Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Πολλοί, πέρα από τα ρεύματα του ποταμού Σκάμανδρου έχασαν τη ζωή τους για μένα (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - ΕΛΕΝΗ)



Εχουνε γραφτεί τόσα και τόσα γι αυτό το κορίτσι, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά κανένας δεν λέει στον κόσμο την αλήθεια.
Εδώ λοιπόν θα τα πούμε όλα και θα δούμε τι ζόρικο θηλυκό ήταν αυτή που για πάρτη της σκοτώθηκαν χιλιάδες παλικάρια.
Είναι ένα πόνημα βασισμένο σε αρχαίες έγκυρες πηγές κι όχι κουτσομπολιά, αφιερωμένο σε όλες τις Ελένες, που όλες είναι όμορφες αλλά μερικές είναι και αιτία πολέμων και καταστροφών.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Η Ελενίτσα λοιπόν γεννήθηκε μια ηλιόλουστη μέρα από ένα αυγό. Ναι, από αυγό, ο Ομηρος τα λέει άλλωστε, ο Φώσκολος της εποχής.
Το αυγό το έκανε η Λήδα (ή η Νέμεσις, διίστανται οι απόψεις).
Ετσι λύνεται και ο προαιώνιος γρίφος αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα. Διότι αν θεωρήσουμε την Λήδα κότα, τότε η κότα έκανε το αυγό.
Αλλά πάλι, αν θεωρήσουμε την Ελένη κότα (δεν μιλάμε προσωπικά), τότε το αυγό έκανε την κότα.
Τουτέστιν ο γρίφος παραμένει γρίφος αλλά μην ξεφεύγουμε.

Εκείνη την ωραία μέρα λοιπόν, μαζί με το πιπίνι την Ελενίτσα έσκασαν από τα αυγά της ίδιας μαμάς-κότας συνολικά τέσσερα μπάσταρδα. Και λέμε μπάσταρδα γιατί για τον πατέρα παίζει μπάχαλο..
Τα τέσσερα αυτά ήταν η Ελένη, οι Διόσκουροι (Κάστωρ και Πολυδεύκης) και η Κλυταιμνήστρα, αυτή που μετά παντρεύτηκε τονΑγαμέμνονα.
Η Ελένη μας και ο Πολυδεύκης είχαν μπαμπά τον Δία γι αυτό και ήταν αθάνατοι.
Τα άλλα δυό μούλικα, ο Κάστορας και η Κλυταιμνήστρα είχαν μπαμπά τον βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω.
Ο Τυνδάρεως φυσικά τα χρεώθηκε όλα γιατί ο Δίας με την καμμία δεν ήθελε να το παίζει μπαμπάς και να τρέχει στα τζάμπο για κάθε μούλικο που έσπερνε γιατί τόσα που είχε κάνει ούτε με βουλευτική αποζημίωση δεν θα τα έβγανε πέρα.
Καλά παιδιά όλα τους αλλά η Ελένη από μικρή φαινόταν ότι ήταν μπελάς. Όχι ότι έφταιγε αυτή αλλά η απερίγραπτη ομορφιά της. Πολλά τα παιδικά ψυχικά τραύματα ένεκα της ομορφιάς, τα άλλα κοριτσάκια δεν την έπαιζαν γιατί την ζήλευαν κι έτσι βγήκε και ο αρχαίος παιάνας «η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της ...», που τραγουδιέται ως τα σήμερα.

Όταν με τα χίλια ζόρια τελείωσε το δημοτικό, γύρω στα 10 -12, έγινε και η πρώτη σφαγή, ο πρώτος πόλεμος για πάρτη της, πολύ πριν τον μεγάλο τον Τρωικό πόλεμο.
Τότε βασιλιάς της Αθήνας ήτανε ο Θησέας ο ξακουστός, που είχε σκοτώσει τον Μινώταυρο ντε, που είχε κοροϊδέψει την Αριάδνη μωρέ, που την ξεπαρθένιασε και την άφησε αστεφάνωτη ντε, αλλά μην ξεφεύγουμε.
Τη μπάνισε λοιπόν σε μια εκδρομή την πιτσιρίκα ο Θησέας κι έπαθε ταράκουλο. «Πω ρε πούστη μου, τι τουμπανάκι είναι τούτο!» λέγεται πως αναφώνησε,
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, βασιλιάς ήταν άλλωστε, την άρπαξε τη μικρή Ελένη παραμάσχαλα και την έφερε σε ένα χωργιό έξω από την Αθήνα, στις Αφίδνες, όπου είχε το εξοχικό του και πήγαινε στα ρεπά του και την έβλεπε, αν και άλλες πηγές λένε ότι προέβαιναν ομού και κατά συρροήν σε ακατονόμαστες πράξεις εκεί στις Αφίδνες.

Τα αδέρφια της όμως οι Διόσκουροι ήταν κάτι σαν τους κρητικούς σήμερα και δεν σήκωναν τέτοιες προσβολές σε θέματα τιμής, άσχετα αν το γυάλιζαν το πόμολο αμφότεροι, καθ' ότι και ήσαν ολίγον αμφί.
Πήραν κάμποσο στρατό λοιπόν και μια και δυό να 'τοι στας Αθήνας απαιτώντας να τους δώσουνε πίσω την αδερφή τους.
Οι Αθηναίοι, λαμόγια από τότε, κάνανε τους ανήξερους, δεν ξέρω τίποτε, δεν είδα τίποτε, άκυρο-λευκό, δεν γνωρίζω-δεν απαντώ και άλλα τέτοια αριστερά της εποχής.
Ενας ρουφιάνος όμως (πάντα υπάρχει ένας τέτοιος), ο Ακάδημος, είτε επειδή δεν του έκατσε η μικρή είτε επειδή γούσταρε τον Θησέα για πάρτη του, το κάρφωσε το μυστικό στους Διόσκουρους, ότι η αδερφή τους δηλαδή μάζευε λάχανα κι έπλεκε σεμεδάκια σε ένα χωργιό εδώια παραπέρα, στις Αφίδνες,
Γι αυτή του την μπαμπεσιά οι Διόσκουροι τον έκαναν add και φίλο, τον φόρτωσαν κάμποσα τσουβάλια λάικ και όταν μετά από χρόνια άλλοι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Αθήνα, τον τίμησαν δεόντως και έφκιασαν ένα καλό μαγαζί για πάρτη του, την Ακαδημία.
Πήγαν λοιπόν οι Διόσκουροι στις Αφίδνες, το έκαναν το χωργιό λαμπόγυαλο, πήραν σέρνοντας από το ξανθό της μαλλί (ήταν και ξανθειά συν τοις άλλοις) την άτακτη μικρή, αφού της έριξαν κάμποσες ξυλιές στο σφιχτό κωλαράκι της και μαζί πήραν αιχμάλωτη και δούλα και τη μάνα του Θησέα την Αίθρα, που την έκαναν νταντά της Ελένης μέχρι που αυτή μεγάλωσε. Ακόμη και στην Τροία την είχε πάρει μαζί της η Ελένη τη γριά και μόνο όταν τελείωσε το πανηγύρι ο Τρωικός πόλεμος την έφεραν πίσω στην Αθήνα κάτι καλόπαιδα Αθηναίοι.
Κι έτσι οι Διόσκουροι έφεραν πίσω στη Σπάρτη το καμάρι τους κι αποκατέστησαν την τιμή τους.

Η Ελένη όμως ήταν ξύπνιο κορίτσι και ήθελε να το παίζει ακόμη παρθένα μπας και βρει κάναν καλό γαμπρό αφού είχε τελειώσει έτσι άδοξα το ειδύλλιο με τον Θησέα, διότι χαλασμένη δεν σε έπαιρνε κανείς τότε στη Σπάρτη όσο όμορφη κι αν ήσουνα.
Βέβαια, με τον Θησέα στις Αφίδνες, εκτός από πλειστέισιον και καμμιά μπιρίμπα, έπαιζαν κι άλλα παιχνίδια, στο πιο χαρντ κορ, όπως ο γιατρός και η νοσοκόμα και άλλα παρεμφερή και εκπαιδευτικά. Κι από το πολύ το παίξιμο, απρόσεκτη και λυσσάρα όπως ήταν, έκαμε και μια κόρη μαζί του, την Ιφιγένεια. Τι να την κάνει τώρα αυτήνε, σκέφτηκε, πού να τη σέρνει μαζί της. τί σκατά παρθένα με μια κόρη δίμετρη θα ήταν, την έδωσε λοιπόν κρυφά στην αδερφή της την Κλυταιμνήστρα να την μεγαλώσει και ούτε που την ματαείδε.

Η Ελένη μεγάλωσε, έγινε καρατούμπανο και σούπερ μόντελ. Η ομορφιά της μέσα από τα σόσιαλ μίντια, τα κουτσομπολιά δηλαδή, έγινε γνωστή σε όλη την Ελλάδα και τις αποικίες μαζί. Ολος ο αρσενικός πληθυσμός γύμναζε καθημερινά τους μυς της παλάμης για χάρη της.
Κορίτσι της παντρειάς πια, άλλους μπελάδες έβαζε στη Σπάρτη και τον πατριό της τον βασιλιά Τυνδάρεω.
Από όλα τα μέρη της Ελλάδας και του κόσμου ερχόσαντε στη Σπάρτη για να τη ζητήσουν σε γάμο ή ακόμη και μόνο να την πάρουν μάτι.
Επεισόδια και τσακωμοί με τους υποψήφιους γαμπρούς ήταν σε καθημερινή βάση κι ο καημένος ο Τυνδάρεως δεν ήξερε τι να κάνει. Αμα την έδωνε σε έναν, οι άλλοι θα καίγανε τη Σπάρτη με μολότοφ, μην αντέχοντας τη χυλόπιτα αλλά και να μην τη δώκει σε κανέναν ακόμη χειρότερα.
Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε ο Οδυσσέας, Ναι, ο γνωστός πολυμήχανος Οδυσσέας, που έφκιασε εκείνο το άλογο με λέγκο και μπήκαν οι άπλυτοι οι Μυκηναίοι στην Τροία.
Αυτός, όπως και κάθε στρέιτ άντρας της εποχής άλλωστε είχε καθήκον, την έπεσε στην Ελένη αλλά έφαγε πόρτα, καθότι η ξύπνια Ελένη δεν ήθελε ξύπνιο γαμπρό αλλά κάναν μαμούχαλο για να τονε κάνει ο,τι θέλει.
Παρεμπιπτόντως, κι ο Πάτροκλος, ναι ο γνωστός, το κολλητάρι του Αχιλλέα, είχε πάθει επίσης πλάκα μαζί της και πήγε Σπάρτη να τη ζητήσει αλλά κι αυτός έφαγε πόρτα μαζί με τους χάλκινους μεντεσέδες.
Κι ο Αχιλλέας; Καλά, άμα πήγαινε αυτός θα την έπαιρνε με τον τσαμπουκά αλλά ήτανε μικρός ακόμη, άσε που όλη τη μέρα την έτρωγε στα γυμναστήρια για να φκιάσει κοιλιακούς κι έτσι δεν πρόλαβε να πάει.
Αλλά ο Οδυσσέας, σαν πολυμήχανος που ήταν, δεν είχε σκοπό να γίνει ρόμπα, να φύγει με άδεια χέρια και δίχως γκόμενα, τόσο ταξίδι είχε κάνει για.
Λέει λοιπόν στον βασιλιά. «Θα σου πω εγώ πώς θα γλιτώσεις από αυτούς τους λυσσάρηδες τους γαμπρούς αλλά θέλω μια χάρη για αντάλλαγμα. Θα μου δώσεις το χέρι της ανηψιάς σου της Πηνελόπης».
Άλλο που δεν ήθελε ο Τυνδάρεως, να ξεφορτωθεί την ανηψιά, που ήταν μεν τούμπανο κι αυτή αλλά ντροπαλή και χαμηλοβλεπούσα και άντρα δεν γύρναγε να κοιτάξει και μάλλον θα έμενε γεροντοκόρη, να γλιτώσει κιόλας κι από μια ακόμη προίκα. Του έδωσε λοιπόν με χαρά και το χέρι της και μαζί κι όλα τα άλλα τα ανταλλακτικά της.
Ποιο ήταν όμως το κόλπο που σκέφτηκε ο πολυμήχανος;
«Θα βάλεις», είπε, «όλους αυτούς τους ρεμπεσκέδες υποψήφιους γαμπρούς να υπογράψουν στα ΚΕΠ μια δήλωση του νόμου 105, που θα λένε ότι θα προστατεύουν όσο ζουν όποιον κωλόφαρδο από αυτούς πάρει τελικά η Ελένη. Κι ακόμη ότι αν ο όποιος κωλόφαρδος πάθει καμμιά ζημιά, ομού όλοι αντάμα οι υπόλοιποι που θα μείνουν με τον φαλλό ανά χείρας θα κάνουν τα πάντα για να διορθώσουν τη ζημιά».
Ετσι κι έγινε. Υπόγραψαν αναφανδόν, οι μεν ψιλομορφωμένοι κανονικά, οι δε αγράμματοι με μαίανδρο (σταυρό δεν ήξεραν ακόμα αφού) και κάποιοι λέτσοι με μουτζούρα. Οι καψούρηδες υπόγραψαν όλοι γιατί όλοι ήταν μπήχτηδες και σφίχτερμεν και πίστευαν ο καθένας για τον εαυτό του ότι αυτόν θα έπαιρνε η Ελένη.
Και η δήλωση αυτή έμεινε στην ιστορία ως ο «όρκος του Τυνδάρεως».
Κρατήστε τον σε φωτοτυπία γιατί έχει άμεση σχέση με τον Τρωικό πόλεμο όπως θα δούμε μετά.

Εκείνη όμως, η περιζήτητη νύφη, είχε άλλον νταλκά και θα τους άφηνε όλους σύξυλους.
Πριν κάμποσο καιρό, τυχαία, μα εντελώς τυχαία λέμε, κρυμμένη πίσω από κάτι θάμνους, είχε πάρει μάτι τον Μενέλαο, που δεν έλεγε και πολλά σαν εμφάνιση, ένα παιδοβούβαλο ήταν, την ώρα που εκείνος έφκιανε μπάνιο σε μια λίμνη. Βγαίνοντας τσίτσιδος ο Μένιος από το νερό, σήκωσε με το παλαμάρι του ένα μικρό τσουνάμι. Ηταν προικισμένος ο κερατάς, τί να λέμε τώρα.
Από τότες η Ελενίτσα είχε πέσει σχεδόν σε κατάθλιψη κι αντί για γάλα το πρωί έπινε μια κούπα χυμό γαϊδουράγκαθου και τσουκνίδας σε αναλογία 2 προς 1, που είναι γνωστόν τοις πάσι οτι είναι αγχολυτικό, με κίνδυνο να φκιάσει κυτταρίτιδα, που θα ήταν καταστροφικό για την καριέρα της και γι αυτό για αντικυτταριδικό έβανε πλάκες από αλόη στα μπούτια (όπως κάνουν και σήμερα πολλές δηλαδή). Από τη μία σκεφτόταν τις ρομαντικές βραδιές στις Αφίδνες με τον Θησέα, από την άλλη την είχανε περικυκλώσει όλα τα μπακούρια του κόσμου και τώρα είχε έρθει και το τσουνάμι του βαρκάρη του Μενέλαου να την αποτελειώσει.
Και μια μέρα, αφού είχαν ορκιστεί τα ρεμάλια και είχαν υπογράψει, ο Τυνδάρεως μάζεψε όλους τους καψούρηδες στη μεγάλη σάλα του παλατιού και τους έβαλε σε παράταξη σαν πασαρέλα. Και ίσα που χώρεσαν όλοι γιατί ήσαντε πάνω από καμμιά τριανταριά οι μαντράχαλοι, μαζί κι Μενέλαος φυσικά.
Και μετά φώναξε την Ελένη και με ευγενικό και στοργικό ύφος, όπως αρμόζει σε έναν βασιλιά προς την κόρη του, της είπε:
«Διάλεξε μωρή ξιπασμένη εδώ και τώρα αλλιώς σε πετάω στον Καιάδα».
Εκείνη το έπαιξε διστακτική για λίγο, όπως αρμόζει σε μια πριγκίπισσα αλλά την απόφασή της την είχε πάρει. Μη μπορώντας και βασικά μη θέλοντας να ξεχάσει την εικόνα εκείνη στη λιμνούλα με το τσουνάμι, η Ελένη σήκωσε με χάρη το όμορφο χέρι της κι έδειξε, στοχεύοντας αρκετά χαμηλά είναι η αλήθεια κι όχι καταπρόσωπο, προς τη μεριά του παιδοβούβαλου του Μενέλαου, λέγοντας με τρεμάμενη από πόθο αλλά αποφασιστική φωνή:
«Αχχχ, αυτόν θέλω!!!».



Ητανε κι' ο Mενέλαος.
Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
- Aυτόν θέλω.
- Tο σκέφτηκες καλά;
- Nαι, καλέ μπαμπά.



Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.
- Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
- Kαλύτερος εγώ;
- Kαλέ, ξερολούκουμο.
Ύστερα στέναξε.
- Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.
Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
- Πάμε να φύγουμε.
- Πού να πάμε;
- Στον τόπο σου.
Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.