Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Επιμηθείς αντί για Προμηθείς.

 
Απόψε, λέω να σας διηγηθώ έναν μύθο, τον Μύθο του Ύπνου για την Μέριμνα. 
Κι είν' αυτός ένας πραγματικά σπουδαίος μύθος, στ' αλήθεια, αν συλλογιστείτε ότι αποτέλεσε τη βάση όλης της φιλοσοφικής σκέψης του Μάρτιν Χάιντεγκερ.

Καθότανε, το λοιπόν, μια φορά, στις απαρχές του χρόνου, η Μέριμνα ανάμεσα στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή με νερό κρυστάλλινο, κι όπως δεν είχε και πολλά για να κάμει άρχισε να παίζει με την λάσπη, με τον πηλό.Με τα πολλά, έπλασε ένα αγαλματάκι, μια μορφή όμορφη και παράξενη, και καθότανε και την καμάρωνε, σαν παιχνίδι έπαιζε μαζί της και πολύ το διασκέδαζε.   
Εκεί, το λοιπόν, που έπαιζε η Μέριμνα με το παιχνίδι της, έτυχε και πέρασε ο Δίας. Κοντοστάθηκε και κοίταζε.
"Καλώς τον τερπικέραυνο, τον χθόνιο κι ολύμπιο Δία", τον χαιρέτησε η Μέριμνα.
"Καλώς σε βρήκα", της απάντησε ο Δίας, "και τι 'ναι άραγε τούτο το παιχνίδι, πού 'χεις πλάσει;", την ρώτησε.
"Είναι ένα αγαλματάκι από πηλό, τόσο όμορφο, για δες,  μα ξέπνοο, κατάξερο είν' το καημένο", απάντησε η Μέριμνα, "μήπως εσύ, πού 'σαι ζωοδότης, θα μπορούσες να το φυσήξεις και να του δώσεις πνοή, να ψυχωθεί, να ζωντανέψει, να μιλήσει και να σε προσκυνήσει;".
 "Μετά χαράς", είπε ο Δίας. Εφύσηξε το πήλινο παιχνίδι κι εκείνο ευθύς ζωντάνεψε!
Και τώρα, κάθονταν κι οι δυο στην πηγή δίπλα και χαίρονταν με το παιχνίδι τους και διασκέδαζαν με τα καμώματά του, μια που πια δεν ήταν πράγμα, μα πλάσμα.
"Και πώς, άραγε, θα το βαφτίσουμε τούτο 'δω;", είπε η Μέριμνα, "λέω να του δώσω τ' όνομά μου, μια που εγώ τό 'πλασα".
"Α, όχι δα", αποκρίθηκε ο Δίας, "το δικό μου τ' όνομα θα του δώσουμε, μια που εγώ του φύσηξα τη ζωή".
Κι έτσι λογομαχούσαν οι δυο θεοί και τσακώνονταν και δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν. Μα με τις φωνές τους ξύπνησαν την Γαία, που σηκώθηκε μέσα απ' τα χώματα και, με το στόμα του Κρόνου, έκρινε:
"Ούτε το δικό σου όνομα θα του δώσεις, Μέριμνα, ούτε το δικό σου, Δία. Το δικό μου τ' όνομα θα λάβει, γιατί απ' το δικό μου το στοιχείο συντελέστηκε. Κι εσύ, Μέριμνα, που τό 'πλασες, θα το δυναστεύεις και θα το ορίζεις σ' όλη του τη ζωή· κι εσύ, Δία, που τού 'δωσες ζωή και γνώση, θα τ' οδηγείς και θα πλαταίνεις το μυαλό του, για να νοεί και να σε προσκυνά, και να σε δοξολογεί και να σε τιμά. Κι όταν τελειώσει ο χρόνος του, τότε η πνοή του θα γυρίσει πίσω σ' εσένα, που του την έδωσες, μα τα υπόλοιπα θα γυρίσουν πίσω σ' εμένα. Κι αφού γη ει και εις γην απελεύση, θα πάρει τ' όνομα  απ' εμένα, τη Hummushomo θα το πούμε, που θα πει Άνθρωπος".  

Και κάπως έτσι τό 'πε κι ο Πλάτωνας: "θεόν τι παίγνιον μεμηχανημένον", παιχνίδι, δηλαδή,  στα χέρια των θεών ο άνθρωπος. 

Μόνο που υπήρχε κάποιος άλλος,  πού 'χε άλλη γνώμη και σχέδιο, ο Προμηθέας, κι άλλαξε τα πάντα. 
Και τι έκαμε ο Προμηθέας;
Έκλεψε, μας λέγει ο μύθος του Πρωταγόρα, απ' τα δώματα των θεών για να χαρίσει στους ανθρώπους, την έντεχνον σοφία και τη φωτιά, έτσι που να μην μπορεί πια η Μέριμνα να τους καταδυναστεύει και να τους ορίζει, αλλά δεν μπόρεσε να κλέψει και την πολιτική σοφία, εκείνη δηλαδή την βασιλική τέχνη να διοικείς εμαυτόν και κοινωνία στη βάση της αρετής και της ευδαιμονίας.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην Μέριμνα, στην πανίσχυρη Ανάγκη.

Υποστηρίζω ότι οι άνθρωποι φτιάσαμε τις κοινωνίες, όχι για να είμαστε "καλοί", αλλά για να μην είμαστε ανίσχυροι, για να σταματήσουμε να κοιτάμε συνέχεια χάμω, μπας και βρούμε καμιά ρίζα για να φάμε, και στις σκιές, καιροφυλακτώντας διαρκώς για τον κίνδυνο που μας παραμόνευε.
Και μόνον τότε, όταν αισθανθήκαμε ασφαλείς μέσα στις συλλογικότητες και τις οργανωμένες κοινωνίες, μπορέσαμε να οργώσουμε τη γη και να κοιτάξουμε ψηλά, και να στοχαστούμε κι άλλα πράματα, μεγάλα και σπουδαία ίσως, πέρα απ' την γαστέρα και το τομάρι μας, που πάντως σε καμιά περίπτωση δεν είναι λιγότερο σπουδαία πράματα.
Φτιάσαμε κοινωνίες για να  προστατευτούμε απ' τα θηρία και τ' απειλητικά σκοτάδια γύρω μας κι έπειτα φτιάσαμε ηθικές, νόμους και θεσμούς, μέσα στις κοινωνίες αυτές, για να προστατευθούμε απ' τα κτήνη μέσα μας. Γιατί υπήρχε, και υπάρχει πάντοτε, ένα φοβερό κτήνος, ένας Μινώταυρος, μέσα στον κάθε άνθρωπο (έστω, δυνάμει μέσα σε κάθε άνθρωπο, για να συμφωνήσω με τον φίλο μου, τον Σωτήρη, που έχει δίκιο πάνω σ' αυτό), ή σχεδόν σε κάθε άνθρωπο, την ίδια ώρα που υπάρχει -δυνάμει- μέσα σε κάθε άνθρωπο, ή σχεδόν σε κάθε άνθρωπο, η πιο γλυκιά, η πιο θεσπέσια θεϊκή σπίθα, σαν πως έλεγε ο Ηράκλειτος ότι το καλό και το κακό ένα πράγμα είναι. Κι απ' όποια μεριά επιλέξεις για να φωτίσεις την ψυχή σου, γιατί είναι επιλογή του καθενός μας ποια μεριά της αβύσσου επιλέγει για να φωτίσει, εκείνη την αντανάκλαση θα σου γυρίσει, έτσι θα σε κοιτάξει κι έτσι θα πορευτείς.
Κι έμαθε ο άνθρωπος, σιγά-σιγά, να πολεμά το κτήνος εντός του, που θα πει να τιθασεύει το αρχέγονο ένστικτο, που ένα πράγμα ζητά μόνον: ικανοποίηση, και να το ζεύει στο άρμα της λογικής, των κανόνων και των συμβάσεων. 
Και, τέλος πάντων, γίναμε "καλοί", που θα πει κοινωνικοποιηθήκαμε και φιλοσοφήσαμε και φτιάσαμε πολιτισμούς και ηθικές και θρησκείες και τράπεζες και κομπιούτερ, όχι γιατί έκαιγε μέσα μας μια άσβεστος φλόγα ηθικής επιταγής, αλλά γιατί αισθανθήκαμε αρκετά ασφαλείς μέσα στην συλλογικότητα, ώστε να είμαστε αρκετά ισχυροί για να μη φοβόμαστε την πείνα, τα θηρία και τα σκοτάδια, κι ακόμα τόσο ισχυροί ώστε να δομήσουμε κοινωνικούς θεσμούς για να προστατέψουμε τους πιο αδύναμους ανάμεσα σ' εμάς, τους αδύναμους. 
Τους όμοιούς μας αδύναμους, δηλαδή, γιατί για τους "άλλους" αδύναμους καρφί δεν μας καιγόταν ποτέ, άσε που πολλές φορές τους βάζαμε να δουλεύουν για μας με το καμουτσί.
Άλλη ιστορία αυτή. 
Με άλλα λόγια, υποστηρίζω πως οι άνθρωποι φτιάσαμε τις κοινωνίες και τους θεσμούς για να αντιπαλέψουμε την καταδυνάστευση της Μέριμνας, για να νικήσουμε την σκλαβιά της Ανάγκης.
Κι επειδή, ακριβώς, οι ανθρώπινες κοινωνίες στον σχηματισμό τους δεν είχαν σχέση με ηθικές επιταγές, αλλά με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης, κι επειδή, ακριβώς, Εν πάντα Είναι, εγώ θ' αποτολμήσω να πω πως δεν υπάρχουν "καλοί" και "κακοί", υπάρχουν ισχυροί κι ανίσχυροι. 
Είναι οι ισχυροί που φτιάνουν κάθε φορά την ηθική της κάθε κοινωνίας· αν τύχει κι είναι κι αγαθοί, τόσο το καλύτερο.
Θυμήθηκα ένα ωραίο, που γράφει ο Νίτσε στην Γενεαλογία της Ηθικής:

"Τ' ότι τα πρόβατα εχθρεύονται τα μεγάλα αρπακτικά πουλιά, αυτό είναι κάτι που δεν παραξενεύει κανέναν: δεν είναι, όμως, λόγος, να οργιζόμαστε με τα μεγάλα αρπακτικά πουλιά, επειδή αρπάζουν τα μικρά πρόβατα.
Κι αν τα πρόβατα λένε μεταξύ τους: "αυτά τα όρνια είναι κακά· κι όποιος είναι όσο λιγώτερο όρνιο, και μάλιστα το αντίθετό του, ένα πρόβατο, αυτός δεν είναι καλός;", δεν θα είχαμε να αντιτείνουμε τίποτα γι' αυτή την εξύψωση ενός ιδανικού, έστω κι αν τα όρνια κοιτάξουν τα πρόβατα λίγο κοροϊδευτικά και πουν, ίσως, μέσα τους: "εμείς δεν εχθρευόμαστε καθόλου αυτά τα καλά πρόβατα, τ' αγαπούμε μάλιστα· δεν υπάρχει, άλλωστε, τίποτα πιο νόστιμο απ' όσο ένα τρυφερό πρόβατο"
Ε, δεν είναι "καλός" ο αμνός, είναι απλά αμνός.

Και κάποια στιγμή, αφού τέθνηκεν Παν ο Μέγας κι αφού πέρασε η ανθρωπότητα απ' το μαύρο σκοτάδι στους χρόνους του Ανθρώπου, γίναμε τόσο ισχυροί, που επιβληθήκαμε πάνω σε όλα τα άλλα πλάσματα της Φύσης, ακόμα και στην ίδια τη Φύση κάποιες φορές -έτσι νομίζουμε, και κάποια ισχυρά πρόβατα είδαν πως είναι τόσο πολύ πιο έξυπνα απ' τα υπόλοιπα πρόβατα, που κόλλησαν φτερά στους ώμους και καμώθηκαν τα αρπακτικά πουλιά.
Κι αυτά, τα καινούργια όρνεα, άρχισαν να τρώγουν πάλι τα καημένα τα πρόβατα, που δεν ήξεραν πια τι άλλο να κάμουν κι έστρεψαν τις ελπίδες τους σε μιαν "άλλη ζωή", στο επέκεινα, όπου τα "καλά" πρόβατα την περνούν μπέικα και τα "κακά" όρνεα βράζουν μέσα σε καζάνες.
Ας γελάσω.
Και σήμερα πια, που τέθνηκεν Άνθρωπος ο Μέγας, τα όρνεα δεν τρώγουν μόνον τα πρόβατα, τρώγουν ακόμα κι αυτές τις ίδιες τις κοινωνίες, τις φωλιές τους, αυτό το ίδιο το πλαίσιο ασφάλειας που τους επέτρεψε να καμώνονται τα όρνεα.
Γιατί;
Αρπαχτικά είναι, ό,τι θέλουν κάμουν, δεν υπάρχει εξήγηση λογική. 
Ή μάλλον υπάρχει, εκείνη που έδωσε κάποτε ο Μαξ Βέμπερ:
Ειδικοί δίχως πνεύμα, ηδονιστές δίχως καρδιά· το μηδενικό αυτό φαντάζεται ότι πέτυχε ένα επίπεδο πολιτισμού, που δεν υπήρξε πριν ποτέ.
Και λεν καμιά φορά τα πρόβατα πως αυτό είναι "πολύ κακό" και πως θα έπρεπε να είναι όλοι "καλοί", αλλά, καθώς έγραψε κι ο Νίτσε, δεν είναι κακά τα όρνεα· απλώς είναι όρνεα.

Και μ' όλο αυτό θέλω να πω, πως εμένα καθόλου δεν με συγκινεί, ούτε και μ' αφορά, η στωικότητα του εσταυρωμένου, πάνω στη βάσανο της Ανάγκης, ανθρώπου, αυτή η πανάθλια ηθική του μαρτυρίου, το "μαρτυρικό ιδανικό", όπου ακόμα κι ο βόγκος του εσταυρωμένου πρέπει τάχα να είναι "ευπρεπής και κατανυκτικός", να μη διακόπτει τις αγριοφωνάρες -πόσο πολιτικώς ορθές ωστόσο- και την προσήλωση των σταυρωτήδων.
Που σε μιαν άλλη ανάγνωση, θα πει πως καθόλου δεν με συγκινούν, ούτε και μ' αφορούν, όλες αυτές οι θεωρίες περί: "πολιτικής ρεαλισμού", που ίσως να σημαίνει και (α)πολιτικές ραγιαδισμού.  
Υποστηρίζω ότι αν έχει κάτι σημασία, είναι να στοχάζεσαι πώς να δράσεις επ' αγαθώ της κοινωνίας και για να δράσεις αποτελεσματικά πρέπει να έχεις ισχύ, έτσι που να μην τον αποδέχεσαι τον σταυρό της Ανάγκης, ούτε τον δικό σου, ούτε των άλλων, να τον πετάς πίσω σ' εκείνον που πάει να στον φορτώσει στην πλάτη.
Κι αν δεν έχεις ισχύ, καμιά φορά ίσως χρειάζεται να έχεις τρέλα· προμηθεϊκή τρέλα ή, αν προτιμάτε, ελληνική τρέλα. 
Μπορεί και θάρρος.

Ζούμε σε μια ρωγμή του χρόνου, που αποτελεί το μεταίχμιο μιας νέας ιστορικής εποχής, η οποία εκτυλίσσεται υπό το σήμα μιας γενικευμένης βαρβαρότητας.
Σημάδια της βαρβαρότητας αυτής, έγραφε κάποτε ο Μιχάλης Ράπτης, "δεν είναι μόνον οι πράξεις, τα γεγονότα, αλλά και οι νέες ιδέες και αξίες, που πάνε να επιβληθούν και να καλύψουν ιδεολογικά αυτή τη βαρβαρότητα. Η προσπάθεια, πάντως, στη θέση κοινωνικών οραμάτων να επικρατήσουν πιο "ρεαλιστικές" νέες αξίες, για παράδειγμα του ατομικισμού, του χρήματος, της εξουσίας, αντιτίθεται σε μια βασική τάση του κοινωνικού ατόμου να υπερβεί δια της μνήμης και της φαντασίας την ιστορική πραγματικότητα προς μια πιο ικανοποιητική μορφή κοινωνίας, πιο δίκαιης, πιο ισότιμης, πιο αισθητικά παραδεκτής. Αν φανταστεί κανείς ότι έχει οριστικά στερέψει η έφεση προς την υπέρβαση και τα οράματα και οι άνθρωποι θα συμβιβαστούν με τον κόσμο που δημιούργησαν και τον οποίον δεν ελέγχουν περισσότερο παρά ποτέ, θα ήταν πράγματι το τέλος της ιστορίας τους, υποτασσόμενοι σαν άβουλα ρομπότ σε κάποια εξωκοσμική ανάγκη και μοίρα". 

Με τα λόγια του Σίλερ:
"Για κάτι το καλύτερο είμαστε πλασμένοι. Τέτοια φωνή στα στήθη μας ακούγεται βαθιά"
Ένας στους τρεις συμπατριώτες μας, κι αναφέρομαι μόνον στον ενεργό πληθυσμό και μόνον στα επισήμως καταγεγραμμένα στοιχεία, είναι σήμερα άνεργος. Στην πραγματικότητα, ένας στους δύο. Κι απ' αυτούς που εργάζονται, τα δυο τρίτα είναι "απασχολήσιμοι", με μισθούς πείνας κι εργασιακό καθεστώς γαλέρας.
Τρόμος και ζόφος, η Μέριμνα, η ανάγκη ενέσκηψε δριμεία και καταδυναστεύει τον λαό μας
Την 1/3/2014 η ελληνική στατιστική υπηρεσία ανακοίνωσε επισήμως ότι το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα έφτασε το 34,6%, πράγμα που θα πει, γιατί μερικές φορές η στατιστική μας αποκοιμίζει, πως 3.795.100 συνάνθρωποί μας ζουν, ετούτη τη στιγμή που μοιράζομαι τις σκέψεις μου μαζί σας, κάτω απ' το όριο της φτώχειας. Ακριβώς ετούτη την στιγμή, 3.795.100 άνθρωποι, εδώ, δίπλα μας, βιώνουν την τρομερή αγωνία της καθημερινής επιβίωσης μέσα στην ένδεια, το πιο σκληρό, το πιο αδυσώπητο πρόσωπο της Ανάγκης.
Τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΗ, πραγματοποιήθηκαν 315.232 διακοπές ρεύματος στους καταναλωτές χαμηλής τάσης (νοικοκυριά). Αυτό σημαίνει ότι είκοσι έξι  χιλιάδες νοικοκυριά κάθε μήνα μένουν χωρίς ρεύμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας, το έτος 2013 κάθε δεκαοκτώ ώρες αυτοκτονούσε ένας άνθρωπος στην Ελλάδα και κάθε σαράντα πέντε λεπτά επραγματοποιείτο μια απόπειρα αυτοκτονίας. Κάθε σαράντα πέντε λεπτά, που θα πει ότι, μέχρι να διαβάσετε το κείμενο αυτό, τουλάχιστον ένας συμπατριώτης μας θα έχει αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, για βιοποριστικούς λόγους, επειδή δηλαδή τον συνέτριψε η Ανάγκη κι η κοινωνία μας, αν μπορούμε ακόμη να την χαρακτηρίζουμε έτσι, στάθηκε παγερά αδιάφορη στο δράμα της διπλανής πόρτας, αν και, σ' ένα κρεσέντο φαρισαϊσμού, θα "συνταραχτεί" και θα δακρύσει, χωρίς τσίπα, στα δελτία των οκτώ. 

Κι εγώ κι εσύ, αναγνώστη μου, κι εμείς, τι κάνουμε;

Σαν τους Συγκλητικούς του Καβάφη, στολιστήκαμε τα πολύτιμα μπαστούνια και τις κόκκινες, κεντημένες τόγες περιμένοντας τους βαρβάρους για να φανούν. 
Μόνο που, στην περίπτωσή μας, οι βάρβαροι φανήκαν τελικά κι εμείς αμήχανοι, απρόσωποι και μοιραίοι, Επιμηθείς αντί για Προμηθείς, τους παρατηρούμε να αποδομούν τις ζωές μας και να μας παραδίδουν βορρά στην Μέριμνα· το κρόνιο τάμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.