Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Μαθήματα ξένων γλωσσών : ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ - ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΚΑ... Kαλλιτεχνική επιμέλεια Canon ( Στον Ιωάννη και την Χρυσούλα )











































































































































ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ & ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΚΩΝ

Όπως όλες οι γλώσσες, η θεσσαλική, διάλεκτος που ομιλείται στην περιοχή της Θεσσαλίας, της Αιτωλοακαρνανίας και της νότιας Πίνδου, είναι μια γλώσσα η οποία υπακούει σε γραμματικούς κανόνες.
Η προφορά των λέξεων προκύπτει από τους κανόνες αυτούς και δεν είναι τυχαία.
Η διάλεκτος αυτή περιλαμβάνει πολλές λέξεις - δάνεια από άλλες γλώσσες, κυρίως σλαβικές και τουρκικές, απόρροια των πολυετών κατακτήσεων από γειτονικούς λαούς.
Όμως περιλαμβάνει και πολλές λέξεις και φράσεις με ρίζα αρχαιοελληνική.

Ακολουθούν συνοπτικά μερικοί βασικοί κανόνες γραμματικής και προφοράς της ιδιόρρυθμης αυτής διαλέκτου.


  1. Το τονιζόμενο «ε» παραμένει «ε», το μη τονιζόμενο γίνεται «ι».
  1. Τα τονιζόμενα «ο» και «ω» παραμένουν ως έχουν, τα μη τονιζόμενα γίνονται «ου».
  1. Το μη τονιζόμενο «η» της λήγουσας παραλείπεται, τονιζόμενο παραμένει.
  1. Τα «ι», «υ» και «η» καθώς και οι δίφθογγοι με αντίστοιχη προφορά («οι», «ει»), ως τελευταία γράμματα λέξης παραλείπονται, τονιζόμενα παραμένουν. (Η απόστροφος σημαίνει ότι παραλείπεται γράμμα):
                           Πέρα = Πέρα
                        Εδώ = Ιδώ
                        Εκεί = Ικεί
                        Έχασε = έχασι
      Ο κανόνας ισχύει και για δίφθογγο με προφορά «ε», όπως η δίφθογγος «αι».
                     Παιδί = πιδί
                   Παίζω = παίζου
                     Πόσο = πόσου
                  Κόβω = κόβου
                  Κοντά = κουντά
                  Ψωμί = ψουμί
                  Φώτω = Φώτου
                           Τάκης = Τάκς
                        Μάκης = Μάκς
                        Χασάπης = χασάπς
                        Αράπης = αράπς
                        Ντορής = ντουρής
                 Κριάρι = κριάρ'
               Ζαγάρι = ζαγάρ'
               Δαυλί = δαυλί
               Χολή = χουλή
               Μονή = μουνή
               Πολύ = πουλύ
               Βράδυ = βράδ'
     (να)    Πάρει = πάρ'
     (οι)     Μαύροι = μαύρ'
Εξαίρεση έχουμε όταν πριν από τα γράμματα αυτά (ή τις διφθόγγους) υπάρχει φωνήεν, οπότε παραμένουν ως έχουν:
                  Νέοι = νέοι
                Κλαίει = κλαίει
Η δίφθογγος «ει» στη λήγουσα και μη τονιζόμενη, παραλείπεται όταν πρόκειται για ρήμα, παραμένει στα ουσιαστικά:
                  Κάνεις = κάνς
                Πεθάνεις = πιθάνς
                Λέξεις = λέξεις
                Ενέσεις = ινέσεις






ΑΡΘΡΑ
Τα άρθρα ακολουθούν τους βασικούς κανόνες:
Το «ο» γίνεται «ου»
Το «η» παραμένει «η»
Το «το» γίνεται «του»
                          Ο Νίκος = ου Νίκους
                       Ο καλός = ου καλός
                       Η Μαρία = η Μαρία
                       Το μαύρο = του μαύρου
Στις άλλες πτώσεις τα φωνήεντα παραλείπονται:
                          Του Νίκου = τ' Νίκ'
                       Της Αλίκης = τ'ς Αλίκ'ς
                       Του παιδιού = τ' πιδιού
Παραλλαγή: Το άρθρο «ο» σε πολλές περιοχές μετατρέπεται σε «η» όταν αφορά σε κύρια ονόματα.
                          Ο Γιώργος = η Γιώργους
Η μετατροπή οφείλεται στο οτι παλαιότερα οι γυναίκες από σεβασμό προς τους άνδρες, τους προσφωνούσαν  με την προσθήκη της φράσης «η αφεντιά του», δλδ
«η αφεντιά του ο Γιώργος» και όταν εγκαταλείφθηκε η προσφώνηση «αφεντιά» παρέμεινε το «η» της προσφώνησης.

2  ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ - ΕΠΙΘΕΤΑ
-         Πέρα από τους γενικούς κανόνες, όταν μεταξύ συμφώνων παρεμβάλλεται φωνήεν ή δίφθογγος που δεν τονίζονται, παραλείπονται σε δισύλλαβες λέξεις.
-         Ο κανόνας δεν ισχύει αν το φωνήεν είναι «α» ή «ε» ή «η-ι».
Το «α» παραμένει και το «ε» γίνεται «ι» σύμφωνα με τον βασικό κανόνα 1.
                          Κουτί = κτί
                       Σκυλί = σκλί
                       Πουλί = πλί
                       Κουκί = κκί
                       Μουνί = μνί
                       Βυζί = βζί
                       Κουφός = κφός
                       Μισός = μσός
                       Κούκος = κούκους
                     
Οταν στο φωνήεν ή τη δίφθογγο που περικλείεται από σύμφωνα το δεύτερο στοιχείο έχει περισσότερα από ένα σύμφωνα, το φωνήεν ή η δίφθογγος παραμένουν ή μετατρέπονται σύμφωνα με τον κανόνα 1.
                          Κοντή = κουντή
                       Κεντρί = κιντρί
                       Χαρτί = χαρτί
                       Πετσί  = πιτσί
                       Πέτρα = πέτρα
                       Δέντρο = δέντρου

Σε λέξεις με περισσότερες από δύο συλλαβές δεν παραλείπονται φωνήεντα ή δίφθογγοι παρά μόνο το «ι» και «η» αν είναι στη λήγουσα και δεν τονίζονται.
Κατά τα λοιπά ισχύουν οι μετατροπές φωνηέντων.
                         Γεμάτο = γιμάτου
                      Λεμόνι = λιμόν'
                      Παντελόνι = παντιλόν'
                      Γομάρι = γουμάρ'
                      Βλαμμένη = βλαμμέν'
Εξαίρεση γίνεται όταν πρόκειται για τη δίφθογγο «ου», που ακολουθεί τους βασικούς κανόνες (τονιζόμενη παραμένει, μη τονιζόμενη παραλείπεται.
                          Γουρούνι = γρούν'
                       Κουδούνι = κδούν'
                       Πουτάνα = πτάνα
                       Ζουλάπι = ζλάπ'


3  ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ

ενικός  Αυτός - αυτήν' - αυτό
            Αφνού - αφνής - αφνού (από το «αυτουνού»)
            Αυτόν - αυτήν' - αυτό
πληθ    Αυτοίν' - αυτές - αυτά
            Αφνών - αφνών - αφνών
            Αυνούς - αυτές - αυτά                     
                    
ενικός  Εικιός - εικιά - εικιό
            Εικ'νού - εικ'νής - εικ'νού
            Εικιόν - εικιά - εικιό
πληθ    Εικείν' - εικιές - εικιά
            Εικ΄νών - εικ'νών - εικ'νών
            Εικέίν'ς - εικειές - εικιά

ενικός  Ειτούτους - ειτούν' - ειτούτου
            Ειτουτνού - ειτουτνής - ειτουτνού
           Ειτούτουν - ειτούν' - ειτούτου
πληθ    Ειτούν' - ειτούτις - ειτούτα
            Ειτουτνών - ειτουτνών - ειτουτνών
           Ειτουτνούς - ειτούτις - ειτούτα    
              
                     
               4   ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ ΚΤΗΤΙΚΕΣ  (ΜΟΥ, ΣΟΥ, ΤΟΥ)
               Ακολουθούν τους βασικούς κανόνες, δηλαδή το φωνήεν παραλείπεται:
Παιδί μου = πιδί μ'
Παιδί σου = πιδί σ'
Παιδί του = πιδί τ'
Παιδί μας = πιδί μας (το α δεν υπακούει στους βασικούς κανόνες)
Παιδί σας = πιδί σας
Παιδί τους = πιδί τς
Πουλί της = πλί τς        
Πουλί του = πλί τ'


5  ΣΤΟΝ, ΣΤΗΝ, ΣΤΟ

Τα «στον» και «στο» ακολουθούν τους κανόνες μετατροπής:
Στον κουφό = στουν κφό
Στο διάολο = στου διάουλου

Στο «στην», όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν, μένουν τα άκρα και παραλείπονται τα περιεχόμενα γράμματα, οπότε μετατρέπεται σε «σν», το οποίο χάριν ευφωνίας γίνεται «ζν»:
Στην άκρη = ζν άκρ'
Στην ίδια = ζν ίδια
Στην ωραία = ζν ουραία
Στην Αλίκη = ζν Αλίκ'

Όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει «π» ή «κ» ή «τ» ή «ξ» ή «ψ» αυτά γίνονται «μπ», «γκ», «ντ» αντίστοιχα χάριν ευφωνίας:
Στην πόρτα = ζμπόρτα
Στην κατάψυξη = ζγκατάψυξ'
Στην Τρίτη = ζντρίτ'
Στην ξερή = ζγκξιρή
Στην πούτσα μου = ζμπούτσα μ'

Όταν η λέξη αρχίζει από άλλο σύμφωνο στο «στην» γίνεται «στ»:
Στη Βασίλω = στ' Βασίλου
Στη φωτιά = στ' φουτιά


6  ΡΗΜΑΤΑ

Ακολουθούν τους προηγούμενους κανόνες βασικά με μετατροπές και παραλείψεις φωνηέντων και διφθόγγων.
Ας κλίνουμε μερικά για παράδειγμα:

Κάνω - κάνου
Κάνεις - κάνς
Κάνει - κάν'
Κάνουμε - κάνουμι
Κάνετε - κάνιτι
Κάνουν(ε) - κάννι

Δίνω - δίνου
Δίνεις - δινς
Δίνει - διν'
Δίνουμε - δίνουμι
Δίνετε - δίνιτι
Δίνουν(ε) - δίννι

Όταν το ρήμα σε οποιαδήποτε κλίση έχει την κατάληξη -άσεις, ήσεις, ίσεις  (π.χ. πιάσεις, κρατήσεις, χτίσεις, το «σ» παραλείπεται:
Να πιάεις (πιάσεις)
να κρατήεις (κρατήσεις)
να χτίεις (χτίσεις)
να κατρήεις (κατουρήσεις)

Στην παθητική φωνή οι καταλήξεις είναι -μι, -σι, -τι, -μαστι, -στι, -ντι
Δένου-μι (δένομαι)
Δένι-σι
Δένι-τι
Δένου-μαστι
Δενι-στι
Δένου-ντι

Ξιώ-μι (ξύνομαι)
Ξιώ-σι
Ξιώ-τι
Ξιώ-μαστι
Ξιώ-στι
Ξιώ-ντι

Στα συνηρημένα οι καταλήξεις είναι -άου, -ας, -αει, -αμι, -ατι, -αν
Πδ-άου
Πδ-άς
Πδ-άει
Πδ-άμι
Πδ-άτι
Πδ-αν

Στην προστακτική δεν αφαιρούνται φωνήεντα ή δίφθογγοι της λήγουσας εκτός από το «ου»:
Πάρε = πάρι
Δώσε = δώσι
Πλύσου = πλύσ'
Τσκίσου = τσακίσ'
Γαμήσου = γαμήσ'

Όπως προκύπτει από τα προηγούμενα, παρατηρείται μια τάση για συντόμευση των λέξεων με περικοπή συλλαβών, όπου αυτό είναι δυνατό.



7  ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

ΑΝΔΡΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ & ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ

 Αποστόλης - Τόλιας
Αριστοτέλης - Τέλς
Γιώργος - Γώγους, Γάκιας, Γιουργάκς
Γιάννης - Γιαννακός, Γιαννάκς, Νάκους
Δημήτρης - Μήτρους, Μήτσιους, Δημντράκς
Ηλίας - Λίας, Λιάς, Λιάκους
Θανάσης - Νάσιους, Νασιάκους
Κώστας - Κώτσιας, Κώτσους, Κουστάκς
Φάνης - Φανς

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ & ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ

Τα γυναικεία ονόματα στην πλειοψηφία τους μετατρέπονται ώστε να έχουν κατάληξη «ω», μη τονιζόμενο γίνεται ου, τονιζόμενο παραμένει.
Αγλαϊα - Αγλάιω - Αγλάιου
Αλέξία - Αλέξω - Αλέξου
Αγορίτσα - Αγόρω - Αγόρου
Ευτυχία - Ευτύχω - Φτύχου
Βασιλική - Βασίλω - Βασίλου
Ευαγγελία - Βάγγιω - Βάγγιου
Κωνσταντία - Κωστάντω - Κουστάντου
Μαγδαληνή - Μαγδάλω - Μαγδάλου
Μαρία - Μάρω, Μάρου (και Μαριώ)
Παναγιώτα - Πανάγιω - Πανάιου

Παλαιότερα κυρίως αλλά και σήμερα οι παντρεμένες γυναίκες προσφωνούνται με βάση το όνομα του συζύγου  και την κατάληξη -αινα (με τη μετατροπή γίνεται -ινα) και σπάνια με το δικό τους.
Αντρέινα (Αντρέας)
Απουστόλινα (Αποστόλης)
Αλέξινα (Αλέξης)
Βασίλινα (Βασίλης)
Γιώργινα (Γιώργος)
Γιάννινα (Γιάννης)
Δημντράκινα, Μήτρινα, Μήτσινα (Δημήτρης, Μήτσος, Μήτρος)
Κώστινα (Κώστας)
Λάμπρινα (Λάμπρος)
Λίινα, Λιάκινα (Ηλίας)
Χρήστινα (Χρήστος)

Αν μία γυναίκα είχε παντρευτεί δύο (ή περισσότερες) φορές, μπορούσε να αποκαλείται με τα ονόματα και των δύο (ή περισσότερων) συζύγων μαζί, με βασική προϋπόθεση να τηρείται η σειρά με την οποία τους είχε παντρευτεί:
Λαμπρουγιώργινα (Λάμπρος και Γιώργος οι σύζυγοι)
Μητρουκώστινα (Δημήτρης και Κώστας )
Λαμπρουνικουγιώργινα (Λάμπρος, Νίκος και Γιώργος)

8  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ ΖΩΩΝ

Φλόρα - άσπρη γίδα
Κανούτα - γκρι, σταχτιά γίδα
Κόκια - κοκκινωπή γίδα
Μπλιόρια - δίχρονα τραγιά
Μπάρτσα - άσπρη εμπρός, μαύρη (ή καφέ) πίσω
Γκέσα - μαύρη
Σίβα - άσπρη προς το γκρίζο γίδα ή μουλάρι
Λάια  - μαύρη προβατίνα
Ρούσα - ξανθειά
Αράπου (αράπω) - μαύρη
Παρδάλου (παρδάλω) - παρδαλή, ασπρόμαυρη
Τσουράπου (τσουράπω) - μαύρη γίδα με άσπρα πόδια
Σιούτα - χωρίς κέρατα
Κρούτα - με κέρατα
Κουτσουκέρα - με σπασμένο κέρατο
Τσιούλα - με κομμένα αυτιά
Σκλαρίκου - γίδα με απολήξεις στο λαιμό σαν σκουλαρίκια
Απουρμέν' - έχει αποβάλει, έχει απορρίξει
Μαλτέζα - βελτιωμένο είδος με μεγάλη παραγωγή γάλακτος
Γαλάργια - αυτή που έχει γάλα
Βιτούλ' - μικρό κατσίκι
Ζ'γούρ' - ζυγούρι, μικρό αρνί

9  ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Ξνόγαλου
Κουρφή
Αρτμή
Κλουτσουτύρ'
Τσιαλαφούτ'
Τρόγαλου
Πρατόγαλου

................................................

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(ρ) = ρήμα
(ου)  = άρθρο «ο»
(η) = άρθρο «η»
(του) = άρθρο «το»
(επίρ) = επίρρημα
(αντ) = αντωνυμία
(ιδιωμ) = ιδιωματισμός
(προστ) = προστακτική
(αόρ) = αόριστος
(παθ) = παθητική φωνή

10  ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Αγκιλώνου(μι) (ρ) - καρφώνω(ομαι) με αγκάθι                   
Άκσα (ρ)- άκουσα
Ακουρμαίνουμι (ρ)- αφουγκράζομαι (προστ. ακουρμάσ')
Ακούμπάου (ρ)- κοιμάμαι (αόρ. ακούμπσα)
Άλτσους (ου) - αλυσίδα
Αμπάλα (η) - το μέτωπο
Αμπούκα (η) - μάγουλο
Αμπώχνου (ρ) - σπρώχνω
Αναγιλάου (ρ) - κοροϊδεύω
Αναγκάζου (ρ) - βιάζω, βιάζομαι (ανάγκασι = βιάσου)
Αναμιράου (ρ) - κάνω στην άκρη
Ανασκλώνουμι (ρ) - πέφτω ανάσκελα
Αναφράνταλους (ου) - ατσούμπαλος
Αναχαράζου (ρ) - χασμουριέμαι
Άντιρου (του)- έντερο
Αντράιλας (ου) - ζαλάδα
Αξφώνου (ρ) - τρώω με λαιμαργία
Απθώνου (ρ) - αφήνω κάτι κάπου
Απίστουμα (επίρ) - μπρούμητα
Απλόχειρου (του) - χούφτα
Απόγουνου (του) - μέρος προστατευμένο από τον αέρα
Απστόμσα (ρ) - έπεσα μπρούμητα
Απόπατους (ου) - τουαλέτα
Απουσταίνου (ρ) - κουράζομαι
Αργάτς (ου) - εργάτης
Αρζάφτ' (του) - η ρίζα του αφτιού
Αρτένουμι (ρ) - δεν νηστεύω
Αστουχάου (και ξαστουχάου) (ρ) - ξεχνάω
Άτχας (ου) - ατυχία, ζαλάδα
Αφάντιασμα (του) - σκιάχτρο, φάντασμα
Αφαντιάζουμι (ρ) - φαντάζομαι και φοβάμαι
Αφουρμίζου(μι) (ρ) - ζωντανέβω, τρομάζω
Άφτου (ρ) - άφησέ το
Βακούφκου (του) - περιουσία εκκλησίας ή μοναστηριού
Βάλμα (του) - ζώο ταμένο σε μοναστήρι
Βιλέντζα (η) - κουβέρτα μάλλινη
Βιρβέρα (η) - σκίουρος
Βίσαλου (του) - μικρό ένθετο κεραμίδι σε τοίχο
Βιτούλ' (του) - μικρό κατσίκι
Βόμπρας (ου) - ζωηρός (για παιδιά κυρίως), πιθανόν από το σβόμπιρας
Βουμπίρκου (του) - το ίδιο με το παραπάνω ή το βαμπίρ
Βουλά (η) - φορά
Γατσουμαλιάζου (ρ) - ανατριχιάζω
Γδουξούρ' (του) - άξεστος
Γηρουκόμ'(του) - ηλικιωμένος
Γίκους (ου) - Σωρός με ρούχα ή σκεπάσματα
Γκαϊδός(ου) - αλλήθωρος
Γκίκαρ' (η) - κούπα, φλυτζάνι
Γκίρλουσα (ρ) - γούρλωσα
Γκλιτσιάρκου (του) - αδύνατο (σαν γκλίτσα)
Γκριντάλ' (του) - πολύ ψηλός
Γούπατου (του) - γούπατο, μικρή κοιλάδα
Γουρνουπέτσ' (του) - γουρουνόδερμα, γουρουνόπετσα
Γουρνουτσάρχου (του) - παπούτσι από δέρμα γουρουνιού
Γρέκ' (του) - τόπος ύπνου και ξεκούρασης για γιδοπρόβατα
Γρούμπαλου (του) - εξόγκωμα, καρούμπαλο
Δάχλου (του) - δάχτυλο
Δγιαούρτ' (η) - γιαούρτι
Διαλέγου (ρ) - καθαρίζω
Διάφκα (ρ) - διάβηκα, πέρασα
Διπλάρκου (του) - δίδυμο
Δρίλ' (του) - παλιό ύφασμα σαν το σημερινό τζιν
Εικιό (αντ) - εκείνο
Ζ'βάου (ρ) - σβήνω
Ζ'γούρ' (του) - μικρό αρνί
Ζιβζέκς (ου) - ζεβζέκης, δύστροπος
Ζιρβό (του) - αριστερό & ανήλιαγο μέρος
Ζλάπ' (του) - ζουλάπι
Ζαγάρ' (του) - μικρό σκυλί
Ζαλίγκα (επίρ) - στην πλάτη
Ζαλ΄γκώνουμι (ρ) - φορτώνομαι στην πλάτη
Ζαλουκνάου (ρ) - κουνάω
            Ζάφτου (ρ) - ρίχνω χάμω κάποιον
            Ζγαριάζουμι (ρ) - πέφτω χάμω απότομα (αόρ. ζγαριάσκα)
            Ζγαρλάου (ρ) - σκαλίζω
            Ζγαρόν' (του) - είδος ευτελούς παπουτσιού από πανί
            Ζέχνου (ρ) - βρωμάω
Ζμαρ' (του) - ζυμάρι
Ζμπάου (ρ)- πιέζω
Ζούλα (η) - γινωμένο φρούτο, κυρίως για απίδι
Ζούμπιρου (του) - μεγάλο έντομο
Θλήκ (του) - θηλειά, θηλίκι
Ιφτούνους (αντ) - αυτός εκεί
Κάδ' (η) - ξύλινος κάδος όπου χτυπούν το γάλα
Κακαράντζα (η) - περιττώματα αιγοπροβάτων
Καναβιά (η) - είδος χοντρού σχοινιού
Καπίστρ' (του)  - χαλινάρι
Καραματιάζου (ρ) - σημαδεύω
Καραπατάλ' (του)  - άχρηστος, άσωτος
Καρκατσέβαλα (επίρ) - στους ώμους
Κάρνου (του) - κάρβουνο
Καταή (επίρ) - καταγής, κάτω
Κατακέφαλους (ου) - σφαλιάρα
Κατιβασιά (η) - φουσκωμένο ποτάμι μετά από βροχή
Κατσιούλα (η) - κουκούλα
Καψάλ' (του) - μέρος που το καίει ο ήλιος
Κδούν' (του)  - κουδούνι
Κείθι (επίρ) - εκείθε, από πέρα
Κθάρ' (του) - κριθάρι
Κιο (ιδιωμ) - μα αφού
Κκι (του) - κουκί
Κτι(του)  - κουτί
Κλουκουτάου (ρ) - ανακατεύω δυνατά
Κλούρα (η) - κουλούρα
Κνούπ' (του) - κουνούπι
Κόθρους (ου) - η γωνία του ψωμιού
Κότσιαλου (του) - κοτσάνι
Κουλ'μένου (του) - πολύ αδύνατο
Κουλουκθουβούλουμα (του) - τάπα από καλοκύθι
Κουλουκρίζου (ρ)- κουρεύω
Κουλουφουτιά - πυγολαμπίδα
Κουντουγούν' (του) - κοντή κάπα με κουκούλα
Κουντουσβόιρας (ου) - κοντός
Κουντράου (ρ) - τρακάρω
Κουρδιλιάγκους (ου) - λάρυγγας
Κουρίτους (ου) - παχνί για γουρούνια
Κουρνιαχτός (ου) - σκόνη
Κουρουμπλιά (η) - κορομηλιά
Κουσέβου (ρ)- τρέχω
Κουσί (επίρ) - τροχάδην
Κούσιαλου (του) - γέρος κι αδύναμος
Κουτάου (ρ) - τολμάω
Κουτέλ' (του) - σκύλος που τριγυρίζει αδέσποτος
Κουτιλέβου (ρ) - διακορεύω
Κουτιλίνα (η) - μακριά πρόκα
Κουτ'λίζου (ρ) - τρώω λαίμαργα, καταπίνω (αόρ. κουτίλ'ξα)
Κούτπας (ου) - μέτωπο
Κούτσ΄κου (του) - μικρό
Καραμπουκούκ' (του) - ψωμί με καλαμποκάλευρο
Κρένου (ρ) - μιλάω
Κριγιάς (του) - κρέας
Κριματζουλιώμι (ρ) - κρεμιέμαι από τα χέρια
Κριτσιάνα (η) - χόνδρος από ψητό
Κριτσιανίθρα (η) - μικρός χόνδρος
Κρούου (ρ) - ακουμπάω
Κτάβ' (του) - μικρό σκυλί, κουτάβι
Κύπρους (ου) - μεγάλο κουδούνι (για ζώα)
Κφάλ' (του) - κουφός με υποτιμητική προσφώνηση
Κφόγουρνου (του) - κουφός με υποτιμητική προσφώνηση
Κφος (ου) - κουφός
Κφούλιακας (ου) - πολύ κουφός
Λάκα (η) - επίπεδο έδαφος
Λάρουσι (ρ) - σκάσε, ησύχασε (οριστ. λαρώνου)
Λατσούδ' (του) - μικρό κλαδί έλατου
Λέσ' (του) - ψοφίμι
Λιανουπαίδ' (του) - μικρό παιδί
Λιανώματα (τα) - κέρματα μικρής άξιας
Λιμασμένους (ου) - πεινασμένος
Λούρα (η) - βέργα
Λ'τάρ' (του) - σχοινί
Μαβλάου (ρ) - καλώ τα ζώα
Μακιλεύου (ρ) - χτυπάω άσχημα κάποιον (αόρ. παθ. μακιλέφκα)
Μανάρ' (του) - χαϊδεμένο αρνάκι
Μαργώνου (ρ) - κρυώνω
Μαρκαλάου (ρ) - γάμάω (για ζώα)
Μαρκάλους (ου) - ζευγάρωμα
Μασ' (ρ) - μαζέψου
Ματσιαλάου (ρ) - μασάω
Μιρλάου (ρ) - σιγοκλαίω, γκρινιάζω
Μισάντρα (η) - ντουλάπι κουζίνας
Μουτλάκ (επίρ) - οπωσδήποτε
Μπήχνου (ρ) - χώνω μέσα
Μπλατσιανάου (ρ) - πλατσουρίζω
Μπλούφλας (ου) - ζαλάδα
Μπάτσα (η) - κλωνάρι από έλατο
Μπλαθρώνου (ρ) - διορθώνω πρόχειρα
Μούρκα (η) - σταχτί γαϊδούρι
Μούτα (η) - φάντασμα
Μπάκακας (ου) - βάτραχος
Μπράσκα (η) - μεγάλος βάτραχος
Μπρουστούρα (η) - η κοιλιά, τα εντόσθια ζώου
Μνί (του) - μουνί
Μπλάρ (του) - μουλάρι
Μπσκάρ (του) - μοσχάρι
Μστάκ' (του) - μουστάκι
Ναμ (ρ) - δώσε μου
Νίβουμι (ρ) - πλένομαι στο πρόσωπο (αόρ. νίφκα)
Νίλα (η) - καταστροφή
Νουγάου (ρ) - εννοώ, καταλαβαίνω
Ντιπ (επίρ) - κυριολεκτικά, τελείως (και ντιπ καταντίπ)
Ντρουχιάζου(μι) (ρ) - σφηνώνω(ομαι), μαγκώνω(ομαι)
Ξαμώνου (ρ) - σηκώνω χέρι να χτυπήσω
Ξιθάλ' (του) - εργαλείο τζακιού
Ξιζάρκατους (ου) - γυμνός
Ξιζαρκώνου(μι) (ρ) - γδύνω(ομαι)
Ξικαμπάου (ρ) - σκάω μύτη, έρχομαι
Ξιμπλέτσουτους (ου) - γυμνός
Ξιμπρουστουριάζουμι (ρ) - κάνω εμετό
Ξισκλάου (ρ) - ξεσκίζω  (παθ. ξισκλιώμι)
Ξισλόιαστους (ου) - ανόητος, σαλεμένος
Ξιστρίβουμι (ρ) - εξαντλούμαι (αορ. παθ.  ξιστρίφκα)
Ξιτσιαουλιάζουμι (ρ) - μου βγαίνει το σαγώνι
Ξιώμι (ρ) - ξύνομαι
Όμπγιου (του) - πύον
Ουειδίζου (ρ) - μοιάζω (αρχ. προσιδιάζω)
Όχτους (ου) - η όχθη, μικρή απότομη πλαγιά
Πανουκάπλα (επίρ) - στα καπούλια (επί ζώου)
Παραηλός (ου) - σακάτης, ανάπηρος
Παρασάνταλου (του) - ευτελές, άχρηστο
Παρασουλίζου (ρ) - τρελαίνομαι  (αόρ. παρασόλ'σα)
Πατλιά (η) - αγκάθι
Πιρουνιάζου (ρ) - διαπερνάω
Πιτχισιά (η) - επιτυχία
Πλαϊάζου (ρ) - πέφτω για ύπνο
Πλακανίθρα (η) - μεγάλη επίπεδη πλάκα
Πλάλ' (η) - τρέξιμο
Πλαλάου (ρ) - τρέχω
Πλακίδα (η) - μικρό κοτόπουλο
Ποντς (του) - ζεστό ρόφημα, τσίπουρο με μέλι ή ζάχαρη
Πρατίνα (η) - προβατίνα
Πρατόγαλου (του) - γάλα προβάτου
Πριτσιαλάου (ρ) - ερωτοτροπώ  (για ζώα)
Προυγγάου (ρ) - διώχνω, φοβερίζω
Προυσφάι (του) - συνοδευτικό φαγητού
Πσουκάπλα (επίρ) - πισω από τα καπούλια (επί ζώου)
Πστρώνου(μι) (ρ) - επίστρώνω(ομαι),  τυλίγω με σκεπάσματα, κάθομαι
Πτσόγαλου (του) - σπέρμα
Ρουχνάου (ρ) - ροχαλίζω
Ρμουσέλ' (του) - έρημο, ρημάδι, αδέσποτο
Σαδέ (επίρ) - ειδάλλως
Σακαή (η) - αρρώστια κολλητική
Σαλαγάου (ρ) - κατευθύνω τα ζώα
Σαούρα (ρ) - σιωπή
Σαρώνου (ρ) - σκουπίζω
Σβαρνιώμι (ρ) - σέρνομαι
Σιαδώ (επίρ) - προς τα εδώ
Σιακάτ (επίρ) - προς τα κάτω
Σιακεί (επίρ) - προς τα εκεί
Σιαπάν (επίρ) - προς τα πάνω
Σιαπέρα (επίρ) - πιο πέρα αλλά και υποτιμητικό για πρόσωπο
Σιρσέν' (του) - δηλητηριώδες έντομο
Σκαπιτάου (ρ) - γλίτώνω, αποδρώ
Σκλήκ' (του) - σκουλήκι
Σ'κότ' (του) - συκώτι
Σκούπρου (του) - σκουπίδι
Σκρούμπλας (ου) - ζάλη
Σκρούμπους (ου) - καρβουνο (για καμμένο φαγητό)
Σκρουμπιασμένο (του) - καρβουνιασμένο στο ψήσιμο
Σμάχια (τα) - χορτάρια σε υγρά μέρη, βρύα
Σμπάου  (ρ) - ανακατεύω τη φωτιά  (αόρ. σίμπσα, προστ. σίμπα)
Στέρφα (η) - στείρα
Στήλ' (η) - μπαταρία για φακό
Στιφάν' (του) - στεφάνι αλλά και γκρεμμός
Στρουμπί (του) - καρεκλάκι, σκαμπό
Στούρνα (η) - στρογγυλή ή δισκοειδής πέτρα
Στουμπιώμι (ρ) - χτυπιέμαι
Στρουμπούλου (η) - χοντρούλα, εύσωμη
Συγκυριάζου (ρ) - συνδέω
Σύρι (ρ) - τράβα, πήγαινε
Σύρμα (του) - πολύ στενό μονοπάτι
Συρμή (η) - ίωση, κρυολόγημα
Σφίγγουμι (ρ) - τρέχω
Σφουγγάου (ρ) - σφουγγίζω (παρ. σφουγγιώμι)
Σφριτζλάου (ρ) - στριφτοπετάω κάποιον - κάτι
Σχτί (του) - ρούχο
Ταβάν' (του) - έντομο με επώδυνο τσίμπημα
Ταϊσάρ' (του) - τορβάς με τροφή κρεμμασμένος στο λαιμό ζώου
Ταχιά (επίρ) - αύριο
Τιμπλί (του) - ξύλινο δοκάρι
Τλούπα (η) - μπάλλα μαλλιού για γνέσιμο
Τλουπώνου (ρ) - τυλίγω με ύφασμα
Τλώνουμι (ρ) - τεντώνομαι, φουσκώνω από περηφάνεια
Τραπέτσ' (του) - πολύ ξινό
Τράου (ρ) - κοιτάω
Τριβάλα (η) - θρύψαλλα
Τριβαλιάζου (ρ) - διαλύω, κάνω κάτι τρίμματα
Τριμουκουκουρίζου (ρ)- τρέμω από το κρύο
Τρουβάς (ου) - τορβάς
Τσάχαλου (του) - σκλήθρα
Τσιακλατάου (ρ) - χτυπάω τα αυγά
Τσιαμπάς (ου) - φούντα από μαλλιά στο κεφάλι
Τσιαούλ' (του) - σαγόνι
Τσιλόν' (του) - παλιόρουχο
Τσιουπλιτάρα (η) - είδος πουλιού
Τσιρουπλιάζου (ρ) - λιώνω
Τσιόκους (ου) - πούτσος
Τσιούμα (η) - κορυφή βουνού
Τσίρμιασμα (του) - μούδιασμα
Τσιφτιλίτκου (του) - ζωηρό παιδί
Τσιουγκάρ' (του) - απόκρημνη βραχώδης πλαγιά
Τσιόκανου (του) - εργαλείο για ευνουχισμό ζώων
Τσιόλ' (του) - κουβέρτα από γίδινο μαλλί
Τσιουκανίζου (ρ) - ευνουχίζω
Τσιουπιλάους (ου) - αρσενική σαύρα
Τσιουπιλίτσα (η) - θηλυκή σαύρα
Τσιουρτσιουράου (ρ) - ψιχαλίζω
Τσιουρτσούρζμα (του) - ψιλόβροχο, ψιχάλισμα
Τσιρλιό (του) - διάρροια
Τσιρλίσ'κα (ρ) - με έπιασε κόψιμο
Τσουράπ' (του) - χοντρή κάλτσα
Τριχιά (η) - χοντρό μάλλινο σχοινί
Τφάν' (του) - περαστικό σύννεφο
Τφέκ' (του) - τουφέκι
Τφικάου (ρ) - τουφεκάω
Φκιάνου (ρ) - φτιάχνω
Φκιάρ' (του) - φτυάρι
Φτικάου (ρ) - τουφεκάω (αναγραμματισμένο τουφεκάω - τφικάου)
Φιριμένου (του) - αφηρημένο
Φλάου (ρ) - φυλάω, φιλάω
Φλέτρας (ου) - πεταλούδα
Φλί (του) - φιλί
Φλιτράου (ρ) - πετάω, φτερουγίζω
Φισκιά (η) - αηδία, άσχημο πράγμα
Φόντας (επίρ) - από όταν, από τότε που
Φουρδάκλα (η) - φουσκάλα
Φουρδακλιάζου (ρ) - φουσκαλιάζει το δέρμα μου από κάψιμο
Φτιλιάζουμι (ρ) - φυτιλιάστηκα, νευρίασα (αόρ. φτιλιάσκα)
Χαλέβου (ρ) - ζητάω, ψάχνω
Χατήλ' (του) - η μέσα γωνία της σκεπής
Χλιάρ' (του) - κουτάλι
Χλίβουμι (ρ) - στεναχωριέμαι, βασανίζομαι
Χλιμάρα (η) - θλίψη, κακουχία
Χόχλους (ου) - βράση, κόχλασμα
Χουχουτάου (ρ) - μιλάω δυνατά
Χουιάζου (ρ) - φωνάζω
Χαβδώνου (ρ) - με ανοιχτά πόδια, ζεσταίνω τα αχαμνά μου στη φωτιά
Χλέπας (ου) - ο έχων φλέμματα
Χαλιάς (ου) - απότομη πλαγιά με πέτρες και χαλίκια
Χτράου (ρ) - αντέχω, κρατάω στο χρόνο

11  ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Τις είδι - ποιος ξέρει (από το αρχαίο «τις οίδεν»)
Έδουκα τέλου  - παραδόθηκα (έδωσα τέλος)
Γιν'κα μύθους - έγινα περίγελως
Απέ κια δώθι - από κει και μετά
Ριχνουμι πέρα - περνάω απέναντι
Κατ' ιπού όειδσι - πού έμοιασε
Πδάου αόρατου - πηδάω από μεγάλο ύψος
Στρίφκι τ' άντιρου - δυνατός κοιλόπονος άγνωστης αιτιολογίας
Ξιστρίφκα γιλώντας - εξαντλήθηκα από το γέλιο
Πήγι κώλου - κιφάλ' - κατρακύλησε με κωλοτούμπες
Πίρι τα πλάια - έφυγε στην πλαγιά
Πάιρνου πόρου - φεύγω για το άγνωστο (άγνωστη πορεία)
Στ΄ανιγύργα - στον αγύριστο
Μ' δίν' χέρ' - με βολεύει
Κάμ' έτσ' - κάνε πιο εκεί, μαζέψου
Κάμι σιακεί - κάνε προς τα εκεί, πήγαινε δίπλα
πάρτι τς σβάρνα - πάρτε τους σβάρνα
πιρικικλώστιτς - περικυκλώστε τους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.