Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Λάλη της Κρήτης και γιαγιά της Ελλάδας




   Δυο πρόσωπα στην  οικογένεια τα οποία πρωταγωνιστούσαν και μοίραζαν απλόχερα την πείρα τους, ενώ συγχρόνως γαλουχούσαν τα νέα βλαστάρια με τα νάματα της θρησκείας μας, ήταν κάποτε ο παππούς και η γιαγιά, ο λάλος και η λάλη, όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλούσαν στην Κρήτη.

   Λαλούσαν την παράδοση, λαλούσαν τις ιστορίες και τα παραμύθια, λαλούσαν καθημερινά στα εγγόνια τους !

  Κι οι δυο, ιδιαίτερα η γιαγιά, λαλούσε τις μυθοποιημένες διηγήσεις της, μπροστά στα έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια των μικρών νεοσσών, οδηγώντας τoυς στον κόσμο των θρησκευτικών μας ιδεωδών και των παραδόσεων της φυλής μας.

   Τους έδινε την αλήθεια μέσα στο όνειρο, μέσα στο παραμύθι, έτσι, όπως της την είχε δώσει κι η δική της λάλη και ο δικός της λάλος. Κι όταν διηγούνταν οι γιαγιάδες στα μικρά εγγόνια, γίνονταν κι αυτές αθώα παιδιά και μίλαγαν με τη γλώσσα της καρδιάς !

     Δεν ήταν όμως μόνο οι διηγήσεις της γιαγιάς, της λάλης, που δίδασκαν, αλλά και οι πράξεις της που γίνονταν φωτεινά παραδείγματα για τους νέους.

    Πονεμένη και κλαμένη, μαυροκουκουλωμένη, γιατί πάντα είχε κάτι να πενθεί, δίδασκε μέσα από την πίκρα της  και πέρναγε το μήνυμα του σεβασμού  προς τους νεκρούς !

     Παρηγορήτρα  σε κάθε πόνο και συντρέχτα  φέρνοντας ζωντανά το παράδειγμα του δικού της πόνου και προσφέροντας την πολύχρονη εμπειρία της, γινόταν γιάτρισσα στις δύσκολες στιγμές  φτιάχνοντας γιατροσόφια σε κάθε πόνο.

    Ζεσταίνει μαλλιά με οινόπνευμα για τον πονόλαιμο. Βράζει ευκάλυπτο στα κρυολογήματα για ν' αναπνέει πιο εύκολα ο άρρωστος.  Βάζει ποτήρια. Χαράζει, δηλαδή, με ξυράφι την πλάτη του άρρωστου «για να βγει το κρύο», καθώς έλεγε, και στη συνέχεια  τοποθετεί πάνω στις μικρές χαραματιές το ποτήρι- βεντούζα, που μαζεύει το αίμα.

   Φτιάχνει ακόμα με σιναπόσπορο έμπλαστρο, που το τοποθετεί στην πλάτη. Ευεργετικό κι αυτό για τα κρυολογήματα.

       Δεν παίρνει όμως μόνο τη θέση του γιατρού  η γιαγιά  μόνο στους μεγάλους, αλλά και στα μωροκόπελα όπου η παρουσία της ήταν απαραίτητη. Όταν κλαίγανε, πρώτα-πρώτα μέτραγε το πόδι με το χέρι του μωρού. Το δεξί πόδι, με το αριστερό χέρι και αντίθετα. Αυτό το έλεγε μέτρημα και πρόσθετε: "κάποιος μπορεί να το κακόπιασε και το έκοψε ..."

   Μάζευε πάντα   χαμόμηλο το Μάιο, για να το 'χει για τα παιδιά σε κάθε πόνο τους. Το ανακάτευε με ζεστό λάδι και το ‘κανε  εντριβή σ' όλο το σωματάκι τους.  Μα και το βρασταράκι με χαμόμηλο ήταν στην ημερήσια διάταξη συμπληρώνοντας τα γιατροσόφια της που  δεν γίνονταν  μόνο, όταν ήταν άρρωστα, αλλά και όταν γερά και δυνατά, χαρούμενα ή κατσουφιασμένα ζήταγαν τη συμπαράστασή της !

     Και στο παιχνίδι  των παιδιών πάντα η γιαγιά παρούσα. Όχι αγοράζοντας και προσφέροντας κάτι έτοιμο στο μικρό  εγγόνι αλλά κατασκευάζοντας το μικροπαίχνιδο με μεράκι και  κέφι  για να το ευχαριστήσει  με τα φτωχά μέσα που διέθετε.

  Έφτιαχνε τα κουρελόπανα κούκλες, για να καλοπιάνει τα κορίτσια και τόπια με τις κάλτσες, για να ευχαριστεί τ' αγόρια!

   Μα και με την εφημερίδα έκανε μυλαράκια που γύριζαν εύκολα με τον αέρα. Τα μικρά στο αντίκρισμά τους χάζευαν και χαμογελούσαν ενώ εκείνη έπαιρνε την αμοιβή της  παίζοντας μαζί τους !

    Ποιός δεν άκουσε τότε το παραμύθι της γιαγιάς και δεν είδε τη στοργή της  κρατώντας το εγγόνι στα γόνατά της την ώρα που του διηγιόταν, και το μάλωμά της με την κόρη ή τη νύφη, όταν τολμούσε να χτυπήσει το μικρό ;

   Κάθε φορά, σαν το τάιζε, πώς τα κατάφερνε αλήθεια, κι έβρισκε την κατάλληλη ιστορία για να ανοίξει το στόμα και να πει : "Πάει κι αυτή η κουταλιά...!"

  Κι ακόμα, με πόση στοργή δεν έπλεκε το πουλοβεράκι ή ζακετάκι στα κρύα χειμωνιάτικα βραδινά !

    Κι είχε ολόκληρη διαδικασία για να φτάσει το μαλλί στις βελόνες της γιαγιάς. Έπλενε με βραστά νερά τα μαλλιά από τα πρόβατα,  τα στέγνωνε,  τά ΄ξανε  και ύστερα με τις ώρες έκανε το κλώσιμο !

   Πρώτη και στα δεξίματα και στα υφαντά. Στις κουβέρτες και στ' άλλα είδη για τις προύκες των θηλυκών.

   Στις σχέσεις της με τους γείτονες ήταν πάντα προσεκτική για να μη γίνει αφορμή και μαλώσουν οι σπιτιές. Θα την άκουγες να λέει:  "παιδιά μου, πρώτα θα δείτε το γείτονα και ύστερα τον ήλιο. Να τους προσέχουμε όλους, παιδιά μου, γιατί εδώ θα μείνουν όλα, μόνο τις αμαρτίες μας θα πάρουμε μαζί μας! "

       Και φρόντιζε και για τις αμαρτίες της η γιαγιά: "Θα πάω στον ξαγοράρη μου» έλεγε, «για να ετοιμαστώ για την Λαμπρή". Και εννοούσε: "Θα πάω στον πνευματικό μου ..."

   Τη Μεγάλη Σαρακοστή μάθαινε στα μικρά εγγόνια το "Κύριε των Δυνάμεων..." κι ακόμα να  κάνουν  το σταυρό τους, κρατώντας το τρυφερό χεράκι  και λέγοντας... "Να, έτσι, έτσι, κι έτσι!...»

    Με πόση ευλάβεια κάθε βράδυ άναβε το καντήλι ή το λύχνο στα εικονίσματα και τη Σαρακοστή, που ο παπάς φύλαγε την προηγιασμένη, ξυπνούσε τη νύχτα και πήγαινε στην εκκλησία μη τυχόν σβήσει το καντήλι.

   Και το πρωτοκύριακο, δηλαδή την Κυριακή της Ορθοδοξίας παρακάλαγε  να της κατεβάσει κάποιος,  από κει ψηλά, τα εικονίσματα για να τα ξεσκονίσει, να τα πλύνει με το κρασί και να τα σκουπίσει με την άσπρη πετσέτα. Το πρωί της Κυριακής ευλαβικά  τα πήγαινε στην εκκλησία για να λουτρουηθούν και να λιτανευτούν μαζί με τις άλλες εικόνες !

     Προετοιμασία ειδική προκειμένου να ζυμώσει το πρόσφορο. Πρώτα, έπρεπε να πλυθεί ολόκληρη και να ντυθεί τα καθαρά της ρούχα.  Έπειτα, να βάλει λιβάνι, ν' ανάψει εκεί κοντά το λύχνο, να κάνει το σταυρό της και ν' αρχίσει. Σωστή ιεροτελεστία έως ότου το τυλίξει έτοιμο πια, στη λευκή πετσέτα για να το πάει στην εκκλησία.

      Συνέδεε πάντα τις καθημερινές ανάγκες με το θρησκευτικό συναίσθημα. Το "εκ Θεού άρξαστε" το είχε μέσα της χωρίς να της το διδάξει κανείς.

   Έτσι, από το νέο λάδι, που θεωρείτο γεγονός στην οικογένεια, πρώτα θα πήγαινε αφιέρωμα στην εκκλησία για ν' αναφτούν τα καντήλια, μετά θ' άναβε το καντήλι του σπιτιού για να ευχαριστήσει το Θεό για το ευλογημένο εισόδημα, και κατόπιν θα έφτιαχνε ο,τιδήποτε για το σπίτι.

    Μιλούσε για νηστεία τις μέρες της Μ. Σαρακοστής, καθώς και για τα "μιστά", τις καλές πράξεις. Με ξεχωριστό τρόπο υποδεχόταν και το διακονιάρη, το ζητιάνο. Πρώτα τον ρωτούσε αν θέλει φαγητό και κατόπιν τον ελεούσε !

  Όταν πήγαινε για να κοινωνήσει ζήταγε εκείνη πρώτη συγχώρηση. Θυμόταν και διηγιόταν ιστορίες για τη Μ. Σαρακοστή και  συχώραγε κι εκείνη τη δικιά της γιαγιά, γιατί της  χρωστούσε πολλά !

    Λάλη της Κρήτης και γιαγιά της Ελλάδας, εσύ, δε διάβασες φιλοσοφικά βιβλία μα κουβαλούσες τη φιλοσοφία μαζί σου. Δεν είχες βιβλιοθήκη στο σπίτι σου εκτός από δυο-τρία βιβλιαράκια  «τους βίους των Αγίων» που κάθε τόσο τα διάβαζες ή σου τα διάβαζαν και συ σταυροκοπιόσουν  πολλές φορές μέχρι να τελειώσουν.

  Εσύ, παρακαλούσες να μάθεις κάτι από την πίστη σου και όταν το μάθαινες, το ‘κανες βίωμά σου και το μετέδιδες στους νεότερους με το δικό σου ακαταμάχητο τρόπο.

   Σε σένα λοιπόν,  που στάθηκες πηγή των παραδόσεών μας, βράχος των εκκλησιαστικών μας ιδεωδών, σ’ εσένα που άναψες καντήλι και κερί κι έβαλες λιβάνι για το καλό και το κακό, τη χαρά και το πόνο, την αρρώστια και τη θεραπεία της αρρώστιας, σε σένα χρωστάμε πολλά.

   Κι ακόμα εσένα σωστή και γνωστικιά γιαγιά, σε θυμόμαστε, σ’ αναζητούμε και θα σε ψάχνουμε πάντα!







"Σύμπανε" / Γιάννης Σκουλούδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.