Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΛΑΚΩΝΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΗΣ




IΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ
ΕΝΟΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΚΩΝΤΑΣ


ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΛΑΚΩΝΤΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΗΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  7.30 Μ.Μ. ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΩΝ  ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΊΑΣ (24 Νοεμβρίου),  ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (25 Νοεμβρίου), ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (26 Νοεμβρίου), & ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΩΝΟΣ ΤΟΥ ‘’ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ’’ (26 Νοεμβρίου)

ΤΡΙΤΗ  29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 6.30 Μ.Μ. ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΜΕΤ’ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ  ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 7.30 Π.Μ. ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΕΞΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ  ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΜΠΑΙΜΠΑΚΗ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΣ


                                                        ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη γεννήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια στίς ἀρχές τοῦ4ου αἰώνα μ.Χ. Εἶχε βασιλική καταγωγή. Ἦταν ἀπόγονος τῶν Πτολεμαίων, τῶν βασιλέων τῆς Αἰγύπτου. Ἀνῆκε σέ πολύ πλούσια κι ἔνδοξη οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς της ἦταν εἰδωλολάτρες.

Ἀπό μικρή ἔδειξε μεγάλη κλίση στά γράμματα. Μέχρι τά δεκαοκτώ της χρόνια ἔμαθε τέλεια τήν Ἑλληνική καί Ρωμαϊκή παιδεία καί Ἐπιστήμη. Ἔμαθε τούς μεγάλους ποιητές, τόν Ὅμηρο καί τόν Βιργίλιο. Σπούδασε τήν Ἰατρική καί διάβασε τόν Ἱπποκράτη καί τόν Γαληνό, τούς ἰατρούς. Περισσότερο ὅμως ἀσχολήθηκε μέ τήν φιλοσοφία. Μελέτησε προπαντός τά βιβλία ὅλων τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων. Θαύμαζε τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη καί μποροῦσε ν’ ἀνοίξει διάλογο μέ ὁποιονδήποτε πάνω στά φιλοσοφικά θέματα.

Ἔμαθε ἐπίσης τήν ρητορική τέχνη καί πολλές γλῶσσες. Ἦταν τόσο μορφωμένη ὃσο καμιά ἄλλη στήν ἠλικία της μέσα στήν Ἀλεξάνδρεια.

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη διακρινόταν γιά τήν ὀμορφιά της. Ὅλοι τήν θαύμαζαν στήν Ἀλεξάνδρεια. Εἶχε καί τά τέσσερα πράγματα πού θαυμάζουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι: πλούτη, ὀμορφιά, μόρφωση, δόξα.

Ἡ μητέρα της, πού σκεπτόταν κοσμικά, καί οἱ συγγενεῖς της τήν πίεζαν καθημερινά νά παντρευτεῖ, γιά νά μήν φύγουν ἀπό τά χέρια τους οἱ οἰκογενειακοί τίτλοι. Ἐκείνη, ὃμως, δέν ἤθελε νά παντρευτεῖ καί γιά νά ἀποφύγει τήν πίεση προσποιήθηκε πώς ἤθελε, ἀλλά ὑπό ἕναν ὃρο: Ἐκεῖνον πού θά ἔπαιρνε γιά σύζυγό της νά ἦταν πιό σοφός, πιό πλούσιος, πιό ὄμορφος καί πιό δοξασμένος ἀπ’ αὐτή.

Παρουσιάστηκαν, βέβαια, πολλοί γαμπροί! Ἀλλά ποῦ νά βρισκόταν ἐκεῖνος πού νά συγκέντρωνε ὅλα τά προσόντα πού ζητοῦσε ἡ Ἁγία;

Ἀπελπισμένοι οἱ γονεῖς της ἀποφάσισαν νά τή στείλουν σέ κάποιον ἀσκητή φιλόσοφο, γιά νά τή συμβουλέψει τί ἔπρεπε νά κάνει.

Ὁ ἀσκητής λεγόταν Ἀνανίας. Ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος καί ἀσκήτευε σέ μία ἐρημική τοποθεσία ἔξω ἀπ’ τήν πόλη. Ὅταν εἶδε τήν ἁγία, κατάλαβε, μέ τό χάρισμα πού εἶχε ἀπ’ τό Θεό, πώς θά γινόταν μιά θερμή Χριστιανή.

Τῆς εἶπε, λοιπόν, πώς ἤξερε κάποιο Νυμφίο πού ἦταν πολύ πιό σοφός, πολύ πιό πλούσιος, πολύ πιό ὄμορφος καί πολύ πιό δοξασμένος ἀπ’ αὐτή! Ἐκείνη ἐνθουσιάστηκε καί ἤθελε νά Τόν γνωρίσει. Τῆς ἔδωσε τότε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού κρατοῦσε τό Χριστό στήν ἀγκαλιά Της, καί τή συμβούλεψε νά κλειστεῖ στό δωμάτιό της, νά προσευχηθεῖ ὅλη τή νύχτα καί νά παρακαλέσει τήν Παναγία νά τῆς δείξει τόν Υιό Της!

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ἔκανε ὅ,τι τῆς εἶπε ὁ ἀσκητής καί τή νύχτα κουρασμένη ὅπως ἦταν ἀπό τήν προσευχή καί τήν ἀγωνία, τήν πῆρε ὁ ὕπνος. Καί τότε εἶδε ὅραμα. Εἶδε τήν Παναγία νά κρατάει σάν βρέφος τό Χριστό, ὁ ὀποῖος ἀκτινοβολοῦσε περισσότερο ἀπ’ τόν ἥλιο. Σέ προτροπή τῆς Παναγίας νά κοιτάξει ὁ Χριστός τήν ἁγία, ὁ Χριστός ἀρνήθηκε, ἔστρεψε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του καί εἶπε πώς δέν μποροῦσε νά τήν δῆ γιατί ἦταν ὅλο σκοτάδι καί ἀσχήμια, λόγω τῆς καταστάσεως στήν ὀποία βρισκόταν. Ἄν ἤθελε νά Τόν δῆ ἔπρεπε νά συμβουλευτεῖ τόν ἀσκητή.

Τότε ξύπνησε ταραγμένη καί νύχτα σχεδόν ξεκίνησε μέ μερικές ἄλλες γυναῖκες, γιά νά συναντήσει τόν ἀσκητή. Ὅταν ἔφτασε, ἔπεσε μέ δάκρυα στά πόδια καί τοῦ διηγήθηκε ὅλο τό ὅραμα. Ὁ ἅγιος ἀσκητής δέν ἔχασε τήν εὐκαιρία καί τῆς μίλησε γιά τήν χριστιανική πίστη, τό Χριστό, τήν ἀγάπη καί τή θυσία Του, γιά τούς ἀνθρώπους καθώς καί γιά τήν εὐτυχία πού βρίσκουν οἱ ψυχές κοντά Του! Ἡ ἁγία τά ἄκουσε ὅλα αὐτά μέ πολλή προσοχή. Ἀγάπησε τό Χριστό καί βαπτίστηκε!

Τή νύχτα εἶδε πάλι ὅραμα. Εἶδε τήν Παναγία καί τό Χριστό. Ἀλλά αὐτή τή φορά ὁ Χριστός τήν κοίταξε μέ ἀγάπη καί στήν ἐρώτηση τῆς Παναγίας πῶς τήν ἔβλεπε, ἀπάντησε: «Τώρα ἔγινε λαμπερή, ἔνδοξη, πλούσια καί πάνσοφος. Τίποτε ἀπό τά παλαιά δέν βρίσκω ἐπάνω της. Ἔφυγε τό σκοτάδι. Ἐξαφανίστηκε ἡ ἀσχήμια της…..Τώρα ἀποφασίζω νά τήν μνηστευθῶ, γιά νύμφη Μου ἄφθορο».

Τότε ἡ ἁγία εἶδε, πώς ἔπεσε κάτω καί μέ δάκρυα Τοῦ εἶπε: «Ὑπερένδοξε Δέσποτα, δέν εἶμαι ἄξια νά δῶ τήν Βασιλεία Σου. Ἀλλά ἀξίωσέ μέ νά γίνω μία ταπεινή δούλη Σου». Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Παναγία τῆς ἔπιασε τό δεξί της χέρι καί εἶπε: «Δός της, παιδί Μου, τό δακτυλίδι, νά τήν νυμφευθεῖς, γιά νά τήν ἀξιώσεις τῆς Βασιλείας σου τῆς αἰωνίου». Καί ὁ Χριστός τῆς ἔβαλε στό δάκτυλο ἕνα ὡραῖο δακτυλίδι λέγοντάς της: «Ἰδού σήμερον σέ λαμβάνω διά νύμφη Μου ἄφθορον καί αἰώνιον. Φύλαξε μέ ἀκρίβειαν αὐτήν τήν συμφωνίαν καί μή λάβεις πλέον ἄλλον νυμφίον ἐπίγειον». Ἔτσι ξύπνησε ἡ ἁγία Αἰκατερίνη καί εἶδε ὅτι στό δεξί της χέρι φοροῦσε τό δακτυλίδι!

Ἀπό τότε δόθηκε ὁλόψυχα στό Χριστό! Ἔγινε πιστή μαθήτρια καί ἀπόστολός Του. Κήρυττε παντοῦ μέ φλόγα στήν καρδιά. Μέ τό παράδειγμα καί τή διδασκαλία της τράβηξε πολλούς συμπολίτες της στήν πίστη του Χριστοῦ, ἰδιαίτερα τούς διανοουμένους. Τό έργο της ἐξαπλώθηκε ἀκόμη καί στά γύρω μέρη τῆς Ἀλεξανδρείας.

Στά χρόνια τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης ζοῦσε ἕνας μεγάλος διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Μαξέντιος. Αὐτός τιμοῦσε πολύ τούς ἀναίσθητους εἰδωλολατρικούς θεούς. Ἤθελε μάλιστα νά προσφέρει σ’ αὐτούς μία ἐντυπωσιακή θυσία. Διέταξε νά ἔλθουν ὅλοι, ἀπό τά χωριά καί τίς πόλεις, στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά προσφέρουν θυσίες μέ τόν ὅρο ὅτι ὄποιος δέν θυσιάσει στούς ψεύτικους θεούς καί προσκυνήσει ἄλλο θεό θά τιμωρηθεί σκληρά.

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ,ὅταν εἶδε τό λαό νά τρέχει φοβισμένος καί παρά τή θέλησή του νά θυσιάζει στά εἴδωλα, λυπήθηκε κατάκαρδα. Ἄρχισε ὅμως νά ἐνθαρρύνει τούς Χριστιανούς νά μήν ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί παρακινοῦσε τούς εἰδωλολάτρες νά μήν θυσιάσουν. Πολλοί ἀπό αὐτούς, χάρη στήν εὐγλωττία καί τήν πειστικότητά της, γύρισαν στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Ἔπειτα ἡ ἁγία παρουσιάστηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα, ὁμολόγησε τήν πίστη της καί τόν ἔλεγξε σκληρά γιά ὅλα ὄσα ἔκανε. Ἐκεῖνος γεμάτος θυμό, διέταξε νά τήν κρατήσουν ὑπό περιορισμό καί φρούρηση.

Στό μεταξύ ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε στό ἀνάκτορο ὅλους τούς σοφούς γιά ν’ ἀνοίξουν διάλογο μέ τήν ἁγία, ἐλπίζοντας ὅτι θά τή νικήσουν στό διάλογο καί ἔτσι θά ἀποδεικνυόταν πώς ἡ δική τους θρησκεία ἦταν ἀληθινή. Οἱ σοφοί πῆγαν καί ἦταν 150. Τότε ἄρχισαν τόν διάλογο μέ τήν ἁγία. Αὐτή τούς νίκησε ὅλους στή συζήτηση , ἐνώ ἐκεῖνοι παραδέχτηκαν τήν ἀλήθεια καί πίστεψαν στό Χριστό. Ὕστερα ἀπ’ αὐτό οἱ 150 σοφοί ρίχτηκαν στή φωτιά κι ἔγιναν μάρτυρες Χριστοῦ! Ἀργά τό βράδυ, ὄταν κάποιοι εὐσεβεῖς Χριστιανοί πῆγαν νά πάρουν τά λείψανά τους, εἶδαν μέ ἔκπληξη, ὅτι τά σώματά τους ἦταν νεκρά, ἀλλά ἀνέπαφα. Τά ἔθαψαν τότε θαυμάζοντας τή δύναμη τοῦ Κυρίου!
Μετά ἀπ’ αὐτό ὁ αὐτοκράτορας χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους γιά νά παρασύρει τήν ἁγία , ἀλλά δέν τά κατάφερε. Ἄρχισε μέ κολακεῖες. Συνέχισε μέ διάφορα βασανιστήρια, μαστιγώματα. Τήν ἔβαλε, ἔπειτα, στή φυλακή γιά 12 ἡμέρες μέ διαταγή νά μήν φάει τίποτε. Μάλιστα στό διάστημα αὐτό πίστεψαν καί μαρτύρησαν ἡ γυναῖκα του, ὁ στρατηλάτης Πορφύριος καί 200 στρατιῶτες, τούς ὀποίους γιορτάζουμε τήν ἴδια ἡμέρα μέ τήν ἁγία Αἰκατερίνη. Τέλος, βλέποντας ὅτι ἡ Ἁγία δέν ἄλλαζε πίστη, σκέφτηκε ἕνα φρικτό τρόπο νά τή θανατώσει, χρησιμοποιῶντας κάποιο ξύλινο τροχό, ὁ ὀποῖος εἶχε κολλημένα γύρω του ξυράφια καί βελόνια. Δέν κατάφερε, ὅμως, τίποτε γιατί ἡ ἁγία σώθηκε ἐκ θαύματος, γι’ αὐτό διέταξε νά τήν ἀποκεφαλίσουν.

Αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό της Αγίας Αικατερίνης, άγγελοι Κυρίου εστάλησαν «το εκείνης σώμα προς το Σινά όρος προπέμπειν». Το τοποθέτησαν στα λευκά φτερά τους, ευωδιαστό κι ανάλαφρο, σαν Άστρο λαμπερό, στην ύψιστη κορυφή του όρους, ύψους 2642 μέτρων πάνω από την θάλασσα.

Το τίμιο λείψανο της Αγίας Αικατερίνης ανακαλύφθηκε κατά τον η΄ αιώνα στις παρυφές του όρους, από Χριστιανούς της Αιγύπτου και μεταφέρθηκε στην Μονή του Σινά. Οι Σιναΐτες μοναχοί με βαθειά ευλάβεια και συγκίνηση περισσή το τοποθέτησαν στον Ναό της Μονής σε μαρμάρινη λάρνακα, πάνω από την οποία καίουν εννέα ολόχρυσες κανδήλες. Από τότε η Μονή έλαβε το όνομα της Αγίας Μελαλομάρτυρος Αικατερίνης

Τή μνήμη της γιορτάζουμε στίς 25 Νοεμβρίου.

**********************************


Στίς 26 τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τόν ἅγιο Στυλιανό,ὁ ὁποῖος εἶναι ἰδιαίτερα ἀγαπητός στόν λαό καί θεωρεῖται προστάτης τῶν βρεφῶν καί νηπίων. Πολύ χαρακτηριστική ἀλλά καί συγκινητική εἶναι ἡ εἰκόνα του· ὁ ἅγιος κρατώντας ἕνα σπαργανωμένο παιδί στήν ἀγκαλιά του παρουσιάζεται ὡς φιλόστοργη μητέρα καί συγχρόνως ὡς χειροδύναμος πατέρας, πού προσφέρει στό παιδί τήν στοργή καί τήν δύναμη πού αὐτό χρειάζεται. Οἱ γυναῖκες πού δέν γεννοῦν παιδιά ἐπικαλοῦνται τήν πρεσβεία του καί οἱ μητέρες, ὅταν ἀρρωσταίνουν τά μικρά τους, προστρέχουν στήν βοήθειά του.

Ο Άγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας , μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ήταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. «Ούτος εκ μήτρας αγιασθείς, γέγονε του Αγίου Πνεύματος οικητήριον», αναφέρει χαρακτηριστικά το Συναξάρι του. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.

Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Αν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος, μολονότι είχε κι εκείνος σάρκα, εν τούτοις δεν άφησε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος.

H πρώτη ενέργειά του ήταν να πουλήσει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία , γεμάτος ανακούφιση και χαρά, είπε:

«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα, που με κρατούσε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώματος. Πέταξα από πάνω μου την φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιάκριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής.»

Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός το γήινο θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μοναστήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμιά γήινη σκέψη, καμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τ

Πολέμησε σκληρά εναντίον των τριών εχθρών, της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον καθένα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος. Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.

Έτσι ο Άγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής. Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Όλοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.

Άλλα η αυστηρότητα εκείνη του ασκητικού βίου δεν του είναι αρκετή, θέλει να πλησιάσει περισσότερο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωρητισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μοναχούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Άγιος μακριά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκεί στην έρημο κατασκηνώνει σ’ ένα σπήλαιο.

Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητας. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζει ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.

Όλα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρινό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελετά τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ η πίστη του.

Έβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού , που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, αλλά και ακρίβεια. Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ξεσπούσε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας. Επληρώθη η γη της κτίσεως Σου»!

Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο επί δεκαετίες ολόκληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του για να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Άγιοι , ότι Εγώ Άγιος ειμί».

Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Άγιος Στυλιανός, για να λαμποκοπά με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Διαδόθηκε, λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλιανού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ’ ευλάβεια προς τον Άγιον για να θαυμάσουν την αγιότητα του και ν’ αποκομίσουν ψυχικά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή, τα σοφά του λόγια, οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων.

Γνώριζε ο Άγιος Στυλιανός, ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει τη ψυχή του, σαν τη ψυχή των μικρών παιδιών που είναι αθώα. Ήξερε, ότι τα παιδιά έχουν αγγελικές ψυχές. Γι´ αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά.

Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενικά παιδιά. Μητέρες από κοντινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν , με πόνο και πίστη, κοντά στον Άγιο για να ζητήσουν την θεραπεία των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ’ έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκητική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τα παιδιά τους.

Ο Άγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ’ άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυχη προσευχή του και ο Άγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.

Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβασμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα, δοξάζοντας τον Θεόν. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ’ όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Άγιο Στυλιανό για να τον παρακαλέσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.

Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπείας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπεινού Αγίου Στυλιανού. Ο Άγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα , απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.

Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντας σαν τάμα την εικόνα του , απέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.

Έτσι έζησε κι έτσι δόξασε το όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Άγιος Στυλιανός. Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα, έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγία του ψυχή, για να την αναπαύσουν από τους πολύχρονους κόπους, τις στερήσεις και τη σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε , λοιπόν, ο Άγιος πλήρης ημερών και αρετών.

Πού τον έθαψαν, δεν γνωρίζουμε, ούτε διασώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Έμεινε όμως το όνομά του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμησή του. Και σήμερα ο Άγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη «στυλώνει» που σημαίνει «στηρίζει τη υγεία των παιδιών».

 Ο Άγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26 Νοεμβρίου.

******************************

Αὔριο Σάββατο, 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Νίκωνος «τοῦ Μετανοεῖτε». Τὸν εἴπανε «Μετανοεῖτε», ἐπειδὴ ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουνε, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
Πατρίδα τοῦ ἤτανε κάποια χώρα τοῦ Πόντου ποὺ τὴ λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς. Οἱ γονιοί του ἤτανε πλούσιοι, μὰ ὄχι μοναχὰ στὰ ὑλικὰ πλούτη μὰ καὶ στὰ πνευματικά. Γιὰ τοῦτο τὸν ἀναθρέψανε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου». Καὶ ἐνῶ τὰ ἄλλα τὰ ἀδέρφια του καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἤτανε παραδομένοι στὶς διασκεδάσεις καὶ στὰ ἱπποδρόμια, ὁ Νίκων ἀγαποῦσε τὴ θρησκεία, κ᾿ ἤτανε ταπεινὸς καὶ φρόνιμος σὲ ὅλα, λιγόφαγος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τὰ μάτια του νὰ μὴν μπεῖ μέσα του ὁ σαρκικὸς πειρασμὸς ποὺ χαλᾶ τὴν ἁγνότητα τῆς νεότητος. Μιὰ μέρα τὸν ἔστειλε ὁ πατέρας του, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, νὰ ἐπιστατήσει ἀπάνω στοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύανε σ᾿ αὐτά, καὶ σὰν εἶδε τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρώτα ποὺ χύνανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τόσο λυπήθηκε ἡ ψυχή του, ποὺ παράτησε παρευθὺς καὶ τὰ κτήματά του καὶ τοὺς γονιούς του καὶ τὴν πατρίδα τοῦ κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ γνωρίζει ποὺ πηγαίνει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἤτανε τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ἀφοῦ πέρασε πολλοὺς τόπους ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανένας, ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ ἤτανε τὸ σύνορο ἀνάμεσα στὸν Πόντο καὶ στὴν Παφλαγονία καὶ ποὺ εἶχε κ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσὴ Πέτρα. Σὰν εἶδε τὸ μοναστήρι ὁ Νικήτας, ἔνοιωσε μεγάλη χαρά. Κι᾿ ὁ Θεὸς φώτισε τὸ γέροντα ἡγούμενο, ποὺ ἤτανε ἅγιος ἄνθρωπος, καὶ βγῆκε στὴν πόρτα καὶ καλωσόρισε τὸν Νικήτα καὶ τὸν ἀγκάλιασε σὰν πατέρας τὸ γυιό του καὶ τὸν κάλεσε μὲ τὄνομά του. Ὁ Νικήτας σὰν ἄκουσε τὸ γέροντα νὰ τὸν φωνάζει μὲ τὄνομά του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ ποτέ, φτεροκόπησε ἡ καρδιά του καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ἴδια ὥρα τὸν κούρεψε μοναχὸ μὲ τὄνομα Νίκων. Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ξέχασε ὁλότελα πιὰ πὼς ζεῖ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τὴ μέρα δούλευε στὴν ὑπηρεσία ποὺ τὸν ἔβαλε ὁ γέροντάς του, καὶ τὴ νύχτα δὲν κοιμότανε, ἀλλὰ ἀγρυπνοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ μολευθεῖ ἡ νεανικὴ ψυχή του ἀπὸ κανέναν ἄσχημο διαλογισμὸ κι᾿ ἀπὸ τὴν πονηριὰ ποὺ μπαίνει τόσο εὔκολα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ τῆς μονῆς τὸν ἀγαπήσανε πολύ, γιατὶ ἤτανε ἀπερηφάνευτος, πρᾷος καὶ καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια ἔζησε μέσα στὸ μοναστήρι τῆς Χρυσῆς Πέτρας. Στὸ μεταξὺ ὁ πατέρας του χάλασε τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν βρεῖ, πλὴν μάταια κοπίασε. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ψάχνει, ὁ ἅγιος παρακάλεσε τὸ γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅπως κ᾿ ἔγινε. Μὰ σὰν πέρασε τὸ ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ᾿ εἶδε στὴν ἀντικρινὴ ἀκροποταμιὰ τὸν πατέρα του μὲ τὰ ἄλλα παιδιά του καὶ μὲ τὴ συνοδεία του, καὶ σὰν τὸν γνώρισε ὁ γέρος, ἄρχισε νὰ κλαίγει καὶ νὰ φωνάζει στὸν Νικήτα νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι τους, κ᾿ ἤθελε νὰ πέσει στὸ ποτάμι. Μὰ τὸν μποδίσανε οἱ δικοί του, γιατὶ εἶχε φουσκώσει τὸ ρεῦμα του ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ ποὺ κατέβασε. Κι᾿ ὁ μακάριος Νίκων, σφίγγοντας τὴν καρδιά του, γύρισε κατὰ τὸν πατέρα του καὶ γονάτισε καὶ τὸν προσκύνησε, κ᾿ ὕστερα ἔστριψε πάλι καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του. Πέρασε ἀπὸ βουνὰ ἔρημα, ἀπὸ κρεμνοὺς καὶ καταβόθρες. Τὰ ροῦχα του ἤτανε λερὰ καὶ τριμμένα, τὰ πόδια του ξυπόλητα. Βαστοῦσε μοναχὰ ἕνα ραβδὶ κ᾿ ἕνα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολοῦσε ἔτσι στὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε λημέρια τῶν ληστῶν, κ᾿ ἔτρωγε χορτάρια. Πολλὲς φορὲς τὸν συναπαντούσανε αὐτοὶ οἱ φονηάδες καὶ τὸν κλωτσούσανε. Μὰ σὰν εἴδανε πὼς στὴν κακία τοὺς ἀποκρινότανε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ταπείνωση, τὸν ἀγαπήσανε κι᾿ αὐτοὶ καὶ τὸν τιμούσανε σὰν ἅγιο. Σὰν περάσανε τρία χρόνια ποὺ ἔζησε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀποφάσισε νὰ κατέβει στὶς πολιτεῖες καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ μετάνοια. Ἤτανε τότε ὡς 36 χρονῶν, κατὰ τὰ 959 μ.X. Ἀφοῦ πέρασε βιαστικὰ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, μπαρκάρησε σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πάγη στὴν Κρήτη, στὰ 961 μ.X., ἐπειδὴ οἱ Ἄραβες εἴχανε ἀλλαξοπιστήσει τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὸ σπαθί. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπόρεσε καὶ τοὺς γύρισε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Ἐπίδαυρο στὰ μέρη τοῦ Δαμαλᾶ, κ᾿ ἐκεῖ κήρυξε τὴ μετάνοια κ᾿ ἔσωσε ψυχές. Ἀπὸ τὸν Δαμαλᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι γιὰ νὰ πάγη στὴν Ἀθήνα. Μαζὶ μὲ τὸ καΐκι ποὺ μπῆκε ὁ ἅγιος, ταξίδευε κ᾿ ἕνα ἄλλο γιὰ τὴν Ἀθήνα, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα βγήκανε οἱ ναῦτες νὰ πάρουνε νερό. Αὐτὸ τὸ νησὶ ἤτανε ἔρημο ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ ἅγιος εἶπε στοὺς καπετάνιους νὰ μὴ φύγουνε ἀκόμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα, γιατὶ θὰ πάθουνε. Ὁ ἕνας καπετάνιος ποὖχε τἄλλο τὸ καΐκι δὲν τὸν ἄκουσε κ᾿ ἔφυγε, μὰ κεῖνος ποὖχε μέσα τὸν ἅγιο ἀπόμεινε. Μὰ τὸ καΐκι ποὺ ἔκανε πανιὰ τὸ πιάσανε οἱ κουρσάροι πρὶν φτάξει στὴν Ἀθήνα. Σὰν ἔφτασε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀρχαία πολιτεία, ποὺ ἦταν ἄλλη φορὰ φημισμένη στὸν κόσμο πλὴν τότε ἤτανε καταντημένη ἕνα χωριό, ἄρχισε τὸ κήρυγμα κ᾿ ἔφερε πολὺν καρπό, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤτανε θεοφοβούμενοι. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πῆγε στὴν Εὔβοια, καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολὺς νὰ τὸν ἀκούσει. Καὶ μὲ τὴν ὀχλοβοή, ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ἀνεβεῖ στὸ κάστρο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον κόσμο, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε, καὶ βάλανε τὶς φωνὲς κ᾿ ἔγινε μεγάλη σύγχυση κ᾿ οἱ γονιοὶ τοῦ παιδιοῦ καταριόντανε τὸν ἅγιο. Μὰ ἐκεῖνος δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ τοὺς εἶπε ἥσυχα: «Τὸ παιδὶ ζεῖ, δὲν πέθανε». Κι᾿ ἀλήθεια τὸ παιδὶ σηκώθηκε ἀπάνω γελαστὸ σὰν νὰ πήδηξε ἀπὸ τὸ μπιντένι, κι᾿ οἱ γονιοί του κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος πέσανε καὶ προσκυνούσανε τὸν ἅγιο, καὶ τὸ παιδὶ τοὺς ἔλεγε πὼς σὰν γλύστρησε καὶ βρέθηκε στὸν ἀγέρα, εἶδε ἐκεῖνον τὸν καλόγερο ποὺ φώναζε «Μετανοεῖτε» νὰ πετᾶ καὶ νὰ τὸ πιάνει στὴν ἀγκαλιά του ὡς ποὺ τὸ κατέβασε μαλακὰ στὴ γῆ. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Εὔριπο, πῆγε στὶς Θῆβες, κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὸ βουνὸ Κιθαιρῶνα, ποὺ τὸ λέγανε τότε ὄρος τῆς Μυουπόλεως, κ᾿ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο, κοντὰ στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστήρι, ποὺ ἔχτισε ὁ ὅσιος Μελέτιος ὕστερα ἀπὸ χρόνια, κι᾿ αὐτὸς Ἀνατολίτης. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο, στὸ Ἄργος, στὸ Ναύπλιο, κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἄναβε στὶς καρδιὲς τὸν πόθο τῆς θρησκείας κ᾿ ἔκανε πολλὰ θαύματα, προπάντων ἔγιαινε ἀρρώστους ἀνθρώπους.
Ἀφοῦ πέρασε ὅλον τὸν Μοριᾶ, κ᾿ ἔφταξε ὡς τὴ Μάνη, πῆρε πάλι τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει στὴ Σπάρτη, ἀπ᾿ ὅπου εἶχε περάσει. Μὰ πρὶν πάγει στὴ Σπάρτη, μπῆκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκότανε σὲ κάποιο ἔρημο μέρος ποὺ τὸ λέγανε «Μῶρον» καὶ κειτότανε ἄρρωστος καὶ θερμιασμένος. Σὲ λίγες μέρες μαθεύτηκε τὸ καταφύγιό του καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολύς σὲ κεῖνο τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι περιμένανε τὴ γιατρειά τους ἀπὸ τὸν ἄρρωστον. Σὰν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, πῆγε στὸ Ἀμύκλι, κ᾿ ἐπειδὴ ἐκείνη ὅλη τὴν περιφέρεια τὴ ρήμαξε τὸ θανατικὸ ἀπὸ λοιμικὴ ἀρρώστια κ᾿ εἶχε πιάσει τὸν κόσμο φόβος καὶ τρόμος, μαζεύθηκε πολὺς λαὸς καὶ πήγανε καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει στὴ Σπάρτη. Ὁ ἅγιος τοὺς εἶπε πὼς θὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ πάψει τὴν ὀργή του, καὶ πὼς θὰ καθίσει στὴ Σπάρτη ὡς ποὺ νὰ πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὴ Σπάρτη, καὶ σὰν ἐμπῆκε στὴν πολιτεία, πὼς σὰν φανερωθεῖ ὁ ἥλιος σκορπᾶ καὶ χάνεται ἡ ἀντάρα, ἔτσι καὶ σὰν φάνηκε ὁ ἅγιος ἔπαψε τὸ θανατικό, κι᾿ ὁ κόσμος ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ ἔπεσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τότε δὲν ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὴ Σπάρτη ὁ ἅγιος, κ᾿ ἡ πολιτεία τούτη ἔγινε ἡ δεύτερη πατρίδα του. Ἔχτισε μία μεγάλη ἐκκλησία στὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρεθήκανε τὰ θεμέλιά της κοντὰ στὸ κάστρο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, κι᾿ αὐτὴ ἡ διαβόητη πολιτεία ποὺ ἤτανε ξακουσμένη στὸν κόσμο γιὰ τὴν παλληκαριά της, καταστάθηκε ἡ καθέδρα τῆς Χριστιανοσύνης μὲ ἄρχοντά της τὸν πράον κ᾿ ἥμερον μαθητὴ τοῦ Κυρίου ποὺ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ τὴν εἰρήνη. Στὸ μεταξὺ βαφτιζόντανε οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ὑπήρχανε πολλοὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ πλήθαινε ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλὰ ἦρθε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νίκωνα ἡ μέρα νὰ πληρώσει, σὰν ἄνθρωπος κι᾿ αὐτός, τὸ «κοινὸν χρέος τοῦ θανάτου», κι᾿ ἀρρώστησε. Μάζεψε λοιπὸν γύρω στὸ κλινάρι του τὰ πνευματικὰ τέκνα του, καὶ τὰ εὐλόγησε καὶ τοὺς εἶπε πὼς σιμώνει τὸ τέλος του, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε πολλὲς συμβουλὲς καὶ τοὺς στερέωσε στὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου» καὶ παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή του σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ γι᾿ αὐτὸν ὑπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στὰ 998 μ.X., στὶς 26 Νοεμβρίου, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν.
Τὸ σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ὁ λαὸς τὸ τριγύρισε καὶ βούιζε ὅπως κάνουνε οἱ μέλισσες γύρω στὸ κουβέλι. Ὅλοι θέλανε νὰ πᾶνε κοντὰ στὸ λείψανο, καὶ πολλοὶ παίρνανε ἀπὸ εὐλάβεια κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του, ἄλλος ἕνα κομμάτι ροῦχο, ἄλλος λίγες τρίχες, ἄλλος ἔκοβε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ζώνη του νὰ τἄχουνε γιὰ φυλαχτό. Ὁ δεσπότης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο κηδέψανε τὸ τίμιο σκῆνος, ποὺ ἤτανε βαλμένο μέσα σὲ θήκη ἀκριβὴ κι᾿ ἀνάβρυσε ἅγιο μύρο, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, ὑδρωπικοί, παράλυτοι κι᾿ ἄλλοι ποὺ βασανιζόντανε ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του λέγει:
«Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων
θείαν λάρνακα τῶν Σῶν λειψάνων
ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων
καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως
τοὺς Σοὶ προστρέχοντας, Πάτερ ἐκ Πίστεως.
Νίκων ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Ἕνας εὐσεβὴς ἄρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Νίκωνα, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ζήσει χωρὶς νὰ βλέπει τὴν ὄψη του. Φώναξε λοιπὸν ἕνα ζωγράφο καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ ζωγραφίσει τὸν ἅγιο, μὰ ἐπειδὴ ὁ ζωγράφος δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ, ὁ Μαλακηνὸς ἱστόρησε μὲ λόγια ὅσο μποροῦσε στὸ ζωγράφο τί λογῆς ἤτανε ἡ φυσιογνωμία του. Ὁ ζωγράφος πῆγε στὸ ἐργαστήρι του κ᾿ ἔπιασε νὰ κάνει τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ κοπίασε πολὺ χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὸν ἐπιτύχει τὸν ἅγιο ὅπως ἤτανε. Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει νὰ μπαίνει ἕνας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, μὲ μαλλιὰ μαῦρα κι᾿ ἀνακατεμένα, μὲ μαῦρα ἀχτένιστα γένια, μ᾿ ἕνα κουρελιασμένο παλιόρασο καὶ νὰ βαστᾶ ἕνα ραβδὶ μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὴν ἄκρη, ποὺ τὸν ἔδωσε στὸ ζωγράφο νὰ τὸν φιλήσει. Ὕστερα τὸν ρώτησε γιατί εἶναι στενοχωρημένος. Σὰν τοῦ εἶπε ὁ ζωγράφος τὴν αἰτία, τοῦ λέγει ὁ καλόγερος: «Κοίταξέ με, ἀδελφέ, καὶ ζωγράφισε τὴν εἰκόνα, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἱστορίζεις μοιάζει μὲ μένα σὲ ὅλα». Σὰν τὸν κοίταξε καλὰ ὁ ζωγράφος ἀπόρησε, ἐπειδὴ ἤτανε ἴδιος ὅπως τὸν εἶχε περιγράψει ὁ Μαλακηνός. Γύρισε λοιπὸν τὸ πρόσωπό του κατὰ τὸ σανίδι ποὺ ζωγράφιζε νὰ δεῖ ἂν μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο, ποὺ ἔκανε, καὶ βλέπει πὼς εἶχε τυπωθεῖ ὁ καλόγερος ποὺ τοῦ μιλοῦσε. Τὸν ἔπιασε φόβος καὶ φώναξε «Κύριε ἐλέησον», καὶ σὰν γύρισε νὰ τὸν ξαναδεῖ, δὲν εἶδε τίποτα.
Ὅπως τὸν εἶδε ὁ ζωγράφος, ἔτσι εἶναι ζωγραφισμένος ὁ ἅγιος Νίκων στὶς εἰκόνες ποὺ βρεθήκανε κανωμένες ἀπὸ παλιοὺς ἁγιογράφους. Ἡ πιὸ παλιὰ εἰκόνα του βρίσκεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς ἱστορημένη μὲ ψηφιά, μὰ τὸν παριστάνει μὲ μαλλιὰ χτενισμένα. Φαίνεται ὅμως πὼς πιὸ σωστὰ παραστήσανε τὴ φυσιογνωμία του οἱ ζωγράφοι ποὺ τὸν ζωγραφίσανε σὲ ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὰ μέρη τῆς Σπάρτης, ὅπως εἶναι στὸ Παληομονάστηρο τῆς Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στὰ 1267, στὴν Παναγία τὴ Χρυσαφίτισσα στὰ Χρύσαφα, στὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἀναβρυτῆς, στὴν ἐκκλησιὰ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ χωριὸ Πέρπαινη, κι᾿ ἀλλοῦ. Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς καὶ μαστορικὲς εἰκόνες του εἶναι καὶ κείνη ποὺ βρῆκα στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα γιὰ νὰ καθαρίσω καὶ νὰ στερεώσω τὶς παλιὲς τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντὰ στὴ μικρὴ τὴν πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐκκλησιά. Ὁ ἅγιος εἶναι ζωγραφισμένος ὅπως τὸν ἱστορίζει τὸ συναξάρι του, μὲ βουλιασμένα τὰ μάγουλά του ἀπὸ τὴν κακοπάθηση, μὲ ζωηρὰ μάτια, μὲ μαῦρα μαλλιὰ ἀνακατεμένα κι᾿ ἀχτένιστα καὶ μὲ μαῦρα γένια. Ἔτσι τὸν γράφει κι᾿ ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν «Ἑρμηνεία τῶν ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, ἔχων τὰς τρίχας ἠγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει νὰ πεῖ μαυρομάλλης.

******************************

 Ο Άγιος Πέτρος συνδύαζε θερμότατο ζήλο και ανώτερη λαμπρή μόρφωση. Και γρήγορα κατέλαβε σπουδαία θέση στην εκκλησία της Αιγύπτου, αφού διαδέχτηκε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Θεωνά.

Το έτος 306 μ.Χ. προήδρευσε σε Σύνοδο πού καταδίκασε και καθήρεσε τον επίσκοπο Λυκοπόλεως Μελέτιο. Αλλά αυτός για να εκδικηθεί τον Πέτρο τον κατάγγειλε στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό Γαλέριο, όταν αυτός κήρυξε διωγμό κατά των χριστιανών. Τότε ο ευσεβής αρχιεπίσκοπος, έδειξε τη μεγάλη και λαμπρή διαγωγή του. Προκειμένου να συλληφθεί από τον έπαρχο Αλεξανδρείας, κάλεσε τους πιο άξιους πρεσβυτέρους της αρχιεπισκοπής του, τον Αχιλλά και τον Αλέξανδρο. Τους ανήγγειλε ότι έφτασε το τέλος του και όρισε διαδόχους του. Κατόπιν, για να μη αντιληφθεί τη σύλληψη του ο χριστιανικός λαός, που ήταν συγκεντρωμένος μπροστά στην πόρτα του, βγήκε και παραδόθηκε στους στρατιώτες από μια τρύπα, που ανοίχτηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού του. Έπειτα τον πήγαν κρυφά στον τόπο της θανατικής εκτέλεσης, όπου τον αποκεφάλισαν τον Νοέμβριο του 311 μ.Χ. αφού ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας 12 χρόνια.

Από κάποιο σύγγραμμα του «περὶ θεότητας» διασώθηκαν μερικά κομμάτια. Σώζονται επίσης Κανόνες από τη συγγραφή του «περὶ Μετανοίας», που έγραψε όταν οδηγούσε στην επιστροφή χριστιανούς, που κατά τους διωγμούς δεν μπόρεσαν να μείνουν σταθεροί στην πίστη. Επίσης η ευσεβής οξυδέρκεια του Πέτρου, είχε διακρίνει τις αιρετικές τάσεις του νεαρού τότε διακόνου Αρείου και τον αφόρισε. Αλλά ύστερα τον δέχτηκε πάλι, αφού δήλωσε μετάνοια και ζήτησε δημόσια συγνώμη.


***************


Ο άγιος ιερομάρτυρας Πέ­τρος, επίσκοπος Αλεξαν­δρείας, κατά την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) ήταν διδάσκα­λος της αληθούς Πίστεως και οδηγός των χριστιανών στα ορθόδοξα Δόγματα. Κατά το διωγμό του Διοκλητιανού (303 μ.Χ.) εστάλησαν στρα­τιώτες στην Αλεξάνδρεια, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί τον φυλάκισαν με προσταγή του βασιλιά και επρόκειτο να τον αποκεφαλίσουν.
Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε ο ιερέας Άρειος, ο οποίος είχε αφοριστεί από τον Άγιο, διότι δίδασκε ότι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, δηλαδή ο Υιός, δεν είναι Θεός, αλλά τέλειο κτίσμα του Θεού. Τότε λοιπόν ο Άρειος θεώρησε κατάλληλη την ευκαιρία και έστειλε ιερείς και διακόνους να μεσιτεύσουν στον Άγιο να άρει τον αφορισμό και, ως φιλεύσπλαχνος, να του δώσει συγχώρηση. Ο Άγιος όμως, επειδή γνώριζε τις πονηριές του Αρείου και ήταν βέβαιος ότι αυτός δεν είχε μετανοήσει στ’ αλήθεια και έμενε στην κακοδοξία του, δεν του έδωσε τη συγχώρηση που ζητούσε. Και όχι μόνο αυτό· απέπεμψε τους απεσταλμένους του ιερείς και διακόνους, λέγοντάς τους: «Ο Άρειος ας εί­ναι αφορισμένος και χωρισμένος από τη δόξα του Χριστού, και στην παρούσα ζωή και στην αιώνια». Είπε μάλιστα σ’ αυτούς ότι είδε σε όνειρο τον Κύριο ως νεογέννητο παιδί να αστράφτει περισσότερο από τον ήλιο και να φορεί ένα χιτώ­να, που ήταν σχισμένος από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Από τον Κύριο δε, που στο όραμα είχε το σχήμα παιδιού νεογνού, έμαθε ότι εκείνος που του διέρρηξε (έσχισε) το χιτώνα ήταν ο Άρειος. Και βέβαια, είπε σ’ αυτούς συμπληρώνοντας, το όραμα αυτό υποδηλώνει τη διαίρεση και το χωρισμό του Υιού από τον Πατέρα και όλες τις άλλες κακοδοξίες του Αρείου.
Ο άγιος ιερομάρτυρας Πέτρος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, κατά την προσταγή του βασιλιά, ετελειώθη δι’ αποκεφαλισμού.

Η μνήμη του γιορτάζεται  24 Νοεμβρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.