Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ






ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ 
που εκφωνήθηκε στο τέλος της Θείας Λειτουργίας 
στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γυμνού, 
από την Διευθύντρια του Γυμνασίου Γυμνού
Κατσιμεντέ Γαρυφαλλιά

    Αἰδεσιμότατε, ἐκλεκτοί συνάδελφοι, ἀγαπητοί γονεῖς, ἀγαπημένα μας παιδιά,   ἑορτάζουμε σήμερα καὶ τιμοῦμε τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, τον Μέγα Βασίλειο,  τον Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο. Τους τιμούμε γιατί στερέωσαν τὴ Χριστιανικὴ πίστη σὲ μία ἐποχή ποὺ οἱ αἱρέσεις βασάνιζαν τὸ Χριστιανισμὸ καὶ γιατί διέδωσαν τὰ ἑλληνικά γράμματα. Τιμοῦμε τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες όμως και ὡς λαμπρούς παιδαγωγούς καθώς ἡ διδασκαλία τους καὶ τὰ συγγράμματά τους ἔχουν εξαιτερική παιδαγωγική ἀξία και παραμένουν επίκαιρα έως σήμερα.  
Εκείνος που επιχειρεί να μιλήσει για τους τρεις Ιεράρχες, αντιμετωπίζει δυσκολία όχι για το τι πρέπει να πει, αλλά για το τι επιτρέπεται να παραλείψει από μια ζωή τόσο υποδειγματική, μια ενεργητικότητα τόσο πολύπλευρη και μια συγγραφική δραστηριότητα τόσο πλούσια, όχι ενός, αλλά τριών ανδρών.
Έζησαν σε μια εποχή ταραχής και αβεβαιότητας. Η χριστιανική θρησκεία μόλις είχε αναλάβει από τους διωγμούς και τις καταστροφές, ενώ είχε να αντιμετωπίσει και τις διάφορες αιρέσεις.
Η ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών ήταν πραγματικά λαμπρό. Είχαν την ευτυχία να μορφωθούν άριστα σε μια εποχή που η μόρφωση ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είχαν σπάνια δύναμη λόγου. Ήταν τα ζωντανά παραδείγματα της αυταπάρνησης, της φιλανθρωπίας και της ευσέβειας. Υπηρέτησαν το Θεό, γιατί υποστήριξαν με σθένος την ακεραιότητα της χριστιανικής πίστης, αλλά υπηρέτησαν και τους ανθρώπους, γιατί τους αφιέρωσαν κάθε υλική, σωματική και πνευματική τους δυνατότητα.

   


Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε περίπου το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η γιαγιά του και η μητέρα τον δίδαξαν την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους, ενώ τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια, στο Βυζάντιο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Έπειτα πήγε στον Πόντο και εκεί διακρίθηκε ως ρήτορας. Έκανε μεγάλη εντύπωση τους ακροατές του η μεγάλη του μόρφωση, η πλούσια πείρα του και η θεία πνοή των λόγων του. Την τεράστια περιουσία του τη μοίρασε στους φτωχούς και ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μια μεγάλη έκταση με πτωχοκομεία, γηροκομεία, νοσοκομεία και πολλά άλλα. Τα πάντα τα έδινε στους άλλους, ενώ για τον εαυτό του αρκούσε μόνο ένα απλό ράσο και ένα ζευγάρι παπούτσια, πράγματα που μαζί με λίγα βιβλία αποτελούσαν όλη την περιουσία του. Έγραψε πολλά και σπουδαία συγγράμματα, ασκητικά, ηθικά, παιδαγωγικά, ομιλίες, επιστολές και λειτουργίες. Το σθένος του, δε,  και η τόλμη του μπροστά στους ισχυρούς, υπήρξαν υποδειγματικά. Όταν μάλιστα ο Μόδεστος, ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα, τον απείλησε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και θάνατο γιατί δεν ασπάστηκε τον αρειανισμό, ο Μέγας Βασίλειος δε δίστασε να απαντήσει ότι δε φοβάται τίποτε απ' αυτά γιατί δεν έχει καμιά περιουσία ενώ ο θάνατος δεν τον φοβίζει αφού θα τον φέρει πιο γρήγορα κοντά στο Θεό, πράγμα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379.  Ο θάνατός του λύπησε χιλιάδες λαού, που είχε χάσει τον προστάτη του, το βοηθό και συμπαραστάτη του.



Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ήταν επίσκοπος Ναζιανζού και ο ίδιος ανατράφηκε με μεγάλη θρησκευτικότητα και γι' αυτό αγάπησε πολύ το Θεό και θέλησε να βοηθήσει μ' όλες του τις δυνάμεις. Κατάλαβε όμως ότι για να βοηθήσει αποτελεσματικά έπρεπε να μορφωθεί και για το λόγο αυτό πήγε στην Καισάρεια, μετά στην Αλεξάνδρεια και έπειτα στην Αθήνα. Όταν επέστρεψε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Ναζιανζό. Το 378 τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχε επικρατήσει ο Αρειανισμός και η ορθόδοξη πίστη κινδύνευε να εξαφανιστεί. Ελάχιστους ορθοδόξους βρήκε ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η ευγλωττία του και δύναμη του λόγου του βοήθησαν και ενθουσίασαν τους ακροατές του, που κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι. Η μεγάλη σοφία, η σύνεση και η θεία πνοή που χαρακτήριζαν του λόγους του έγιναν αιτία να ονομαστούν θεολογικοί, γι' αυτό ακριβώς και ο ίδιος ονομάστηκε Θεολόγος. Έγινε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ενώ αργότερα αποσύρθηκε στην Αριανζό σε μόνωση και ησυχία, όπου και πέθανε.


Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 345 στην Αντιόχεια. Η μητέρα του τον ανέθρεψε με ευσέβεια και φύτεψε στην ψυχή του το σεβασμό και την αγάπη στα διδάγματα του Σωτήρα μας. Προοριζόταν να γίνει δικηγόρος και έτσι σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία. Άσκησε τη δικηγορία για λίγο διάστημα αλλά γρήγορα εγκατέλειψε αυτό το επάγγελμα για να ζήσει για κάποια χρόνια τη ζωή του ασκητή. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Εκεί διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία, το πνεύμα, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του, που γινόταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη αφού τη σφράγιζε και της έδινε πνοή ο Λόγος του Θεού, που τόσο πιστά υπηρετούσε. Οι λόγοι του προκαλούσαν ενθουσιασμό. Από το στόμα του έρρεαν ποταμοί μέλιτος, γι' αυτό ακριβώς και ονομάστηκε Χρυστόστομος. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρείται ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας. Η φήμη του ήταν πολύ μεγάλη και γρήγορα τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος. Ως αρχιεπίσκοπος έδειξε αγάπη και τόλμη εξαιρετική. Οργάνωσε συσσίτια, στα οποία κάθε μέρα μοιραζόταν φαγητό σε 7000 φτωχούς. Με την ευφράδεια του λόγου του καυτηρίαζε το ίδιο κληρικούς και πολίτες και δε δίστασε να ελέγξει και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για την παράνομη ζωή που ζούσε. Μάλιστα η Ευδοξία οργίστηκε τόσο πολύ που έπεισε τον αυτοκράτορα να εξορίσουν τον Ιωάννη. Όμως φοβήθηκαν την οργή του λαού, που τον υπεραγαπούσε και έτσι ανακλήθηκε η διαταγή. Ωστόσο ο Ιωάννης με θάρρος και παρρησία δεν έπαψε να στρέφεται εναντίον κάθε παραβάτη και έτσι δημιούργησε εχθρούς ισχυρούς, που αυτή τη φορά κατάφεραν να τον εξορίσουν. Από τις πολλές ταλαιπωρίες όμως και κακουχίες πέθανε στο δρόμο για την εξορία το 407.


Η Εκκλησία μας όρισε να τους τιμάει μαζί τους 3 Ιεράρχες έπειτα από ένα παράδοξο γεγονός που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα, στη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου Κομνηνού. 


Εκείνη την εποχή, οι Χριστιανοί είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, οι οποίες 

φιλονικούσαν και μάλωναν μεταξύ τους. Η μια ομάδα ήταν οι Βασιλίτες, αυτοί 

δηλαδή που θαύμαζαν το Βασίλειο και έλεγαν ότι αυτός υπήρξε ο σπουδαιότερος 

άγιος. Οι άλλοι  ήταν οι Γρηγορίτες, που θεωρούσαν το Γρηγόριο τον πιο μεγάλο 

πατέρα της Εκκλησίας και η τρίτη μερίδα ήταν οι Ιωαννίτες, που θαύμαζαν και 

θεωρούσαν σπουδαιότερο πατέρα τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, γιατί υπήρξε 

γλυκύτατος και φωτισμένος στο λόγο. Πολλές φορές η διαμάχη ανάμεσα στους 

Χριστιανούς των διαφόρων μερίδων ήταν πολύ έντονη και δημιουργούσαν 

δυσάρεστες καταστάσεις.  Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, 

Ιωάννης ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος άνθρωπος, που πολύ τον στεναχωρούσε η 

διχόνοια ανάμεσα στους χριστιανούς. Αυτός λοιπόν, είδε ένα παράξενο όραμα: Είδε 

να κατεβαίνουν από τον ουρανό οι 3 Ιεράρχες ενωμένοι και αγαπημένοι. Είπαν 

λοιπόν στον έκθαμβο επίσκοπο: «Όπως βλέπεις, είμαστε και οι 3 μαζί ενωμένοι στον 

ουρανό και δοξασμένοι κοντά στο Θεό. Τίποτε δε μας χωρίζει. Έτσι θέλουμε να 

είμαστε και στη γη. Να πας λοιπόν τους Χριστιανούς και να τους πεις να μονοιάσουν. 

Να σταματήσουν οι φιλονικίες και οι τσακωμοί, που φέρνουν μεγάλο κακό στις 

ψυχές και στην κοινωνία και να είναι αγαπημένοι. Εμείς όσο ζούσαμε διδάσκαμε την 

αγάπη, γιατί μόνο αυτή κάνει όμορφη τη ζωή». Αυτά είπαν και εξαφανίστηκαν.


Ο επίσκοπος Ιωάννης έκανε ακριβώς όπως του είπαν οι Τρεις Ιεράρχες. Κάλεσε τους χριστιανούς, τους είπε την επιθυμία των αγίων και όρισε την 30η Ιανουαρίου να τιμούνται μαζί, αφού και οι τρεις γιορτάζουν και μεμονωμένα μέσα στον Ιανουάριο. Έτσι ο μήνας σφραγίζεται με την κοινή γιορτή των 3 Ιεραρχών, που δεν υπήρξαν απλώς 3 άνθρωποι με αίγλη και δόξα, αλλά και 3 φωστήρες που φωτίζουν ολόκληρη την οικουμένη.
Χίλια πεντακόσια χρόνια και περισσότερα έχουν περάσει από το θάνατό τους, κι όμως τα άστρα τους δεν έδυσαν, το φως τους δεν εξαφανίστηκε. Υπήρξαν οι μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που με τα φωτισμένα τους πνεύματα είχαν πολύ σωστά αντιληφθεί πόσο σημαντική είναι για την ανθρωπότητα η παιδεία. Αυτή ήταν η αρχή και η βάση μιας φωτισμένης κοινωνίας, όπως την οραματίστηκαν και όπως θέλησαν να την πλάσουν. Αυτοί οι φωστήρες του Πνεύματος τιμούνται σήμερα απ' όλο το χριστιανικό κόσμο για την πολύτιμη προσφορά τους στον άνθρωπο.
Αυτούς λοιπόν, αξίζει να μιμούμαστε και να έχουμε όλοι προστάτες στη ζωή.
Ας βάλουμε λοιπόν τους αγίους μας οδοδείχτες στη ζωή μας, για να μας δείχνουν το 

σωστό δρόμο. Και ας γίνουμε θαυμαστές των λόγων τους, αλλά προπάντων μιμητές 

των έργων τους. Γιατί γιορτή αγίου σημαίνει μίμηση αγίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.