Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

«Foi et raison»


Laurence Devillairs: Το να διερωτηθούμε για τη σχέση της πίστης και του λόγου είναι ένα ερώτημα που αξίζει τον κόπο ή είναι ένα ψευδοπρόβλημα; Είμαστε εις μάτην καταδικασμένοι να σκεφτούμε αυτή τη σχέση ως μια μανιχαϊκή αντιπαράθεση ή ως μια ανούσια συναίνεση;

Jean-Luc Marion: Είναι ένα ερώτημα που αξίζει τον κόπο, αλλά πρέπει να τεθεί σωστά. Δηλαδή, να το θέσουμε λαμβάνοντας υπόψη έναν ορισμένο αριθμό γεγονότων που θεωρώ σήμερα ως κεκτημένα. Το πρώτο κεκτημένο αφορά το γεγονός ότι είμαστε σήμερα μέσα σε μια περίοδο μακράς μετάβασης κατά την οποία η φιλοσοφία δε βρίσκεται πια σε μια μεταφυσική κατάσταση. Οι φιλόσοφοι δεν είναι στην πράξη μεταφυσικοί, ακόμη και αν εξακολουθούν να χρησιμοποιούν, υπό προϋποθέσεις, τον όρο, ακόμη και αν τον διεκδικούν. Δεν είναι πια μεταφυσικοί, υπό ένα νόημα το οποίο μπορεί να μην πραγματώθηκε εντελώς μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά που μας επιτρέπει να το ερμηνεύσουμε ξεκάθαρα ως μια οντοθεολογία. Οι φιλόσοφοι συνεπώς δεν είναι πια σε θέση να υποστηρίξουν έναν καθολικό λόγο επί όλων όσων υπάρχουν, λόγο που να αυτο-θεμελιώνεται πάνω σε ένα απόλυτο ον, θέτοντας με αυτό τον τρόπο επί τω έργω τον επαρκή λόγο του συνόλου. Βρισκόμαστε σε μια φιλοσοφική κατάσταση μη μεταφυσική. Αυτή η κατάσταση έχει –δεύτερο κεκτημένο– πολλές συνέπειες και καταρχήν τον μηδενισμό, μηδενισμό ο οποίος δε συνίσταται στην απουσία της ορθολογικότητας, αλλά απεναντίας είναι μια νέα μορφή της. Πολιτικά, λαμβάνει τη μορφή της ολοποίησης και τη μορφή του «θανάτου του Θεού», ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι η εξαφάνιση του Θεού αλλά η ανακάλυψη ότι η απουσία αυτού που ονομάζουμε «Θεός» προσδιορίζει τη συγκαιρινή μορφή της παρουσίας του.

Επίσης, είμαστε –τρίτο κεκτημένο– εντός μιας καταστάσεως στην οποία η φιλοσοφία, ακριβώς λόγω του μηδενισμού, δεν αξιώνει πια έναν πραγματικό λόγο αληθείας. Διαπιστώνουμε χαρακτηριστικά, λόγω αυτής της καταστάσεως, ότι όσο περισσότερο ο επιστημονικός λόγος αναπτύσσεται, τόσο λιγότερο είναι διατεθειμένος να διατυπώσει οριστικές αλήθειες. Η κατάσταση της σύγχρονης τεχνικής ορθολογικότητας πρέπει να κατανοηθεί με αυτό τον τρόπο: η γνώση και τεχνική ερμηνεία του κόσμου γνωρίζουν βέβαια μια μεγέθυνση χωρίς προηγούμενο, αλλά, την ίδια στιγμή, ο επιστημονικός λόγος αναστέλλει την αξίωση αλήθειας του, αξίωση κατανοημένη υπό την απόλυτη έννοια. Εξού και ισχύει ταυτόχρονα ένας σεβασμός για την τεχνολογία και μια έντονη υποψία απέναντι σε αυτή. Πολλές σύγχρονες διαμάχες που προκαλούνται από τη διασταύρωση πολιτικών και επιστημονικών αρχών το επιβεβαιώνουν: η οικολογία, η ενέργεια, τα μαθηματικοποιημένα χρηματοοικονομικά κ.λπ. Η επιστήμη δεν παρουσιάζεται πια ως ο εργάτης της αλήθειας μήτε ως ο τόπος της αλήθειας. Πρέπει να τα έχουμε όλα αυτά στο νου μας προτού θέσουμε το ερώτημα για τη σχέση της πίστης και του λόγου.

Laurence Devillairs: Δεν πρόκειται άραγε μόνο γι’ αυτό που ονομάζουμε εκκοσμίκευση;

Jean-Luc Marion: Για πολύ καιρό ορίζαμε τη νεωτερικότητα μέσω της εκκοσμίκευσης, αλλά μου φαίνεται ότι δεν ισχύει πια αυτό. Είμαστε σε μια κατάσταση στην οποία η ίδια η εκκοσμίκευση παρουσιάζεται πια ως το πρόβλημα και όχι ως η λύση. Εάν ένα μέρος των κοινωνιών παραμένει επισήμως εκκοσμικευμένο, στην πραγματικότητα όλες είναι αντιμέτωπες, συμπεριλαμβανομένων όλων και κυρίως εκείνων που αξιώνουν ότι είναι εκκοσμικευμένες, με το πρόβλημα (στα μάτια τους αρκετά ανησυχητικό) ότι οι θρησκείες, μακράν του να έχουν εξαφανιστεί, επιστρέφουν δυναμικά στο δημόσιο χώρο, από τον οποίο δεν είχαν ποτέ εκτοπιστεί. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο μεγάλα προβλήματα των μετα-νεωτερικών κοινωνιών: η παρατήρηση ότι η θρησκεία δεν έχει εκκοσμικευθεί, εις μάτην όλων των προσπαθειών και των ελπίδων. Βρισκόμαστε επομένως όχι σε μια κατάσταση εκκοσμίκευσης, αλλά μετα-εκκοσμίκευσης, όχι στην έξοδο της θρησκείας (η διάσημη «θρησκεία της εξόδου από την θρησκεία») αλλά στην είσοδο (ή στην επάνοδο), ενδεχομένως με δυναμικό τρόπο, της θρησκείας ή των θρησκειών. Και αυτό το φαινόμενο συμβαίνει τη συγκεκριμένη στιγμή που πια δεν καταφέρνουμε να συλλάβουμε το νόημα και το ρόλο τής υπό διερώτηση θρησκείας μέσα στις κοινωνίες. Υπάρχει όμως και κάτι επιπλέον: το γεγονός ότι η μετα-νεωτερικότητα δεν μπορεί πια να παραμείνει μέσα στο σχέδιο της εκκοσμίκευσης – αποκαλύπτει την ίδια στιγμή τη χρεοκοπία από την οποία πηγάζει: την απροσδιοριστία της ίδιας της έννοιας του λόγου. Διαπιστώνουμε όντως έναν αγώνα ταχύτητας ανάμεσα, από τη μία, σε έναν λόγο (στενά) ορθολογικό της νεωτερικότητας, λόγο πεπαλαιωμένο όλο και περισσότερο, και ταυτόχρονα λόγο φλύαρο, διεκδικητικό και αναποτελεσματικό, και, από την άλλη, στη διαχείριση, εξίσου δύσκολη να τη σκεφτούμε όσο και επείγουσα και αναμφίβολα ανηλεή, μιας νέας έννοιας του λόγου – έννοιας πολύ ευρύτερης, πολύ πιο περιεκτικής, που μόνο αυτή θα μπορούσε να λογαριάσει τα καινούργια φαινόμενα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Εδώ, το πρόβλημα των πιστών συνταυτίζεται επομέ-νως με το πρόβλημα των μη πιστών, δηλαδή: ποια ορθολογικά μέσα διαθέτουμε σήμερα; Υπάρχουν αυτοί που, μέσα στο κάθε στρατόπεδο, σκέφτονται ότι αυτό το ερώτημα δεν μπορεί (δεν οφείλει;) να βρει απάντηση, και αυτοί οι οποίοι δοκιμάζουν να δουν εάν είναι δυνατό να παλινορθώσουν την ορθολογικότητα εκεί που δεν υπάρχει ακόμη. Αυτό είναι ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα. Αλλά είναι επίσης το πεδίο στο οποίο η θεολογία καλείται όχι μόνο να εκπληρώσει αιτήματα αλλά κυρίως το πεδίο στο οποίο ανοίγονται γι’ αυτήν δυνατότητες προς εξερεύνηση. Αλλά φοβάμαι ότι οι θεολόγοι συναντούν στην παρούσα φάση μεγάλες δυσκολίες να αντεπεξέλθουν στις ευθύνες τους, γιατί πολλοί ανάμεσα σε αυτούς δεν κατανοούν την αληθινή κατάσταση της σύγχρονης ορθολογικότητας, και φαντάζονται ότι οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούν ακόμη είτε την ορθολογικότητα των Φώτων είτε την ορθολογικότητα του θεωρησιακού ιδεαλισμού είτε κάποιο μείγμα των δύο, εξίσου πεπεισμένοι ότι σε σχέση με αυτές ο θεολογικός λόγος οφείλει να οριστεί. Θα έπρεπε επομένως οι θεολόγοι να εκπληρώσουν μία αναθεώρηση (aggiornamento), αρκετά διαφορετική από εκείνη του τέλους του προηγούμενου αιώνα. Διότι συχνά, ακόμη και αυτοί που θεωρούνται ως οι περισσότερο προωθημένοι και κριτικοί, παραμένουν στην πραγματικότητα ακραία συντηρητικοί. Εγγράφονται σε πρότυπα ορθολογικότητας τα οποία σήμερα δεν έχουν καμία δύναμη. Τουναντίον, η θεολογία, που διαθέτει μεγάλο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη καινούργιων μορφών ορθολογικότητας, πρέπει να συμβάλει σε μια εργασία διεύρυνσης της ορθολογικότητας, να υπερκεράσει τα όρια που η υπερβατολογική φιλοσοφία της είχε καθορίσει. Συνεπώς, το πρόβλημα της σχέσης του λόγου με την πίστη μετασχηματίζεται σύμφωνα με το βαθμό κρίσεως ενός εκ των δύο όρων της σχέσης – και αυτός ο όρος είναι ο λόγος. Αυτό σημαίνει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε πολύ περισσότερο με μια ανάγκη διάσωσης του λόγου παρά της πίστεως – διάσωσης του λόγου από τις συνέπειες της μεταφυσικής του αυτο-ερμηνείας.

Laurence Devillairs: Θα έπρεπε συνεπώς σε μεγαλύτερο βαθμό να μιλάμε για μια κρίση του λόγου παρά για μια κρίση της πίστης;

Jean-Luc Marion: Θα συμφωνούσε κάποιος ότι οι χριστιανοί έχουν συνειδητοποιήσει πως ο ορίζοντας άλλαξε: δεν πρόκειται πια τόσο για έναν «διάλογο», για έναν συμβιβασμό ή και μια συμφιλίωση ανάμεσα στην πίστη και το λόγο, όπως το απαιτούσε αυτή η εγκύκλιος, σίγουρα αξιοσημείωτη και πολύ χρήσιμη, που ονομαζόταν «Fides et ratio». Αυτή τη στιγμή πρέπει να γνωρίζουμε ποιες είναι οι φιλοσοφίες που έχουν την ικανότητα να μετοικήσουν ξανά αυτό το διευρυμένο πεδίο της ορθολογικότητας. Να λοιπόν, νομίζω, αυτό που συγκροτεί εξίσου το αληθινό διακύβευμα της σχέσης, του ανταγωνισμού –ευτυχώς όχι πάντοτε εχθρικού– ανάμεσα στην αναλυτική φιλοσοφία και τη φαινομενολογία. Η αίσθησή μου είναι ότι η αναλυτική φιλοσοφία καταδικάζεται άλλοτε σε μια μορφή σκεπτικισμού, άλλοτε σε μια παλινόρθωση της πιο κλασικής μεταφυσικής. Λόγω αυτής της διαπίστωσης, φοβάμαι ότι η αναλυτική φιλοσοφία δεν μπορεί να μας προσφέρει σημαντική βοήθεια, σε αντίθεση με τη φαινομενολογία, η οποία είναι πιο ισχυρή, πιο εποικοδομητική. Αλλά ξέρω ότι, κατανοητή ανάμεσα στους χριστιανούς, αυτή την άποψη δεν τη συμμερίζονται όλοι.

Όπως και να έχει, η κρίση της ορθολογικότητας βαρύνει σε σημασία πολύ περισσότερο από την υποτιθέμενη κρίση της πίστης. Υπό μία έννοια, η κρίση της πίστης δεν έχει τίποτε το δραματικό, τίποτε το θλιβερό για τους πιστούς, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η πίστη τους, εξ ορισμού, αναπτύσσεται πάντοτε με αναφορά σε μια κρίση, την κρίση που ο Θεός εισάγει μέσα στον κόσμο αποκαλύπτοντάς την στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η κρίση ανήκει στην πίστη, και αντιστρόφως: δεν πρόκειται επομένως για ένα γεγονός που αιφνιδιάζει τους πιστούς. Η κρίση της ορθολογικότητας συνιστά, αντιθέτως, ένα γεγονός εντελώς τραγικό και αναμφίβολα χωρίς προηγούμενο. Όταν αναλύουμε τους δύο κυρίαρχους επιστημονικούς λόγους, που δεν είναι πια τα μαθηματικά, η φυσική ή η χημεία, αλλά η βιολογία αφενός και η οικονομία αφετέρου, το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι αποτελούν επιστήμες που γνωρίζουν αυτό που κάνουν, αλλά χωρίς να γνωρίζουν αληθινά και με ακρίβεια τη θεωρητική εγκυρότητα αυτού που κάνουν – ακόμη λιγότερο την ηθική ορθότητα αυτού που επιτρέπουν και τους επιτρέπεται. Ο υποτιθέμενος επιστημονικός λόγος όχι μόνο δεν αποδέχεται κανόνες αλλά δε διεκδικεί πια να κατέχει την οριστική ή απόλυτη αλήθεια – από όπου η ανεπάρκεια σε κανόνες: όχι γιατί τους αρνείται, αλλά γιατί δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτούς, εφόσον ισχυρίζεται ότι δεν έχει πρόσβαση σε μια απόλυτη αλήθεια. Επίσης, οι χριστιανοί θα όφειλαν να ενδιαφέρονται για την κατάσταση της ορθολογικότητας και να μην είναι αφελείς σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Νομίζω ότι πολλοί είναι ακόμη αρκετά αφελείς.

Laurence Devillairs: Επομένως, ο λόγος, υπό το κίνδυνο να μην είναι πια ορθολογικός, μπορεί και πρέπει να διαχωριστεί από το ερώτημα για την αλήθεια;

Jean-Luc Marion: Είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει τεθεί αρκετά καλά από τον Νίτσε, ενώ ο Χούσερλ και ο Χάιντεγκερ το επανέλαβαν έπειτα από αυτόν. Τι σημαίνει «αλήθεια» σήμερα; Θα χρειαζόταν μια έννοια αλήθειας ισχυρή, για να μην εκπέσει εκ νέου η αλήθεια σε μία από τις μορφές της ιδεολογίας. Το σχέδιο είναι ανοιχτό κατ’ αυτόν τον τρόπο, ουσιώδες σχέδιο, αλλά εγκαταλελειμμένο. Πρέπει η αλήθεια να κατά-νοηθεί μόνο ως θέληση για αλήθεια, υποκείμενη στη θέληση για δύναμη, όπως έχουμε την τάση να τη σκεφτόμαστε; Η αλήθεια θα ήταν συνεπώς μόνο αυτό που θα μπορούσαμε να επιβάλουμε με τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, δίχως να ξεχωρίζει από ένα ψεύδος σωστά ζυγισμένο από τη θέληση για κυρίαρχη δύναμη, δίχως να ξεχωρίζει από την ωφέλιμη αυταπάτη (και επομένως αναγκαία) για να επιβιώσει στο εσωτερικό της κυρίαρχης κατάστασης που είναι η θέληση για δύναμη. Σε αυτή την περίπτωση, η αλήθεια δε μας στηρίζει πια, είμαστε εμείς που τη στηρίζουμε – αυτή είναι η ανυπόφορη κατάσταση, η κατάσταση του μηδενισμού συγκεκριμένα.

Laurence Devillairs: Υπάρχει μια χριστιανική έννοια της αλήθειας;

Jean-Luc Marion: Οι χριστιανοί διαθέτουν πράγματι έναν ιδιαίτερο ορισμό (καίτοι εκκαθολικεύσιμο) της αλήθειας ως αποκάλυψης. Πρέπει όμως να κατανοήσουμε αυτό που σημαίνει «αποκάλυψη» στην οπτική της πίστης, κάτι που δεν είναι άμεσα ξεκάθαρο. Η προβληματική της διάκρισης ανάμεσα στην πίστη και το λόγο, παίρνοντας τη σκυτάλη από την αντιπαράθεση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία, παραμένει μεταφυσική προβληματική, από τη στιγμή που υποθέτει ότι η φιλοσοφία όχι μόνο έχει έρεισμα στην πραγματικότητα, αλλά μπορεί επιπλέον να καθορίσει τους όρους της αλήθειας, κατέχει την αρμοδιότητα να αποφανθεί γι’ αυτούς τους όρους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η φιλοσοφία οφείλει να λάβει υπερβατολογικό κύρος, ούτως ειπείν οφείλει να στηριχθεί σε a priori έννοιες, εγκαθιδρύοντας με αυτό τον τρόπο τις a priori συνθήκες της ύπαρξης, ισχυριζόμενη τελικά ότι εδράζεται πάνω σε ένα υπερβατολογικό υποκείμενο, μόνη ικανή να καθορίσει σε τελική ανάλυση αυτά τα όρια και να νέμεται μια τέτοια, τρόπον τινά, δικαστική αρμοδιότητα. Υπ’ αυτό τον όρο, υπ’ αυτή την αξίωση μονάχα, είναι σε θέση η φιλοσοφία να αξιολογήσει το βαθμό ορθολογικότητας όλων των επιστημών. Και εάν η θεολογία θα ήθελε να συγκροτηθεί ενταύθα ως μια επιστήμη (αυστηρή βεβαίως), θα όφειλε να προσλάβει από μια τέτοια υπερβατολογική φιλοσοφία τους δικούς της όρους δυνατότητας ή (συχνότερα) αδυνατότητας. Σε αυτή τη διαμάχη, που πολλοί θεολόγοι δυστυχώς αποδεχτήκαν, αρκούσε η φιλοσοφία να ενδυθεί την υπερβατολογική βασιλική πορφύρα και να τη διατηρήσει. Όμως, πράγματι συμβαίνει να μην αξιώνει πια καμία σύγχρονη φιλοσοφία (και αυτό είναι προς τιμή της) να καθορίσει τους όρους δυνατότητας της εμπειρίας a priori. Συνεπώς, η αντιπαράθεση, είτε ήταν συγκρουσιακή είτε συμβιβαστική, ανάμεσα στη θεολογία και τη φιλοσοφία παρουσιάζεται εφεξής χωρίς διακύβευμα.

Laurence Devillairs: Είναι επομένως οριστικά μη νόμιμο και αδύνατο να ορίζεται η φιλοσοφία ως μεταφυσική; Να οργανώνει και να προσδιορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στο λόγο και την πίστη;

Jean-Luc Marion: Η θέληση να υπερβούμε αυτό το «τέλος της μεταφυσικής» με την παλινόρθωση μιας «μεταφυσικής» είναι ένα φιλοσοφικό πρόγραμμα που επιχειρήθηκε, από όλους, ήδη από το ξεκίνημα του 19ου αιώνα. Όλοι οι φιλόσοφοι δήλωσαν ότι μια ορισμένη μεταφυσική απεβίωσε και θα έπρεπε επομένως να σχηματίσουμε μια αληθινή, αλλά όλοι απέτυχαν, παραμένοντας δυσανάλογα ευσεβείς (για το πούμε όπως ο Νίτσε) στην προσδοκία τους για παλινόρθωση. Αξίζει καλύτερα να αποκηρύξουμε, νομίζω, όχι τη φιλοσοφία (τουναντίον), αλλά τον μεταφυσικό ορισμό της φιλοσοφίας. Αυτό παραμένει ένα πολύ ευαίσθητο σημείο, το γνωρίζω καλά, για πολλούς. Ο Χάιντεγκερ ο ίδιος δίστασε: διατήρησε για μια περίοδο τη νομιμότητα μιας μεταφυσικής διερώτησης, προτού, αντίθετα, φτάσει να ισχυριστεί ότι κάθε φιλοσοφία λαμβάνει τέλος με το «τέλος της μεταφυσικής». Αλλά ίσως η φιλοσοφία μπορεί να νοηθεί χωρίς μεταφυσική και μέσω αυτού του τρόπου να επιτύχει μια πιο μεγάλη ορθολογικότητα. Όντως, δεν βρίσκουμε πια μεταφυσικές απαντήσεις, εντούτοις αυτό θα μπορούσε να προέρχεται όχι από αδυναμία, αλλά εκ του γεγονότος ότι δεν θέτουμε πια μεταφυσικά ερωτήματα – υπό το νόημα ενός ερωτήματος σαν το «γιατί να υπάρχει κάτι παρά το τίποτε;». Εάν τα ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση δεν τίθενται, εάν η ανθρωπότητα δεν θέτει στον εαυτό της παρά μόνο ερωτήματα στα οποία μπορεί να απαντήσει, τότε θεωρούμε τα ερωτήματα που θέτουμε αληθινά και όλα σχετίζονται με το εξής: «πώς κάτι πρέπει να προσλαμβάνεται, για να μην οδηγεί στο κακό ή στον παραλογισμό;»

Laurence Devillairs: Τίθεται η ίδια ερώτηση για τη θεολογία;

Jean-Luc Marion: Κάποιοι θεολόγοι μερικές φορές εκτίμησαν ότι όφειλαν να μπολιαστούν σε μια μεταφυσική. Αλλά η ερώτηση εφεξής συνίσταται περισσότερο στο να προσδιορίσουμε εάν η θεολογία μπορεί να ορίζεται μόνο μέσω της αποκάλυψης, ή μέσω και κάτι άλλου. Μένει να κατανοήσουμε αυτό που σημαίνει μια «αποκάλυψη». Έχουμε μια έννοια για αυτήν; Διότι «η αποκάλυψη» ήταν επίσης ένας όρος που τέθηκε από τον Διαφωτισμό, για να αποκλείσει την πίστη από την ορθολογικότητα, και να την αφήσει μόνο για τη θεολογία. Καθεαυτή, η έννοια της αποκάλυψης δεν προσφέρει επομένως μια μαγική λύση που θα μας έβγαζε από την δυσκολία. Κατά μία έννοια, θα μπορούσε περισσότερο να μας βάλει βαθύτερα στη δυσκολία. Καθίσταται επομένως επείγον για τους θεολόγους να την ορίσουν εκ νέου μέσα στην αυθεντικότητά της. Είναι θεμιτό να την ορίσουν εκ νέου, διότι η μεγάλη παράδοση της χριστιανικής θεολογίας σχεδόν δεν χρησιμοποίησε αυτή την έννοια επί δέκα αιώνες. Ομοίως, η αντιπαράθεση ανάμεσα στη θεολογία και τη φιλοσοφία χρονολογείται μόνο από τον 8ο αιώνα και μετά. Μήτε ο άγιος Αυγουστίνος μήτε οι μεγάλοι Πατέρες χρησιμοποιούσαν τη λέξη «θεολογία», που τη θεωρούσαν παγανιστικό όρο. Συνεπώς, δεν αρκεί πια να λέμε «θεολογία» για να ορίσουμε το έλλογο του λόγου των χριστιανών. Δεν πρόκειται εδώ παρά μόνο για έναν από τους τρόπους να ονομάσουμε ένα ορισμένο πεδίο λογικότητας, το οποίο διαφέρει από το πεδίο των επιστημών ή το πεδίο της φιλοσοφίας. Αυτό το οποίο ονομάζουμε, νομιμότατα βεβαίως, «θεολογία», υποφέρει από μια επιστημολογική απροσδιοριστία, που αναμφίβολα οφείλεται στο γεγονός ότι την εξασκούμε ολίγον τι σε μεγάλη απόσταση από το λατρευτικό κανόνα (lex orandi): η προσευχή και η λειτουργία παραμένουν κανόνες του πιστεύοντος λόγου, ο οποίος κερδίζει σε λογικότητα προσλαμβάνοντας αυτούς τους κανόνες. Η θεολογία οφείλει πρώτα να μιλήσει για αυτό που πρέπει να εκλογικεύσει και το οποίο, συχνότερα ή με την πρώτη ματιά, δεν μπορεί να εκλογικευθεί: η εμπειρία του δώρου, της αγάπης, της πίστης, του θανάτου, της γέννησης, του καλού και του κακού. Οφείλει να απαντήσει ακόμη μια φορά στο ερώτημα: «πώς κάτι πρέπει να προσλαμβάνεται, για να μην οδηγήσει στο κακό και στον παραλογισμό;»

Laurence Devillairs: Τι λείπει θεμελιακά από τη θεολογία στις μέρες μας;

Jean-Luc Marion: Η πίστη στερείται στη παρούσα φάση προαπαιτούμενων πίστης (praeambula fidei). Βέβαια, δεν μπορεί να τα αναζητήσει κοντά στη μεταφυσική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται αυτά τα προαπαιτούμενα για την περιγραφή των πραγμάτων αυτών που φανερώνονται και προσφέρονται. Η κατάσταση παρουσιάζεται επομένως και στο μέλλον αρκετά ανοιχτή, υπό την προϋπόθεση πάντοτε να μη χαθεί χρόνος σε μια προσπάθεια παλινόρθωσης (παλινόρθωσης της «μεταφυσικής», για παράδειγμα). Δεν έχουμε τίποτε να παλινορθώσουμε, γιατί βρισκόμαστε, οι χριστιανοί, σε εσχατολογική κατάσταση στην οποία αναμένουμε την ακόμη μη ορατή κατάδειξη αυτού το οποίο εντούτοις είναι ήδη εδώ: είμαστε ήδη υιοί του Θεού, ακόμη και αν αυτό δεν έχει ακόμη φανερωθεί (Ιωάννου Α΄ 3, 1-2.) Και δεν προσδοκούμε από τον κόσμο να μας δώσει την πλήρη συνείδηση αυτού που είμαστε. Αυτό δεν θα έρθει εκ του κόσμου, αλλά θα φανερωθεί, από το φανέρωμα του Χριστού του ίδιου. Αρκεί οι χριστιανοί να τον αποδεχτούν.

Laurence Devillairs: Αυτό σημαίνει ότι ο μόνος αυθεντικός και έλλογος θεολογικός λόγος στηρίζεται σε μια χριστολογία;

Jean-Luc Marion: Η χριστολογία δεν προσφέρει το εναρκτήριο σημείο παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι κάνουμε λόγο για ένα αληθινό δόγμα για τον Χριστό, υπό την προϋπόθεση να αντιμετωπίσουμε τον Ιησού ως Χριστό, δηλαδή ως την ίδια την ορατότητα του Πατέρα μέσα στο Πνεύμα – εν συντομία πάνω σε μια τριαδική βάση. Όλα τα ερωτήματα της χριστολογίας για το θάνατο, την ανάσταση, την κλήση του Χριστού και τα λοιπά, εξαρτώνται από την Τριάδα (η τριαδική οικονομία και η τριαδική εμμένεια αποτελούν ένα πράγμα, έλεγε ο Ράνερ). Αυτή είναι η μόνη υπόθεση και δεν υπάρχει άλλη: αυτό που λέει ο Χριστός και αυτό που κάνει δεν γίνονται κατανοητά παρά μόνο μέσα στο φως της Τριάδος. Μια θεολογία μη τριαδική δεν λέει και δεν βλέπει τίποτα.

Laurence Devillairs: Σε αυτό το σημείο διακυβεύεται η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία; Στη φιλοσοφία δεν υπάρχει χριστολογία και ακόμη περισσότερο δεν υπάρχει τριαδικός στοχασμός.

Jean-Luc Marion: Αυτό δεν είναι τόσο απλό: η πλειονότητα των φιλοσόφων μιλούν για τον Χριστό, και βρίσκει κανείς αρκετές χριστολογίες μέσα στη φιλοσοφία, αλλά τις περισσότερες φορές μέσα στα όρια που είναι τα όρια της ίδιας της μεταφυσικής. Το σύνορο περνάει περισσότερο ανάμεσα στις τριαδικές αναγνώσεις ή μη τριαδικές της μορφής του Χριστού. Δηλαδή ανάμεσα στις αναγνώσεις της Αγίας Τριάδας σύμφωνα με την έννοια και σε αυτές σύμφωνα με την αποκάλυψη της εσωτερικής δωρεάς του Θεού. Αν περιοριστούμε στην αυστηρή φιλοσοφία (χωρίς να υποθέσουμε την πίστη στο Θεό και την αποκάλυψη του στον Χριστό), το μόνο πράγμα που μπορούμε να αναμένουμε από ένα φιλόσοφο θα ήταν να θέσει το ακόλουθο ερώτημα: υπ’ αυτό το φιλοσοφικό πρίσμα (εννοιολογικό), μέχρι πού σε αυτό για τα οποίο μας μιλούν οι Γραφές μπορούμε να κρίνουμε, γίνεται κατανοητό και από ποια στιγμή και μετά ξεφεύγει από ό,τι μας φαίνεται δυνατό; Από τη δική μου πλευρά, εκτιμώ ότι ορισμένες φαινομενολογίες καταφέρνουν, σήμερα, να περιγράψουν κάποια από τα φαινόμενα που τα γνωρίζουμε από τις Γραφές καλύτερα από ό,τι το έκανε η φιλοσοφία του Καντ, του Χέγκελ και του Σέλλινγκ. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, ίσως να ξεκινήσουμε να περιγράφουμε σήμερα μια θεοφάνεια, δείχνοντας ειδικά ότι αυτή εξαρτάται από μια φαινομενικότητα (phénoménalité) που μπορεί να νοηθεί, καίτοι ιδιαίτερη και ανεπαλήθευτη μέσα στον κόσμο.

Laurence Devillairs: Για ποιο λόγο θα έπρεπε να ευχόμασταν να βγούμε από την κατάσταση στην οποία είμαστε, και η οποία είναι, σύμφωνα με τον Νίτσε, ο μηδενισμός;

Jean-Luc Marion: Ο Νίτσε υπολόγισε ότι η περίοδος του μηδενισμού θα διαρκούσε δύο αιώνες. Ένας αιώνας μόλις ολοκληρώθηκε, ο άλλος μας περιμένει; Γιατί όμως να βγούμε; Γιατί να μην προτιμήσουμε να παραμείνουμε κι άλλο; Ο λόγος είναι ότι δεν είμαστε πια στην κατάσταση πριν το 1914-1918, όταν μπορούσαμε πολύ ειλικρινά να σκεφτούμε ότι η κατάσταση του πολιτισμού άγγιζε και όχι μόνο μπορούσε αλλά όφειλε να επιμείνει για πολύ καιρό σε ένα «τέλος της ιστορίας», χωρίς άλλη ιστορία δυνατή πέραν αυτής της «προόδου». Σήμερα η κοινή γνώμη μοιάζει να είναι σύμφωνη ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να διατηρείται αιώνια (ωστόσο, υποθέτει την «αιώνια επιστροφή» της), αλλά το αντίθετο. Και η αγωνία αυξάνει όλο και πιο πολύ όσο δεν διαθέτουμε πια καμία έφεση για τα ιδεολογικά παραληρήματα που θα μας επέτρεπαν να καθησυχάσουμε από σεβαστά λάθη. Χωρίς να γίνουμε όλοι αντιδραστικοί (επειδή δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιδραστικό από το να θέλεις να μεταπωλήσεις παλαιές ιδεολογίες), οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο την κρίση της ορθολογικότητας.

Laurence Devillairs: Σε αυτή την κατάσταση, σε τι θα μπορούσε να μας χρησιμεύσει ο Καρτέσιος; Θα ήταν ένας καλός οδηγός;

Jean-Luc Marion: Ο Καρτέσιος είναι ένας μεγάλος καινοτόμος και, όπως όλοι οι μεγάλοι καινοτόμοι, έχει συνείδηση ξεκάθαρη των ορίων της καινοτομίας του. Όλοι οι φιλόσοφοι οι οποίοι τον διαδεχθήκαν αναφέρονται σε αυτό, είτε για να του ασκήσουν κριτική είτε για να τον ιδιοποιηθούν ή, τις περισσότερες φορές, και τα δύο ταυτόχρονα. Για ποιο λόγο; Διότι ο Καρτέσιος ξαναμοίρασε τα χαρτιά της φιλοσοφίας, και καθώς είναι αυτός που εξασφάλισε αυτό το ξαναμοίρασμα, είδε με τέλειο τρόπο τι χαρτιά δεν διέθετε μέσα στο παιχνίδι του, αυτό που θα μπορούσε να κάνει και αυτό που δεν θα μπορούσε να κάνει, αντιτιθέμενος στους διαδόχους του, που φαντάζονταν ότι θα πάνε πιο μακριά από αυτόν εντός της ίδιας κατεύθυνσης (βρίσκουμε επομένως μια εμβάθυνση από τον Καρτέσιο των δικών του ανακαλύψεων, η οποία αναφαίνεται στις τρεις διαδοχικές έννοιες του ego και του cogito: το ego της επιστήμης, το ego του απείρου και το ego της παθητικότητας). Συνεπώς, κάθε φορά που η φιλοσοφία μετά από αυτόν προσδιορίζει τα όρια, αντιλαμβάνεται ότι ο Καρτέσιος τα είχε ήδη ξεκάθαρα προσδιορίσει: αυτό του δίνει μια ερμηνευτική αξία ως παραγωγού της ορθολογικότητας εντελώς ιδιαίτερη. Έτσι, για τις σχέσεις της πίστης και του λόγου, η θέση του ήταν ακραία ισορροπημένη: δεν ιδεολογικοποίησε και δεν ειδωλοποίησε ποτέ την ορθολογικότητα που εγκαθίδρυσε, αλλά πάντοτε την έθεσε υπό τον καθορισμό αυτού που ονομάζει άπειρο. Αυτό μου φαίνεται μια θέση ισορροπημένη και, ταυτόχρονα, εντελώς χριστιανική.

Μετάφραση: Νίκος Μανωλόπουλος

H συνέντευξη του Ζαν-Λυκ Μαριόν με τίτλο «Foi et raison» δημοσιεύθηκε στο γαλλικό περιοδικό Études, Φεβρουάριος 2014, σ. 67-76.

Ο Ζαν-Λυκ Μαριόν (1946) θεωρείται ως ένας απ’ τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, Πόλις 2008), Επιπροσθέτως (μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου, Πόλις 2011) και Ο Θεός χωρίς το είναι (μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, Πόλις 2012). [Σ.τ.Μ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.