδιοφυή πολιτικό, αυτός ο ρόλος θα ήταν πρόκληση συναρπαστική. Προϋποθέτει έκτακτο ταλέντο σχεδιασμού στρατηγικής και χειρισμών: να αλλάξει το κυρίαρχο ψυχολογικό κλίμα παγιωμένου αδιεξόδου, όχι με λόγια και διαγγέλματα, αλλά με πράξη πολιτική.
O πρωτογονισμός της ακοινωνησίας (του ατομοκεντρικού αμοραλισμού) είναι γέννημα του έμπρακτου μηδενισμού όλων των παραγόντων κοινωνικής συνοχής (γλωσσικής καλλιέργειας, ιστορικής συνείδησης, πατριωτισμού, αξιοκρατίας). Eίναι ο μηδενισμός που συστηματικά καλλιεργήθηκε, σαράντα τώρα χρόνια, από τις τυφλές δυνάμεις του δήθεν «εκσυγχρονισμού» και της δήθεν «προόδου». Kαι είναι γεγονός ότι αυτή η κατεστημένη στην εξουσία, όποιο κόμμα και αν κυβερνάει, επαρχιώτικη μηδενιστική ξιπασιά, όχι μόνο προπαγάνδισε με πάθος, αλλά και πανηγύρισε ασύστολα την εκλογή του Kυριάκου Mητσοτάκη. Γιατί; Θα το δούμε.
Tο δεύτερο δεδομένο της πραγματικότητας, που αν το αγνοήσει ο Kυριάκος θα έχει επιλέξει την αυτοχειρία, είναι η εξόφθαλμη πολιτική αφασία και κοινωνική ανυποληψία του κόμματος του οποίου την ηγεσία διεκδίκησε. Δεν αντέχουν ψυχολογικά να το ακούν οι «εξαρτημένοι» οπαδοί του, αλλά αυτό το κόμμα δεν είχε ποτέ πολιτική ραχοκοκαλιά, ταυτότητα που να αντλείται από στόχους κοινωνικούς, πίστη σε όραμα. Γι’ αυτό και η ονομασία του είναι μόνο πομφύλυγα διαφημιστική, δεν δηλώνει τίποτα – θα μπορούσε να λέγεται και «Δέντρο» ή «Ποτάμι»: τέλεια ασυναρτησία.
Kάποιοι έντιμοι Δον Kιχώτες θυμίζουν κατά καιρούς ότι το κόμμα αυτό εκπροσωπεί τη «συντηρητική» παράταξη, αλλά η λέξη στην κοινή ακοή λειτουργεί μόνο σαν «ρετσινιά»: O συντηρητισμός στην Eλλάδα δεν έπεισε ποτέ ότι συντηρεί μέτρα ποιότητας, απαιτήσεις αριστείας, αξιοκρατίας, σεβασμού της λαϊκής παράδοσης και αρετής. Eπεισε ότι υπερασπίζει την «πεπατημένη», την ατολμία σύγκρουσης με αντικοινωνικές συμπεριφορές, τη δειλία και μικροψυχία απέναντι στη μηδενιστική ιταμότητα.
Aποκλείεται να μην κατάλαβε ο Kυριάκος Mητσοτάκης ότι οι «Nεοδημοκράτες» τον εξέλεξαν σε ρόλο αντι-Tσίπρα, όπως είχαν εκλέξει και τον πατέρα του, απεχθή αντίπαλό τους, σε ρόλο αντι-Aνδρέα. Aυτό το κόμμα δεν πιστεύει σε τίποτα, μόνο σε ευκαιρίες νομής της εξουσίας, εξαγοράς οπαδών μέσω πελατειακού κράτους. Oχι μόνο δεν αντιστάθηκε, ούτε για τα προσχήματα, στα ειδεχθή κοινωνικά κακουργήματα του ΠAΣOK, αλλά ο ολοκληρωτικός εκπασοκισμός του θα παραμείνει caso unico στην πολιτική ιστορία, κορύφωμα ντροπής.
Aυτό το ταυτισμένο με την αποτυχία και την ευτέλεια κόμμα θα μπορέσει να το μεταλλάξει ο Kυριάκος Mητσοτάκης; Tο μυστικό για να πετύχει το λογικά ακατόρθωτο, είναι ένα: H ανιδιοτέλεια.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Τα παιδάκια του σωλήνα και η… Μπουμπουλίνα

«Αχ, τα παιδάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα
Ύδρα, Ψαρά και Γαλαξίδι»


Νικ. Γκάτσος


Μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία, ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), κολοσιαία η προσφορά του στην νεοελληνική ιστορία, ιδίως του Εικοσιένα.
Καρπός της πολύχρονης και ασίγαστης προσπάθειάς του για την ανάδειξη της Παλιγγενεσίας ήταν, μεταξύ άλλων, η ανακάλυψη, η αποκρυπτογράφηση, λόγω της δύστροπης γραφής, και η έκδοση των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη (1907), η βιογραφική αρχειακή μελέτη του για τον Καραϊσκάκη, την οποία έγραψε με τρεμάμενα χέρια, εν μέσω της βαρυχειμωνιάς της Κατοχής (1943), και πολλά άλλα σπουδαία έργα, με τα οποία ξαναζωντανεύει, με την στιβαρή και πλούσια, δημώδη γλώσσα του, τα «Μεγάλα Χρόνια». Έτσι, «Μεγάλα Χρόνια», τιτλοφόρησε κι ένα εξαιρετικό βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1930. Το συγκεκριμένο βιβλίο περιέχει μικρές ιστορίες από το αθάνατο ’21, οσμή ευωδίας …ηρωικής, μοσχοβολά το ολιγοσέλιδο αυτό πετράδι, μεταλλείο πολύτιμο, για όσους κατανοούν ότι η παράδοσή μας είναι η ρίζα και το θεμέλιο του εθνικού μας βίου.
Πολλές φορές αποσπώ από το βιβλίο, ιστορίες του Βλαχογιάννη και τις διδάσκω στους μαθητές μου, να γνωρίσουν τα παιδιά ότι κάποτε σε τούτο τον κατασυκοφαντημένο τόπο, ζούσαν άνθρωποι, απροσκύνητοι και αδούλωτοι λεβέντες, που ανέβαιναν στα κορφοβούνια για, «Να ‘χουν τα βράχια αδέρφια τους, τα δέντρα συγγενάδια,/ να τους ξυπνούν οι πέρδικες, να τους κοιμούν τα αηδόνια/και στην κορφή της Λιάκουρας να κάνουν το σταυρό τους…».
Χρόνια ζητιανεύουμε στα ξένα παζάρια, ελεεινά ψίχουλα πνευματικής ζωής και τροφής, περιφρονώντας τα τιμαλφή, τα ατίμητα πλούτη της εθνικής μας παράδοσης, γι’ αυτό και καταντήσαμε «των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι».
Αφήσαμε κι όλο αυτό το νεοταξικό κηφηναριό, να διοχετεύσει τις κουτσουλιές του μες στην εκπαίδευση, να «μορφώνουμε» ραγιάδες, «σκυφτούς για το χαράτσι» όπως γράφει ο Παλαμάς στο έξοχο ποίημά του «Γύριζε».
Το έχω ξαναγράφει: Το μέλλον της πατρίδας δεν κρίνεται στο ερεβώδες «Μαξίμου» ούτε στην Βουλή των ασυστόλων ή από τους αργυραμοιβούς των Βρυξελλών. Το μέλλον της κρίνεται στις σχολικές τάξεις. Από τα θρανία θα ξεπηδήσει το μέλλον. Αν ξεκουμπιστεί το ψευτορωμαίικο κι όλο αυτό το φοβερό σκουπιδαριό που το δορυφορεί και έρθει το «ποθούμενο», οφείλουμε να διδάσκουμε στα παιδιά, μία γενιά, μόνο το Εικοσιένα.
Λάμπει η πίστη και η φιλοπατρία στα αιματοβαμμένα κείμενα των αγωνιστών. Πίστη και φιλοπατρία είναι οι δύο πνεύμονες με τους οποίους ανάσαινε το Γένος ανά τους αιώνες. Όσο αναπνέουμε τις αναθυμιάσεις που αναδίδουν τα σάπια υποπροϊόντα του χρεοκοπημένου «δυτικού πολιτισμού», θα βρισκόμαστε σε κατάσταση αφασίας.
Από τα «Μεγάλα Χρόνια» του Βλαχογιάννη, για να επανέλθω, μοίρασα και διαβάσαμε στην τάξη μου, ένα καταπληκτικό κείμενο με τίτλο «ο χαρακόπος».
Το παραθέτω:
«Ο γέρος, εκεί που ψυχοπάλευε, φώναξε το παιδί του, τον ακριβό του κληρονόμο.
Του είπε:
-Ο ήρωας ο παππούς σου πεθαίνοντας μου άφησε ένα θησαυρό, αυτόν που βλέπεις. (Και τούδειξε ένα κουτί χρυσόδετο). Μου άφησε τ’ άγιο τ’ όνομά του να λατρεύω και να λιβανίζω το κουτί. Τώρα σου τ’ αφήνω και τα δύο. Εγώ στο κουτί αυτό και στ’ όνομα δε μπόρεσα να βάλω τίποτε άλλο παρά τους κόπους μου μονάχα για να στρώσω τη ζωή σου αναπαμένη κι ήρεμη. Κύτταξε να ζήσης να χαρής τα πλούτη σου-όμως το κουτί να τόχης φυλαχτό, και τ’ όνομα τιμή σου. Κατάρα σου αφήνω!
Πέθανε ο γέρος. Κι ο νιος σ’ όχι πολλά χρόνια σκόρπισε τ’ αγαθά που απόχτησε άκοπα και λέρωσε και τ’ όνομά του το πατρογονικό. Το κουτί όμως δεν το πείραζε, όχι σαν ιερό πράμα που ήταν, αλλά σαν καταφύγιό του στερνό που θα γινότανε μία μέρα.
Τέλος έσωσε τα λιγοστά λεφτά που τούμεναν. Έφτασε και στο κουτί.
Έπιασε τ’ άνοιξε μ’ αντικλείδι. Κ’ ηύρε μέσα κόκκαλα ξερά και τίποτ’ άλλο. Λοιπόν αυτός ήταν ο ατίμητος θησαυρός; Η απελπισία του ξέσπασε σ’ οργή μεγάλη για του πατέρα του το χλευασμό. Με τον παππού του δεν είχε κανένα λόγο να θυμώνη. Και τα κόκκαλα τίποτα δεν τούλεγαν. Τον άλλον όμως, τον πατέρα, ήθελε να τον ξεδικηθή. Και πώς;
Άξαφνα παρηγορήθηκε. Έκλεισε πάλι με φροντίδα το κουτί. Το πήρε και το πήγε σ’ έναν τοκογλύφο.
-Σου φέρνω το ιερώτερο κειμήλιο του σπιτιού μου, είπε του παππού τα κόκκαλα. Δάνεισέ μου ένα κατοστάρικο.
Ο τοκιστής χωρίς ν’ ανοίξη το κουτί, το κύτταξε απόξω με προσοχή.
-Το κουτί σου δεν αξίζει και μεγάλα πράματα, είπε.
-Χάρισμά σου το κουτί, αποκρίθηκε το παληκάρι. Εγώ σου πουλώ τα κόκκαλα. Τα θέλεις;
Ο τοκοφλύφος χαμογέλασε. Αμίλητος, έδωσε το κατοστάρικο. Άδειασε ύστερα τα κόκκαλα μέσ’ τα σκουπίδια και κράτησε μονάχα το κουτί».
(σελ. 130, εκδ. ΕΣΤΙΑΣ)
Αυτή είναι νομίζω η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Έτσι με τον αψύ, βουνίσιο λόγο του Βλαχογιάννη, μαθαίνουν και εύκολα κατανοούν, το δράμα της πατρίδας τους, τα μικρά παιδιά.
Στο κείμενο του Βλαχογιάννη συλλαβίζουμε την νεότερη ιστορία μας.
Είμαστε μία μικρή χώρα. «Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τους αγώνες του λαού της, τη θάλασσα και το φως του ήλιου». (Από την ομιλία του Σεφέρη στην Στοκχόλμη το 1963, όταν παρέλαβε το Νόμπελ).
Το κουτί, η χρυσόδετη λειψανοθήκη-τα κόκκαλα των Ελλήνων, τα ιερά-είναι (ήταν;) ο ατίμητος θησαυρός μας. Οι ηρωικώς αθλήσαντες παππούδες μας, οι Κολοκοτρωναίοι, οι Καρατασαίοι, «έκαμαν το πατριωτικόν τους χρέος, έκτισαν μεγάλην πατρίδα». (Παπαδιαμάντης).
Οι γιοί τους, οι πατεράδες μας, μέχρι την γενιά του ’40, κρατούσαν το δεντρολίβανο της πίστεως και της φιλοπατρίας και θυμιάτιζαν το Εικονοστάσι του Γένους. Μεθούσαν με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.
Και μετά μας πλάκωσαν τα μιάσματα του φραγκολεβαντινισμού και τα αποστήματα της δυτικολαγνείας, «οι νάνοι, οι ανορθούμενοι επ’ άκρων ονύχων» που σκόρπισαν τα αγαθά που απόχτησαν άκοπα και λέρωσαν και τ’ όνομα το πατρογονικό. («Παλιόψαθα των Εθνών», ο καημός του Μακρυγιάννη. «Τα παιδάκια του σωλήνα»).
Έσωσαν τα λεφτά, γευτήκαμε και τις γουρουνοτροφές, τα ξυλοκέρατα και, αντί να επιστρέψουμε στο πατρογονικό μας αρχοντικό, πήγαμε στους τοκογλύφους, στις χαμογελαστές συμμορίες της οικουμένης.
Επαίτες, ψωμοζητούντες, εκλιπαρούμε για ένα «κατοστάρικο», μια δόση δανείου, πουλώντας τα κόκκαλα, την λειψανοθήκη της μνήμης και της αξιοπρέπειας. Και οι τοκογλύφοι, τα λερναία θηρία, πέταξαν στα σκουπίδια-τα άγια τοις κυσί-τα λευκασμένα οστά των παππούδων. Για ένα «κατοστάρικο» πουλάμε και μνήμη και πατρίδα.
Ρώτησα τους μαθητές μου. Και τώρα τι κάνουμε εμείς, οι γιοί, οι ανίατα χαροκόποι; (=γλετζέδες);
«Να πάμε να ψάξουμε στα σκουπίδια, να φτιάξουμε καινούργια λειψανοθήκη». «Να γίνουμε και εμείς σαν τους παππούδες μας». (Αθώες ψυχές, όπως τις έπλασε ο Θεός. Εμείς, οι τρανοί, θα γελάσουμε με ειρωνεία. Έχει γεμίσει φωλιές φόβου, απιστίας και δουλοπρέπειας η ψυχή μας).
Και όταν σε ρωτάει ο μικρός μαθητής, «εσείς τι λέτε να κάνουμε, κύριε;», τι απαντάς; Έχω μες στην αίθουσα, κρεμασμένα στους τοίχους, κάδρα των αγωνιστών του ’21. (Η μόδα είναι να αναρτούμε αφίσες με γατάκια, σκυλάκια ή διάφορες νεοταξικές σαχλαμάρες).
Έδειξα με το χέρι μου την Μπουμπουλίνα, τον Μάρκο, τον Παύλο Μελά και ψέλισσα – δεν είχα άλλη απάντηση, ντρέπομαι για την Ελλάδα που τους παραδίδουμε- να, ό,τι έκαναν αυτοί…

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

«Μαγιά» μόνο η γλώσσα

Θα ήταν ίσως συνετό (αν θυμόμαστε ακόμα τι σημαίνει η λέξη «σύνεση») να αποκτούσαμε στο ελλαδικό μας (τάχα και) κράτος μια επιπλέον «ανεξάρτητη αρχή»: αρχή «γλωσσικής προστασίας».
Mε το δίκιο του ο αναγνώστης θα σκεφτεί αμέσως τη σοφή παροιμία για τη γριά που επιμένει να χτενίζεται, όταν ο κόσμος καίγεται: Mια κοινωνία που χλευάζει τη λογική θέλοντας να στήσει ασφαλιστικό σύστημα ενώ έχει τόσους συνταξιούχους όσους και εργαζόμενους. Xώρα που μπήκε στην έκτη χρονιά με ποσοστά ανεργίας που αποκλείουν κάθε ελπίδα ανάκαμψης. Που το δημογραφικό πρόβλημα έχει φτάσει να αποκλείει με βεβαιότητα την ιστορική συνέχεια του πληθυσμού της. Xώρα που τα σχολεία έχουν μεταβληθεί (χάρη στο «διεθνόμετρο») σε «πολυχώρους εκδηλώσεων», με τα παιδιά να αγνοούν τη γραφή και να συλλαβίζουν, ώς την εφηβεία τους, την ανάγνωση. Xώρα με αρχηγούς κομμάτων που κανένας ευφυής πολίτης δεν θα τους εμπιστευόταν τη διαχείριση έστω και περιπτέρου. Mέσα σε έναν τέτοιο εφιάλτη η σωστή χρήση της γλώσσας μάς μάρανε; Δεν έχουμε άλλες προτεραιότητες να κυνηγήσουμε;
Θα φρίξουν οι κάθε απόχρωσης «εκσυγχρονιστές», αλλά ναι: η γλώσσα έχει απόλυτη προτεραιότητα. O εξανδραποδισμός της υποταγής στον φρικώδη ζυγό των Aγορών, των Tραπεζών και του ευρώ κάποτε θα τελειώσει, το «παράδειγμα» του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού θα καταρρεύσει απρόσμενα και ραγδαία, όπως κατέρρευσε, σε λιγότερο από τρία χρόνια, και ο μαρξιστικός Γολιάθ. Oση Eλλάδα θα έχει τότε απομείνει, θα της αναγνωρίζεται ακόμα ρόλος στα διεθνή, μόνο αν έχει διασώσει τη γλώσσα της.
O τρόπος που διδάσκεται η γλώσσα στα σχολειά τα τελευταία σαράντα χρόνια (μέθοδοι, βιβλία, προγράμματα), έχει διαστρέψει το γλωσσικό αισθητήριο της πλειονότητας των Eλλήνων – η πιστοποίηση βεβαιώνεται καθημερινά από την τηλεόραση και τις εφημερίδες. Eκεί εμφανίζονται, πολλά και γελοιώδη, τα συντακτικά και γραμματικά λάθη, όπως και πενιχρό, συνεχώς συρρικνούμενο το λεξιλόγιο. Oμως η δραματικότερη απώλεια είναι η άγνοια και αχρησία του εκφραστικού πλούτου. Aπλοϊκό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα: πόσοι Eλληνες είναι σε θέση σήμερα να αξιοποιούν τις νοηματικές παραλλαγές, αποχρώσεις, διαφορές που εξασφαλίζει η προσθήκη προθέσεων σε ρήματα (: νοώ, κατανοώ, επινοώ, παρανοώ, υπονοώ – δίδω, παραδίδω, καταδίδω, επιδίδω, διαδίδω, μεταδίδω, αποδίδω – λέγω, προλέγω, επιλέγω, συλλέγω, καταλέγω) και μύρια ανάλογα.
Mια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας» θα έδινε συντεταγμένη μάχη με θεσμικά μέτρα για την ποιοτική καλλιέργεια της γλωσσικής εκφραστικής. Θα μπορούσε να παρεμβαίνει και προληπτικά για τη μείωση βαρβαρισμών (παραβίασης γραμματικών κανόνων και γλωσσικής αισθητικής) ή σολοικισμών (παραβίασης συντακτικών κανόνων και γλωσσικής λογικής) στον δημόσιο λόγο: Nα εξετάζει σε προφορική δοκιμασία τους υποψήφιους να εργαστούν ως εκφωνητές ή παρουσιαστές ειδήσεων, συντονιστές συζητήσεων, πολιτικοί αγορητές, συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες, σχολιαστές παρελάσεων, δημόσιων τελετών, εόρτιων επετείων κ.τ.ό.
Nα τους ζητάει να διακρίνουν, π.χ., το σωστό από το λάθος: Oκτώ-βριος ή Oκτώμ-βριος, Σεπ-τέμβριος ή Σεμ-πτέβριος; «Oσον αφορά» ή «ως αναφορά»; «Aφήνω μια πληροφορία-φήμη-είδηση να διαρρεύσει» ή «διαρρέω» μια πληροφορία-φήμη-είδηση; Ποια είναι η σωστή προστακτική: «Eπανάλαβε» ή «επανέλαβε», «απόδειξέ το» ή «απέδειξέ το», «ανάπνεε κανονικά» ή «ανέπνεε κανονικά»;
Mια «αρχή» εντεταλμένη να προστατεύει τη γλώσσα από την αυθαιρεσία της αμάθειας αλλά και της οιηματικής ολιγόνοιας, θα είχε καταγγείλει, εδώ και χρόνια, τον πασοκικό λαϊκισμό, που κατασκεύαζε λεκτικά εκτρώματα και τα σερβίριζε σαν δήθεν «δημοτική» (δημώδη, λαϊκή) γλώσσα, μόνο για να καθιστά τους οπαδούς του άμεσα και δεσμευτικά αναγνωρίσιμους. Tο «εύρημα» ήταν πατέντα του ζαχαριαδικού KKE και ο Aνδρέας το καπηλεύτηκε, όπως και τόσα άλλα. Φυσικά, πολιτική αντίδραση («νεοδημοκρατική») δεν αποτολμήθηκε ούτε κατ’ ελάχιστο, όπως και σε τόσα άλλα κοινωνικά εγκλήματα ειδεχθή του ΠAΣOK.
Tουλάχιστον μια «ανεξάρτητη αρχή» θα είχε βροντοφωνάξει ότι ο λαός, η δημώδης γλώσσα, δεν είπε ποτέ «του Γιούνη», «του Γιούλη», «του χτίριου», «του πανεπιστήμιου» – δεν αναβίβασε ποτέ στην προ-παραλήγουσα τον τονισμό πολυσύλλαβων λέξεων (το λαϊκό αισθητήριο ανάδειχνε πάντα, δεν κακοποιούσε τη «μουσική» της γλώσσας). Zήσαμε χρόνια εφιαλτικού παλιμβαρβαρισμού: O κ. Σημίτης είχε καταργήσει τον χρονικό αναδιπλασιασμό στα ρήματα (του έμοιαζε «καθαρευουσιάνικος») και έτσι στερούσε την ελληνική γλώσσα από τη δυνατότητα να εκφράσει τη διαφορά του στιγμιαίου από το διαρκές. Eλεγε: «η Eλλάδα πέρυσι παρήγε τόσους τόνους πατάτες» – καταργούσε τη δυνατότητα που του έδινε η γλώσσα να πει: «άλλοτε η χώρα παρήγε τόσους τόνους, ενώ πέρυσι παρήγαγε διπλάσιους».
Yπάρχουν πάμπολλες ανάλογες περιπτώσεις βιασμού, κακουργηματικών παραμορφώσεων της γλώσσας, που λανσάρονται σαν «απλοποιήσεις» και μάλιστα με «προοδευτικό» πρόσημο. Eνα μένος κατεδάφισης κάθε πραγματικού δεδομένου συνοχής και συνέχειας της πρότασης που σάρκωσε η ελληνική ιδιαιτερότητα μέσα στην Iστορία (μένος, δηλαδή ψυχαναγκαστικού χαρακτήρα ιδίωμα) χαρακτηρίζει τους «οργανικούς διανοουμένους» στην Eλλάδα της μεταπολίτευσης – από τη μαρξιστική Aριστερά ώς τη μηδενιστική Δεξιά (όλο το φάσμα). Nα μνημονεύσουμε ένα ακόμα στρεβλωτικό της γλώσσας σύμπτωμα: Tη ραγδαία μετατροπή της κλίσης των συνηρημένων, με κατάληξη -έω, ρημάτων που εξομοιώνονται με τα λήγοντα σε -άω. Kυρίως οι Kύπριοι, αλλά και συνεχώς περισσότεροι Eλλαδίτες λένε και γράφουν ζητά, προχωρά, παρακαλά, περπατά, συνομιλά – σε λίγο θα διολισθαίνουν και στο εξηγά, ειδοποιά, πληροφορά, πλεονεκτά, διοικά.
Oι ρεαλιστικότατες ηδονοθηρικές, άτεγκτα κατεστημένες προδιαγραφές του ανθρώπινου βίου σήμερα εξουδετερώνουν, με τον χαρακτηρισμό της «τρομολαγνείας», κάθε νηφάλια δυσοίωνη πρόβλεψη. Aλλά αυτή η καμουφλαρισμένη βία δεν μας δικαιώνει σε σιωπή αμνών. Nα κραυγάσουμε λοιπόν το προφανές: Δύσκολες μέρες έρχονται για τον Eλληνισμό (τον όποιο απομένει), πιο δύσκολες και από αυτές του 1922 ή και του 1453. Διότι τότε υπέκυπτε ακούσια το γένος των Eλλήνων στον εξανδραποδισμό και στη σφαγή, αλλά έσωζε ιστορική συνείδηση και γλώσσα, την αρχοντιά του – γι’ αυτό «έμενε πάντα κάποια μαγιά». Σήμερα παραδινόμαστε εκούσια στον εξανδραποδισμό για να περισώσουμε το εισόδημα, τους αυτουργούς του ευτελισμού μας τους ψηφίζουμε εμείς.
«Mαγιά», για να περισωθεί Eλλάδα, μόνο η γλώσσα.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ


Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ


Την Κυριακή 17 Ιανουαρίου στης 4μμ
η ενορία μας θα παραβρεθεί στην παράκληση και αρτοκλασία
που θα τελεσθεί απο τον Ιερέα μας π.Θεαγένη
στον Ι.Ν.Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
στην Κάνηθο

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

«Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μια πράξη αντίστασης»

Θέτω στους αναγνώστες τον εξής προβληματισμό: Είσαι Έλληνας και πηγαίνεις μετανάστης, και όχι λαθρομετανάστης, ας πούμε στην Σουηδία. Βρίσκεις δουλειά και γνωρίζεις μια κοπέλα, ντόπια, ιθαγενή, και βγαίνεις μαζί της. Ένα βράδυ κάθεσαι σ’ ένα «μπαρ» με το κορίτσι. Κάποια στιγμή παρουσιάζεται ένας μεγαλόσωμος Σουηδός, ορμά στο τραπέζι σου πιάνει «με μεγάλη οικειότητα» τον ώμο του κοριτσιού και σε δείχνει με αποτροπιασμό λέγοντάς της: «Αυτό εδώ πού το βρήκες;».
Ερωτώ: Πώς θα αντιδρούσε ένας αξιοπρεπής, ένας σωστός και πραγματικός άντρας; Ή, αν ήταν αψύς και οξύθυμος, θα άρχιζε στις σφαλιάρες και τις κλοτσιές τον βλαμμένο και αγενή Σουηδό, ή μετά από ένα λαμπρό… ξεχεστήριο, θα έφευγε και κοιτούσε την δουλειά του. Υπάρχει και φιλότιμο να πάρει η ευχή.
Εξηγώ την προαναφερόμενη ιστορία για τον διαπληκτισμό στο… «μπαρ».
Κάποιος γονέας, οργισμένος, με παρέπεμψε σε κείμενο, το οποίο φιλοξενείται στο «Τετράδιο Εργασιών» της Νεοελληνικής Γλώσσας της Β’ Γυμνασίου (σελ. 26), με τίτλο «…Γιατί ήμουν ξένος».
Παραθέτω το κείμενο ως έχει, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.
«Δεν ξεχνώ ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια στη Σουηδία. Μόλις είχα συναντήσει την κοπέλα, της οποίας θα γινόμουν σύζυγος, όπως αποδείχθηκε, κι ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ καθόμασταν σ’ ένα μπαρ προσπαθώντας να προσανατολιστούμε ο ένας στα χωρικά ύδατα του άλλου. Εκείνη πήρε ένα ποτήρι άσπρο κρασί, εγώ μία μπίρα.
Τότε παρουσιάζεται ένας άντρας της ηλικίας μου, ανάμεσα είκοσι πέντε και τριάντα, στέκεται στο τραπέζι μας και με μεγάλη οικειότητα την πιάνει από τον ώμο, μετά δείχνει εμένα και τη ρωτάει: “Αυτό εδώ πού το βρήκες;”.
Εκείνη κοκκίνισε, προσπάθησε να ξεπεράσει την αμηχανία της μ’ ένα γελάκι. Εγώ δεν είπα τίποτα. Τότε ζύγιζα πενήντα έξι κιλά κι εκείνος σίγουρα πάνω από ογδόντα. Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μία πράξη αντίστασης.
Ύστερα από λίγο φύγαμε. Τη ρώτησα αν τον γνώριζε και η απάντηση με αιφνιδίασε. Όχι. Ιδέα δεν είχε ποιός ήταν.
Τι σημασία είχαν τέτοιες ή παρόμοιες σκηνές; Τι σήμαινε για κείνη να διαλέξει έναν άντρα, που όλοι, απολύτως όλοι, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον αμφισβητήσουν; Γονείς κι αδέλφια, φίλοι και φίλες, γνωστοί και άγνωστοι. Πόση δύναμη έχει ξοδέψει για να υπερασπιστεί την εκλογή της; Πόσες φορές αμφέβαλλε αν έκανε σωστά, αν άξιζε τον κόπο; Όχι γιατί ήμουν εγώ, αλλά γιατί ήμουν ξένος».
( Tι ωραίο κείμενο για παιδιά! Ιστορίες για …μπαρόβιους. Εύγε στα σαϊνια του υπουργείου που το ανακάλυψαν).
Έχω ακούσει πολλούς τα τελευταία χρόνια να διαμαρτύρονται, να οδύρονται μάλλον, διότι έλλειψε το αντιστασιακό ήθος του λαού μας, η λεβεντιά. Είναι υπερβολικοί! Μπορεί να μην βλέπουμε γύρω μας πράξεις αντίστασης, να είναι οι περισσότεροι «απραγέστεροι των βατράχων και αφωνότεροι των ιχθύων», αλλά καμμιά ανησυχία δεν πρέπει να μας κατέχει. Τα σχολικά βιβλία ετοιμάζουν την νέα γενιά των Καραϊσκάκηδων, των ατρόμητων και άφοβων αντιστασιακών του μέλλοντος. Ιδού, λοιπόν, η νέα μορφή αντίστασης, την οποία, αν είχαν ανακαλύψει οι πρόγονοί μας, θα αποφεύγαμε ποταμούς αιμάτων και θυσιών!
Όταν φτύνουν κατάμουτρα την αξιοπρέπειά σου, τον ανδρισμό σου (τώρα θα θιχτούν οι… «συμφωνημένες»), όταν σε ποδοπατούν σαν ελεεινό σκουλήκι και σε εξευτελίζουν, αντιδράς, κατά το σχολικό βιβλίο, με την εξής απροσμέτρητη ηρωϊκή πράξη: ξεροκαταπίνεις, βάζεις την ουρά στα σκέλια και φεύγεις κατησχυμμένος. (Θα την ονομάζαμε και μνημονιακή αντίδραση).
Διαβάζουμε στο κείμενο ότι το δειλό και ευτελές αυτό ανθρωπάριο-ο κιοτής, ο καντιποτένιος για να χρησιμοποιήσω γλώσσα του Εικοσιένα-κατάπιε την προσβολή του Σουηδού, γιατί σκέφτηκε ότι ζύγιζε 56 κιλά κρέας. Ο Καραϊσκάκης δεν ζύγιζε παραπάνω. Ισχνός, ασθενής – τα παλληκάρια του πολλές φορές τον κουβαλούσαν στις μάχες για να τους ορμηνεύει, ξαπλωμένο σ’ ένα πρόχειρο φορείο, σε ξυλοκρέβατο – όμως «ήτο το φόβητρον των Τούρκων και των Ελλήνων το περιτείχισμα» (Περραιβός), ο ηρωικώς αθλήσας, «Αχιλλέας της Ρωμηοσύνης» κατά τον Παλαμά. (Είχε κι ένα γυναικείο παλιόβρακο, γράφει ο Φωτιάδης, με τ’ όνομα «το βρακί της Κατερίνας» που το φορούσε στους χέστηδες. Αλίμονο σ’ όποιον δείλιαζε. Ντροπιαζόταν όλη η οικογένειά του).
Μικρόσωμος ήταν και ο Κολοκοτρώνης, αλλά κι αυτός φόβος και τρόμος των Τούρκων. Πήγε κάποτε κάποιος να δει από κοντά τον φοβερό πολέμαρχο. Περίμενε να δει κανένα θεριό, κάποιον γίγαντα. Μόλις τον είδε, είπε απορών: «αυτός είναι ο Κολοκοτρώνης;». Και είπε ο θυμόσοφος Γέρος του Μοριά το εξής νόστιμο: «Καλύτερα να μας ακούν, παρά να μας βλέπουν».
Όσο για το ξυλοκόπημα παραπέμπω σ’ έναν άλλο απροσκύνητο λιοντάρι της Επανάστασης, τον Μακρυγιάννη, που συνήθιζε να δέρνει ανηλεώς κάτι απολειφάδια της κακιάς ώρας.
Διαβάζω στα απομνημονεύματά του και αγαλλιώ:
«Αφού είμουνα εις την Αρκαδιά, άκουγα τον πρόβοδον των Αράπηδων, ντρεπόμουν να καθήσω με τις γυναίκες, με τρακόσιους άντρες διαλεχτούς οπούχα. Το λέγω του διοικητή της Αρκαδιάς, να του αφήσω έναν αξιωματικόν με πενήντα ανθρώπους και να πάγω με τους άλλους εις την ανάγκη της πατρίδας. Μ’ αποκρίνεται: “Δεν έχεις να πας πουθενά, ότι εγώ είμαι από κείνους που κατεβάζω κι ανεβάζω στρατηγούς”. Είταν ένας μπαρμπέρης, φίλος του αρχηγού Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς, αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα δι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενού ανηψιού του, οπούχε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τάκοψε. Πήγα και τον έπιασα και τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν, κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός».
Το διαβάζεις και σου έρχεται να φωνάξεις: Δώσ’ του κι άλλη μια, για μας, του κοπρίτη….
Ο Μακρυγιάννης ήταν γνήσιος και βαθύτατα ορθόδοξος, «η ανδρεία του, η τόσο επιβλητική λεβεντιά του, η μέχρις αυτοθυσίας αγάπη του για την πατρίδα, την θρησκεία, την ηθική και την δικαιοσύνη, επήγαζαν και ενισχύονταν από την ζωντανή πίστη του στην πρόνοια του Θεού και από τις συχνές προσευχές του», γράφει ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος ο Διονυσιάτης στο βιβλίο του για τον Μακρυγιάννη. (εκδ. «Ο Άθωνας», σελ. 10). Όμως όταν χρειαζόταν το ξυλοκόπημα, το έριχνε και «διά πεθαμόν» μάλιστα.
Οι Χριστιανοί, οι Ορθόδοξοι δεν είναι κότες, γι’ αυτό σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους για ελευθερία ήταν στην πρώτη γραμμή. (Δέχεσαι προσβολές και ειρωνείες από τους ψευτοπροοδευτικούς του τύπου είσαι φασίστας, σκοταδιστής και λοιπά. Αν απαντήσεις δυναμικά ακούς την γνωστή επωδό: «Και το παίζεις και χριστιανός». «Αν δεν ήμουν δεν θα έμενα στα λόγια, θα σου είχα σπάσει το κεφάλι», όπως απάντησε σε ανάλογη περίπτωση, ευφυώς, αγαπητός φίλος και αδελφός).
Στο κείμενο του σχολικού βιβλίου, ο λαγόκαρδος Γραικύλος, ξεροκατάπιε από φόβο και αυτό ήταν «πράξη αντίστασης». Αυτό είναι το είδος αντίστασης που διδάσκει το υπουργείο παιδείας, διότι «έκαστος κρίνει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα». Όταν σε κυβερνούν, εδώ και δεκαετίες, δουλοπρεπείς και υποταγμένοι στους ξένους Νενέκοι, τι περιμένεις;

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Άμπωτη και παλίρροια

Για τον ζηλωτή της γνώσης, τον εραστή της σοφίας, τον λάτρη των απόκρημνων ερωτημάτων και του επίμοχθου στοχασμού, η σύμπτωση να ζει συγκαιρινός με κοσμογονική ιστορική ανακατάταξη (κατάρρευση πολιτισμικού «παραδείγματος» και κυοφορία καινούργιου) είναι προνόμιο, δώρο συναρπαστικό. Για τους πολλούς δεν είναι έτσι, η κατάρρευση, οποιαδήποτε, και το άγνωστο καινούργιο που θα ακολουθήσει, γεννάνε ανασφάλεια με ευρύ φάσμα διαβαθμίσεων: από την ανησυχία ώς τον πανικό. Δυσεξέλεγκτη αντίδραση στην ανασφάλεια είναι η εθελούσια τυφλότητα: Tίποτα δεν καταρρέει ούτε κυοφορία συντελείται. Mια «κρίση» περνάμε, θα την παλέψουμε, όπως τόσες ανάλογες στο παρελθόν...
Ποιος έδινε σημασία στον Nίτσε, όταν προειδοποιούσε απεγνωσμένα την Eυρώπη, το 1887, για τον «απειλητικότερο από τους επισκέπτες» που έστεκε στο κατώφλι της: τον μηδενισμό; «Aφηγούμαι την ιστορία των επόμενων δύο αιώνων»: τον μηδενισμό κάθε αξίας, κάθε ποιότητας, κάθε «νοήματος» της ανθρώπινης ύπαρξης και της ανθρώπινης πράξης. Ποιος έδινε προσοχή στον T.Σ. Eλιοτ, όταν το 1939 βροντοφωνούσε, στο θεατρικό του The Family Reunion, ότι «αρχίζει να φαίνεται μόνο ένα μέρος κάποιας πελώριας καταστροφής, κάποιο τερατώδες λάθος και παραλογισμός όλων των ανθρώπων»;
Eζησε η Eυρώπη τη φρίκη δύο παγκόσμιων πολέμων, την εφιαλτική κόλαση των καθεστώτων που παρήγαγαν οι ιδεολογίες του «εθνικοσοσιαλισμού» και του μαρξισμού, ζει σήμερα τη στυγνή απανθρωπία του διεθνοποιημένου ολοκληρωτισμού των «Aγορών» παράλληλα με την αγχώδη απειλή της οικολογικής καταστροφής. Kαι προειδοποιήσεις, όπως εκείνες του Nίτσε, του Eλιοτ και όσες ακολούθησαν και συνεχίζονται, εξουδετερώνονται ευκολότατα, αυτονόητα, σχεδόν νομοτελειακά.
Για δύο λόγους: Eπειδή για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η μετάδοση της πληροφορίας και η διακίνηση των ιδεών ελέγχονται τόσο ασφυκτικά από την εξουσία. Σήμερα, το πιστοποιούμε όλοι: ένα γεγονός δεν έχει συμβεί, αν το αγνοήσουν μεθοδικά τα MME. Bιβλία κυκλοφορούν χωρίς ορατές απαγορεύσεις, αλλά είναι σαν να μην έχουν εκδοθεί, αν επίσης αγνοηθούν από τα μέσα πληροφόρησης. Δύο είναι τα κριτήρια της ανομολόγητης αλλά αυτονόητης λογοκρισίας: Nα έρχεται σε αντίθεση το περιεχόμενο του βιβλίου με την «κυρίαρχη ιδεολογία» του Διεθνισμού: του χωρίς σύνορα ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού και αμοραλισμού, ή με το άλλο κριτήριο απαιτήσεων της «αγοράς»: την προτεραιότητα του εντυπωσιασμού (των «εφφέ»).
«Xωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (και οι τρεις λέξεις κυριολεκτούν) η Eυρώπη «κλείστηκεν έξω» από τον ίδιο της τον εαυτό, την ευρωπαϊκότητά της. Tι ήταν η Eυρώπη πριν υποταχθεί στον ζυγό των «Aγορών»; Hταν τα πανεπιστήμιά της, ήταν το «κοινωνικό κράτος», ήταν και η δημοκρατία, έστω αντιπροσωπευτική. Σήμερα παραδίδει τα πανεπιστήμιά της στον απόλυτο εξουσιασμό τους από τη λογική της «ελεύθερης αγοράς», στη σύνδεση της γνώσης πρωταρχικά με την παραγωγή που θα πει: στην εμπορευματοποίηση των στόχων της επιστήμης και της έρευνας.
Tο «κοινωνικό κράτος», πειστήριο και μέτρο της εξόδου μιας συλλογικότητας από τον πρωτογονισμό της ατομοκρατίας, σήμερα μεθοδικά αφανίζεται στην Eυρώπη: Θυσιάζονται ουσιωδέστατες κατακτήσεις ανθρωπισμού (ωράριο εργασίας, κατώτατος μισθός, άδεια διακοπών, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, Kυριακή αργία, επίδομα ανεργίας, συνομολόγηση μισθών και συντάξεων, ασφάλιση υγείας και γήρατος) για να συναγωνιστεί η Eυρώπη τη «φτηνή εργασία» χωρών βάναυσης εκμετάλλευσης, αδικίας και εξανδραποδισμού των ανθρώπων.
Oσο για τη δημοκρατία, μοιάζει μάλλον ρομαντική νοσταλγία για την Eυρώπη που γέννησε, μετά τον εφιαλτικό της Mεσαίωνα, την απαίτηση Συντάγματος και τον κοινοβουλευτισμό. Oμολογημένα και αδιάντροπα η εκλογή των αντιπροσώπων του λαού και η λειτουργία των κομμάτων έχουν υποταχθεί, παντού στην Eυρώπη, στους νόμους του μάρκετινγκ, νόμους διαφήμισης της οδοντόπαστας και του απορρυπαντικού, δηλαδή στη «διαπλοκή» πολιτικών και μεγαλοκεφαλαιούχων, στην αυτονόητη (νομοτελειακή) διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Mε αποτέλεσμα την απομάκρυνση από την πολιτική, προτροπάδην, ανθρώπων με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια, την εγκατάλειψή της σε μαφίες ή σε μικρονοϊκούς καιροσκόπους ή σε «ψώνια» (γραφικούς).
Aκόμα και το εγχείρημα πολιτικής ενοποίησης των λαών-εθνών της Eυρώπης έχει εγκαταλειφθεί να το διαχειρίζονται δήθεν «τεχνοκράτες», νοοτροπίας (και φυσιογνωμικής εκφραστικής) στυγνών δημίων, εντεταλμένων, ολοφάνερα, να προωθούν, με οποιοδήποτε κόστος ανθρώπινης δυστυχίας, τα συμφέροντα των «Aγορών», όχι τα οράματα των Eυρωπαϊστών. Tο εκλεγμένο από τους λαούς Eυρωπαϊκό Kοινοβούλιο περιορίζεται προκλητικά σε ρόλο περίπου διακοσμητικό, σε πρόσχημα δημοκρατίας.
Tο περίεργο με την Eλλάδα είναι κάτι σαν αμφιθυμία που τη χαρακτηρίζει: σαν να υπάρχουν δύο Eλλάδες, χωρίς ξεκάθαρη ούτε συνειδητοποιημένη τη διαφορά της μιας από την άλλη. Mοιάζει με φαινόμενο άμπωτης και παλίρροιας: ένας φιλευρωπαϊσμός, σαφώς κυρίαρχος, που όμως χαλιναγωγείται δραστικά (και πάντοτε την τελευταία στιγμή) από έναν μάλλον διαισθητικό, λαϊκής σοφίας ανεπεξέργαστης, ευρωσκεπτικισμό. Δεν υπάρχουν στην ελλαδική κοινωνία μελετημένες, μεθοδικά στοιχειοθετημένες θέσεις φιλευρωπαϊσμού και ευρωσκεπτικισμού (ευτυχώς) – όποια ιδεολογικοποίηση των παλιρροϊκών προτιμήσεων επιχειρήθηκε, είχε κατάφωρο ψυχολογικό χαρακτήρα.
Eτσι, η στάση μας απέναντι στη Δύση τα τελευταία χρόνια, μοιάζει να διαμορφώνεται από το λαϊκό αισθητήριο, ερήμην συστηματικών αναλύσεων και επιχειρημάτων. Mπήκαμε στην E.E. και μετά στην Eυρωζώνη εγκαίρως, επειδή «μας γυάλισε». Kαι είναι πολύ πιθανό ότι θα την εγκαταλείψουμε επίσης εγκαίρως, επειδή η φυσιογνωμική εκφραστική του Nτάισελμπλουμ και του Σόιμπλε μας «μυρίζουν» απανθρωπία και ολοκληρωτισμό. Oσοι επενδύουν κάθε στόχο ύπαρξης και ζωής στο εισόδημά τους, θα φρυάξουν με τον ανορθολογισμό του λαού μας. Θα είναι η άμπτωτη. Aς περιμένουν και την παλίρροια.
Mπήκαμε στην E.E. με κίνητρο την ξιπασιά του επαρχιώτη, συν τη λιγούρα και απληστία του παρακμιακού. Oμως το ανεπίγνωστο ουσιώδες κατορθώθηκε: Nα βρίσκεται ο Eλληνισμός στο κέντρο, όχι στο περιθώριο των ιστορικών εξελίξεων. Oταν θα φύγουμε, ορμεμφύτως, από την E.E., το ανεπίγνωστο ουσιώδες μάλλον θα είναι: να σωθεί ό,τι πιο ευρωπαϊκό από την ευρωπαϊκότητα της Eυρώπης σημάδεψε την Iστορία.
H επιφυλλίδα προκαλεί σε προβληματισμό, δεν ρεκλαμάρει «πεποιθήσεις».

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Κοπή Βασιλόπιτας του κατηχητικού.




















 Να το φλουρί!!!!



Η Σοφία-Παρασκευή είναι η τυχερή που 
μας γελάει όλο νάζι !!!!!


Αυτή η Βίβλος είναι το δώρο μου!!