Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Τρίτη της Διακαινησίμου στο Μαλακώντα


























ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Παναγία η Πορταΐτισσα

Στην Ιερά Μονή των Ιβήρων βρίσκεται η θαυματουργή Εικόνα Πορταΐτισσα, η οποία κατά την παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Έχει διαστάσεις 137 εκατοστά ύψος και 94 πλάτος, το δε βάρος 96 κιλά, μαζί με τα αναθήματα και τα λοιπά. Η αυστηρή έκφραση του ιερού προσώπου Της, τονιζόμενη από την επιβλητική, καθηλωτική ματιά Της, προξενεί το δέος.

Δόθηκε το προσωνύμιο τούτο στην Παναγία, επειδή είναι τοποθετημένη η ιερά εικόνα στο παρεκκλήσιο της μονής Ιβήρων που ευρίσκεται αριστερά της κεντρικής Πύλης.

Αυτή η εικόνα ήταν κτήμα μιας ευλαβούς χήρας στη Νίκαια, όταν εικονομάχοι στρατιώτες την ανακάλυψαν στο σπίτι της, μπροστά απ' την οποία έκαιγε ακοίμητη καντήλα. Με την υπόσχεση χρημάτων η σώφρων χήρα πήρε μια μέρα παράταση και τη νύχτα έριξε, με το γιό της μαζί, την Εικόνα στη θάλασσα, η οποία ξαφνικά στάθηκε όρθια και έπλεε προς την Ελλάδα. Εκείνος ο γιος, για να μη τον συλλάβουν, ήρθε στη Θεσσαλονίκη και μετά στο Άγιο Όρος. Κανείς δεν ξέρει που βρισκόταν 170 χρόνια η Εικόνα, απ' το 829 που έπεσε στη θάλασσα ως το 1004 που βγήκε στην Ιβήρων.



Κάθονταν οι παλαιοί άγιοι Γέροντες της Ιβήρων και μιλούσαν περί σωτηρίας ψυχής, όταν ξαφνικά βλέπουν μέσα στη θάλασσα μια λάμψη. Μαζεύτηκαν όλοι οι Μοναχοί του Όρους, και με βάρκες θέλησαν να πάνε στο περίεργο και θαυμαστό σημείο. Μπόρεσαν μόνο να διακρίνουν ότι ήταν μία εικόνα της Θεοτόκου, διότι όσο πλησίαζαν τόσο η εικόνα απομακρυνόταν. Όποτε οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία και ικέτευαν θερμώς τον Πανάγαθο να τους επιτρέψει να πάρουν την αγία Εικόνα. Πράγματι ο Θεός άκουσε τη δέηση τους και απάντησε ως έξης.

Έξω απ' το Μοναστήρι ασκήτευε κάποιος Μοναχός Γαβριήλ από την Ιβηρία. Ήταν απλός, αναχωρητής, αδιαλείπτως έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό και ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η τροφή του ήταν τα βότανα του βουνού και ποτό του το νερό και μέρα-νύχτα μελετούσε το νόμο του Κυρίου. Ενώ προσευχόταν, νύσταξε λίγο, έκλεισε τα μάτια του και βλέπει την αγία Θεοτόκο με ιδιαίτερη λαμπρότητα και του λέει «πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου» μετά βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας. Μόλις είπε αυτά η Παναγία, χάθηκε απ' τα μάτια του Γαβριήλ.

Μετά πήγε στο Μοναστήρι, είπε το νέο και οι Πατέρες με πομπή και Θεομητορικούς ύμνους πήγαν προς την παραλία. Ο Γέρων Γαβριήλ περπάτησε λίγο στη θάλασσα και αμέσως η εικόνα ήρθε στην αγκαλιά του. Οι Πατέρες με πολλή ευλάβεια και χαρά την υποδέχτηκαν και έκαμαν ολονύκτιες αγρυπνίες και δεήσεις και Λειτουργίες επί τρία μερόνυχτα, για να ευχαριστήσουν τον Θεό και την Παναγία. Την έβαλαν στο ναό της Μονής, αλλά εκείνη έφευγε και στεκόταν πάνω από την πύλη του Μοναστηριού. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου ξαναπαρουσιάστηκε η Παναγία στον Γέροντα Γαβριήλ και του λέει:

«Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ' αυτήν και στην μέλλουσα ζωή και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ' αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο, όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψει απ' το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού».

Όταν τα άκουσε αυτά ο ασκητικός και θεοφόρος πατήρ Γαβριήλ έρχεται βιαστικά στο Μοναστήρι και τα αναφέρει στον ηγούμενο ο όποιος χάρηκε πολύ, συνάθροισε την αδελφότητα και διατάζει να κτισθεί στην είσοδο της Μονής ειδικό παρεκκλήσιο για την φύλακα της Μονής θαυματουργή Εικόνα.

Λέγεται, μάλιστα, ότι εάν χαθεί η εικόνα από την θέση της, τότε θ' αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου μας. Η Αγία αυτή εικόνα φέρει στο κάτω μέρος της σιαγόνος της Θεοτόκου μία ουλή από το μαχαίρι ενός πειρατή. Από την ουλή αυτή έρευσε αίμα, το οποίο πηγμένο διακρίνεται και σήμερα επάνω στην εικόνα.















Ο ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

Τον παλαιό καιρό ένας οδοιπόρος ξεκίνησε από την έρημο του Άθωνος και οδοιπορώντας όλη την ήμερα, το απόγευμα έφτασε στη Μονή των Ιβήρων. Επειδή βιαζόταν, δεν μπήκε μέσα. Ζήτησε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, ο όποιος δεν του έδωσε, και νηστικός και πικραμένος συνέχισε την πορεία του προς τις Καρυές. Σε 20 περίπου λεπτά από τη Μονή κάθισε ο οδοιπόρος σε μία πέτρα να ξεκουραστεί λίγο αναλογιζόμενος το γεγονός με δάκρυα και στενάζων κατά του πορτάρη. Τότε άκουσε βήματα, σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μία σεμνή γυναίκα, που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδί.

Τον πλησιάζει και τον ρωτάει με συμπονετικό ύφος: «τι έχεις και κλαις; μήπως είσαι άρρωστος;» «Όχι» άπαντα ο οδοιπόρος, «δεν είμαι άρρωστος, αλλά πεινάω ζήτησα από τον πορτάρη των Ιβήρων λίγο ψωμί και δεν μου έδωσε». Η Γυναίκα του λέει: μη λυπάσαι, τέκνον, κατά του θυρωρού, διότι θυρωρός της Μονής των Ιβήρων είμαι εγώ. Πάρε αυτό το φλουρί, γύρισε στο Μοναστήρι και αγόρασε με αυτό ψωμί κι εγώ θα σε περιμένω εδώ. Ο οδοιπόρος πείθεται και επιστρέφει στο Μοναστήρι, βρίσκει τον πορτάρη και ζητεί ν' αγοράσει ψωμί δίνοντας και το φλουρί, που καθώς είπε του το δώρισε μια γυναίκα.

Όταν ο πορτάρης άκουσε για γυναίκα σαν να κατάλαβε, και μόλις είδε και το φλουρί θαύμασε και έσπευσε να χτυπήσει την καμπάνα να συναθροισθούν οι Πατέρες και να τους αναφέρει το συμβάν. Συγκεντρώθηκαν οι Πατέρες και μόλις άκουσαν το παράδοξο γεγονός έμειναν κατάπληκτοι. Διαπίστωσαν ότι το φλουρί που έφερε ο οδοιπόρος ήταν από παλιά αφιερωμένο στην Εικόνα της Πορταΐτισσας, το οποίο με πολλή ευλάβεια ξανατοποθέτησαν και πάλι προ της αγίας Εικόνας. Αμέσως όλοι μαζί πήγαν στον τόπο της εμφανίσεως της γυναίκας, 20 λεπτά απ' το Μοναστήρι προς τις Καρυές, και δεν βρήκαν κανένα. Σε ανάμνηση του θαύματος έστησαν εκεί ένα μικρό προσκυνητάρι.

Κατά το 1960 ο Ιερομόναχος Μάξιμος Πνευματικός Ιβηρίτης ανήγειρε ναΰδριο στον τόπο εκείνο του θαύματος προς τιμήν της Πορταΐτισσας Θεοτόκου. Εδώ ερχόταν ο Γέροντας κάθε δειλινό και άναβε το καντήλι στην Εικόνα της αναπαράστασης του θαύματος κάτω απ' το δέντρο. Μια βραδιά ακούει φωνή απ' την Εικόνα: «θέλω εκκλησία εδώ». Ξαφνιάστηκε, σταυροκοπήθηκε και δεν είπε τίποτα, μήπως ήταν ιδέα του. Την άλλη βραδιά πάλι τα ίδια. και τρίτη φορά ακούστηκε η φωνή και ο Γέροντας απάντησε «δεν μπορώ» και η Παναγία του είπε: «θα σε βοηθήσω εγώ». Τότε ο Γέροντας κουβάλησε δυο χρόνια πέτρες απ' το ποτάμι, καθάρισε τον τόπο απ' τα βάτα και τ' άγρια ξύλα, ο μάστορας δούλεψε πρόθυμα και έγινε ένα ωραιότατο εκκλησάκι που οι ξένοι επισκέπτες δεν χορταίνουν να το βγάζουν φωτογραφίες.








O ΑΓΙΟΣ ΒΑΡΒΑΡΟΣ

Σύμφωνα με τις ιστορικές παραδοσιακές πληροφορίες, η μεγάλη σε μέγεθος εικόνα της Πορταΐτισσας, η οποία φέρει κάτω από τη δεξιά σιαγόνα τραύμα με ξηραμένο αίμα, κτυπήθηκε με το ξίφος ενός Άραβα, ο οποίος ονομαζόταν Ραχάι και ήταν αρχηγός ενός πειρατικού στόλου. Όταν ο στόλος αυτός έπλευσε στη θάλασσα των Ιβήρων, ο Ραχάι έστειλε πειρατές, να κουρσέψουν τη Μονή. Αυτοί όμως δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν την εντολή του αρχηγού τους, διότι εμποδίστηκαν από μία Γυναίκα και γύρισαν στα πλοία τους άπρακτοι.

Όταν ο Ραχάι άκουσε τη δικαιολογία των συντρόφων του, τους ονείδισε και αμέσως έτρεξε εναντίον της Μονής κραδαίνοντας το ξίφος του. Όταν είδε την αγία εικόνα της θείας Πορταΐτισσας, με θυμό τη χτύπησε με το ξίφος του. Από την πληγή άρχισε να ρέει άφθονο αίμα, που τον περιέλουσε. Στη θέα του αίματος από το φρικτό θαύμα, άρχισε να τρέμει, και μετανοώντας για την ασέβεια του ζήτησε συγχώρηση. Κατόπιν βαπτίστηκε και έγινε μοναχός και κλαίγοντας για το αμάρτημά του».

Τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του έμεινε εμπρός στην αγία εικόνα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο ναό της Πορταΐτισσας. Παρακαλούσε δε τους αδελφούς της μονής Ιβήρων, να μη τον αποκαλούν με το ασκητικό του όνομα Δαμασκηνό, αλλά «Βάρβαρο», άξεστο, βάναυσο. Ο Άγιος Βάρβαρος τόσο πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε ύστερα από το θάνατό του έδειξε σημεία αγιότητας. Μέχρι σήμερα ονομάζεται «άγιος Βάρβαρος», εορτάζει στις 15 Μαΐου. Το λείψανό του, κατά την ανακομιδή, βρέθηκε ακέραιο και απέπνεε άρωμα. Το έκλεψαν οι Λατίνοι, μαζί με χίλια άλλα λείψανα της Μονής.





Παράκληση της Λαμπροτρίτης στην Παναγιά την Ιβηρίτισσα



Ψαλλόμενος την Τρίτην της Διακαινησίμου.

Ευλογήσαντος του Ιερέως λέγομεν το:

Κυριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία Σου, επάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη Σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου Σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν Σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου· εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέν με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· και ηκηδίασεν επ' εμέ το πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων και εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις Σου, εν ποιήμασιν των χειρών Σου εμελέτων. Διεπέτασα προς Σε τας χείράς μου· η ψυχή μου ως γη άνυδρός Σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κυριε, εξέλιπε το πνεύμά μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν Σου απ' εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός Σου, ότι επί Σοι ήλπιςα. Γνώρισόν μοι, Κυριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς Σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κυριε, ότι προς σε κατέφυγον· δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά Σου, ότι Συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμά Σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία· ένεκεν του ονόματός Σου, Κυριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη Σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου. Και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου, και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου· ότι εγώ δούλός Σου ειμι.

Θεός Κύριος ...;, και ευθύς τα επόμενα Προσόμοια.

Ήχος Δ .

Τη θαυμαστή σου Πορταΐτισσα σκέπη δι' ης λυτρούται ημάς πάσης ανάγκης προστρέχομεν εκάστοτε κραυγάζοντες θερμώς· ώσπερ πάλαι έδειξας, εφ½ ημίν την σην χάριν, ούτω και νυν Δεσποινα, μη ελλείπης εις τέλος, ως επηγγείλω σκέπειν και φρουρείν, τους αδιστάκτω ψυχή, προσιόντάς σοι.

Δόξα, και νυν. Ομοιον.

Η ευκλεής και παναγία Εικών σου, ώσπερ εχέγγυον ημίν σωτηρίας, τη ση προνοία Αχραντε δεδώρηται, Ηνπερ θησαυρίσασα η Μονή των ½Ιβήρων, πάσης απαλλάττεται, δια σου επηρείας, και συν αυτή ελπίδος αρραγούς, πληρούται Κορη, και πας ο προστρέχων σοι.

Ψαλμός 50

Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστιν δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν Σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις Σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί Σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήμφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέν με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας Σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι· πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς με αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν Σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου Σου και το Πνεύμα Σου το Άγιόν μη αντανέλης απ' εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου Σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήρισόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς Σου, και ασεβείς επί Σε επιστρέψουσιν. Ρύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην Σου. Κυριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν Σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξ ουθενώσει. Αγάθυνον, Κυριε, εν τη ευδοκία Σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλημ. Τοτε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα· τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Και ευθύς ψάλλομεν τον Κανόνα.

Ήχος πλ. Δ .

Ωδή Α . Αρμστηλάτην Φαραώ.

Τα μεγαλεία της σεπτής εικόνος σου, ανευφημείσαι τολμών, εν υλική γλώσση, και ρυπώσι χείλεσι· της πυριμόρφου δέομαι καθαρσίου λαβίδος ης ΗσαΣας ηξίωται, Μητηρ του Θεού απειρόγαμε.

Ρώσιν και χάριν αληθή και έλεος, η ση αγία Εικών, δαψιλώς βλυστάνει, ως πηγή ακένωτος, και θλίψεων του; άνθρακας, καταπαύει Παρθένε, δρόσω της σης αγαθότητοτ πάντων τας καρδίας ευφραίνουσα.

Οδυνηρών επιφορών απάλλαξον, και νοσημάτων δεινών, και των εν βίω Κορη περιστάσεων, τους ευλαβώς προστρέχοντας, τη σεπτή σου Εικόνι, τη δοξασθείση Πανάχραντε, τη επισκιάσει της δόξης σου.

Ύπερθεν Κορη των πυλών ηυδοκήσας, της των Ιβήρων Μονής, το θεοειδές σου σωθήναι Εκτύπωμα· εντεύθεν Πορταϊτισσα, φερωνύμως εκλήθης, ως θυρωρός αυτεπάγγελτος, ταύτης σου της ποίμνης και πρόμαχος.

Ωδή Γ'. Ουρανίας αψίδος.

Ρύσαι πάσης ανάγκης, και προβολής Άχραντε, ταύτην σου την ποίμνην Παρθένε, ανακειμένην σοι, και πάσαν άδικον βουλήν διάλυε τάχος κατ' αυτής δεόμεθα, ω Πορταΐτισσα.

Εν τη ση προστασία και μητρική χάριτι, και συμπαθεστάτη προνοία και αντιλήψει σου, αεί προστρέχοντες, οι τον σον κλήρον οικούντες Κορη Πορταΐτισσα, διασωζόμεθα.

Ιλαστήριον θείον, ως αληθώς έδειξας, ημίν Πορταΐτισσα Κορη, το σον Εκτύπωμα, ω προσπελάζοντες, ψυχών ομού και σομάτων, ίασιν λαμβάνομεν, τη ση χρηστότητι.

Παραδόξως αφίκται, η ση Εικών Άχραντε, πάλαι εκ Νικαίας εν Άθω τη ευδοκία σου, και υπέρ ήλιον, της αρωγής σου αστράπτει, πάσι τα δωρήματα, τοις σε δοξάζουσι.

Διάσωσον ω Πορταΐτισσα Παναγνε Θεοτόκε, πάσης βλάβης και αναγκών τε και θλίψεων, τους ολοψύχως προστρέγοντας τη ση σκέπη.

Επίβλεψον εν ευμενεία, Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις παρά του Ιερέως. Κύριε ελέησον ιε καv μετά την εκφώνησιν το παρόν Καθισμα.

Ήχος Β . Πρεσβεία θερμή.

Προστάτις θερμή, και μέγα καταφύγιον, και σκέπη στερρά, και σύμμαχος και έφορος, υπάρχεις Πορταΐτισσα, των την σην εκζητούντων βοήθειαν διο λύτρωσαι πάσης απειλής, ως υπέσχου Πανάμωμε.

Ωδή Δ', Συ μου ισχύς.

Όλη ψυχή, και διανοία προστρέχομεν, Θεοτόκε τη αγαθότητι, και εκβοώμεν σοι εν κλαυθμώ κλίνόν σου τα ώτα, εις τας φωνάς ημών Άχραντε, και πλήρου τας αιτήσεις, Πορταΐτισσα Κορη, τας ημών ως Θεού Μητηρ εύσπλαγχνος.

Ρησεις τας σας, ας απεφήνω,Πανάχραντε, περί ταύτης, της κληρονομίας σου, πλήρου Παρθένε ως συμπαθής, και μη αποστήσης, εκ ταύτης την προστασίαν σου· ημάρτομεν γαρ Κορη, αλλά σοι καθ' εκάστην, τας ελπίδας ημών αναφέρομεν.

Τας ψυχικάς, ημών οδύνας θεράπευσον, και τας νόσους, πάσας τας τους σώματος, τας δυσφορήτους και χαλεπάς, ίασαι Παρθένε, και θείω φόβω στοιχείωσον, ημών τας διανοίας, Πορταΐτισσα Κορη προς Θεού θελημάτων εκπλήρωσιν.

Νομοι εν σοι, φύσεως κεκαινοτόμηνται, Θεομήτορ, πάντα υπέρ φύσιν γαρ, τα κατά σε και καινοπρεπή· και γαρ παραδόξως, η θάλασσα την Εικόνα σου, Μονή τη των Ιβήρων, ασινή εξαισίως, παρέδωκε φέρουσα Δεσποινα.

Ωδή Ε . Ίνα τι με απώσω;

Ίνα τι ελαμπρύνθη, η δεδοξασμένη Εικών του προσώπου σου, και εμεγαλύνθη, υπέρ, λόγον Αγνή Πορταΐτισσα; ξένως γαρ ως ήκεν, ημιίν ποτέ δια θαλάσσης ούτω ξένα εργάζεται θαύμιατα.

Των δαιμόνων τα θράση, καθ' ημών κατάβαλε Θεοχαρίτωτε, και των μελετώντων, πονηρά και κενά Πορταΐτισσα, κατά του σου Όρους, ο ηρετίσω ως οικείον, τας δεινάς σκευωρίας ματαίωσον.

Ιεράν σε κρηπίδα, και απεριδόνητον ιεράν άγκυραν, κεκτημένοι Κορη, οι σοι δούλοι, προς σε καταφεύγομεν· διο τας σπιλάδας των πειρασμών, και καταιγίδας, ως αφρούς θαλαττίους διάλυσον.

Σωτηρίας προς τρίβον, και προς μετανοίας οδόν την σωτήριον, ίθυνον Παρθένε, τους θερμώς πρθσιόντας τη σκέπή σου, και μετά το τέλος υπέρ ημών ως επηγγείλω, αγαθά τω Θεώ ημών λάλησον.

Ωδή ΣΤ . Την δέησιν εκχεώ προς Κυριον.

Σωμάτων σε, ιατήρα άμισθον, των ψυχών θεραπευτήν κεκτημένοι, ως αληθώς Πορταΐτισσα Κορη, τη ευκλεεί σου εικόνι προστρέχομεν, και εξ αυτής τας δωρεάς, της ευνοίας σου πίστει λαμβάνομεν.

Ακύμαντος των κυμάτων ύπερθεν, διαπλεύσασα η θεια Εικών σου, ήκεν ημίν ως λιμήν σωτηρίας, και των δεινών κατευνάζει τα κύματα, γαλήνην δε την αληθή, πρυτανεύει ημίν Πορταίτισσα.

Την πύλην μοι, της ζωής υπάνοιξον, αφαρπάζουσα πυλών με του Άδου, η Πυλωρός της Μονής των Ιβήρων, ονομασθήναι θελήσασα Δεσποινα, αποκοπήν μοι των χρεών, των πολλών μου ευσπλάγχνως βραβεύθυσα.

Ηγίασται, αληθώς η θάλασσα, διαπλεύσει της αγιας Μορφής σου, η δε Μονή των Ιβήρων ως πλούτον, της αρωγής σου αυτήν υπεδέξατο, άπας ο Άθως δε αυτήν, ως ελπίδος πυρσόν κατεπλούεησε.

Διάσωσον ω Πορταίτισσα Παναγνε Θεοτόκε, πάσης βλάβης και αναγκών τε και θλίψεων, τους ολοψίχως προστρέχοντας τη ση σκέπη.

Άχραντε η δια λόγου τον λόγον ανερμηνεύτως, επ' εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικην παρρησιαν.

Αίτησις παρά του Ιρέος. Κυριο ελέησον ιε', και το παρόν Κοντάκιον.

Ήχος β . Τοις τον αιμάτων σου.

Ως προστασίαν και σκέπην και έφορον, ο περιώνυμος κλήρός σου Άχραντε, υμνεί σε αεί Πορταΐτισσα, και εκ βαθέων ψυχής ανακράζει σοι· απαύστως με φύλαττε Δεσποινα.

Και ευθύς το Προκείμενον.

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στιχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Εκ του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου, το Ανάγνωσμα.

Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ, επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής, εις πόλιν Ιούδα, και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου, και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία Αυτής· και επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ, και ανεφώνησε φωνή μεγάλη, και είπεν· Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου. Και πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με; Ιδού γαρ, ως εγένετο η φωνή του ασπασμού Σου εις τα ώτά μου, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία μου. Και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου. Και είπε Μαριάμ· Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, και ηγαλλίασε το πvεύμά μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου. Ότι επέβλεψεν επί τηv ταπείvωσιν της δούλης Αυτού· ιδού γαρ, από του νυv μακαριούσί με πάσαι αι γεvεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο Δυvατός, και άγιοv το το όvομα Αυτού. Έμεινε δε Μαριάμ συv αυτή ωσεί μήvας τρεις, και υπέστρεψεν εις τον οίκοv αυτής.

Δοξα. Ήχος Β .

Ταις της Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

Και νυν.

Της Πορταϊτίσσης ταις θείαις ικεσίαις, εξάλειφον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

( Έπειτα). Ελέησον με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.

Ήχος πλ. Β . Όλην άποθέμενοι.

Έχει σε Πανάχραντε, το μέγα Όρος του Άθω, μέγα καταφύγιον, οικεία χρηστότητι και διάσωσμα· δια σου πάσης γαρ, θλίψεως λυτρούται· Πορταΐτισσαν δε άγρυπνον, ώσπερ ηυδόκησας Μανδρα των Ιβήρων τι ένδοξος. Αλλ' ω θεοχαρίτωτε, δίδου ημίν πάσιν την χάριν σου, και μη αποστρέψης, το πρόσωπόν σου Κορη αφ' ημών, άχρι τερμάτων αιώνος δε, φύλαττε τους δούλους σου.

Είτα ο Ιερεύς: Σώσον ο Θεός τον λαόν σου κ.τ.λ. Κύριε ελέησον ιβ', και ευθύς, αι λοιπαί ωδαί.

Ωδή Ζ'. Παίδες Εβραίον εν καμίνω.

Νοσους ποικίλας θεραπεύει, και ακάθαρτα πνεύματα διώκει, της Εικόνος της σης η χάρις Θεοτόκε· εντεύθεν Πορταΐτισσα, πάσα γλώσσα σε δοξάζει.

Δυναμιν δίδου Θεοτόκε, του πατείν ημάς εχθρού τας πανουργίας, και συμμάχει ημίν, αεί ως καθυπέσχου, κατά του πολεμήτορος, καθ' ημών ωρυομένου.

Έλαιον άλευρον και οίνον, ως επλήθυνάς ποτε εν τη Μονή σου, ούτω δίδου Αγνή, τοις σοις ικέταις πάσι, της μητρικής ευνοίας σου, τας πλουσίας ευλογίας.

Σκέπε την σην κληοονομίαν, Πορταΐτισσα εκ πάσης επηρείας· ότι άπας προς σε, ο Άθως ατενίζει, εν ευκαιρίαις Άχραντε, και εν θλίψεσι του βίου.

Ωδή Η . Τυν εν Όρει άγίω δοξασθέντα.

Εν εσπέρα πρωί, και μεσημβρία· εν ημέρα, νυκτί και πάση ώρα και εν παντί καιρώ καθικετεύω σε, στένων και δακούων, ασπάζομιαι φόβω σην σεπτήν Εικόνα.

Ίασαί μου τα πάθη της καρδίας φώτισόν μου τον νουν εσκοτισμένον όντα, και την ψυχήν μου τεθνηκυίαν ζώωσον, και υιόν ημέρας, και φωτός με δείξον, Δεσποινα κληρονόμον.

Σε αινούσιν, αγγέλων πανηγύρεις, και υμνούσιν ανθρώπων ομηγηρεις· και ουρανός και γης και θάλασσα, πάναγνε κυρίως ανυμνολογούσι την σην σεπτήν Εικόνα.

Χαίρε, πύλη, και γέφυρα και κλίμαξ, εκ θανάτου προς την αθανασίαν, δι' ης χωρούμεν διαπεραιούμενοι, την υγράν του βίου θάλασσαν και γήθεν, υψούμεθα προς πόλον.

Ωδή Θ . Εξεστη επί τούτω ο ουρανός.

Ως θάλαμον ωραίον και φαεινόν, ως ευώδη νυμφώνα Πανάμωμε, ως ευανθή, κήπον και παράδεισον ευθαλή, ως νοητόν αγίασμα, ως χρυσοπορφύρωτον κιβωτόν, ως έμψυχον χωρίον, και πύρινον ως θρόνον, την σην Εικόνα ονομάζομεν.

Ισχύν και θυμηδίαν εν τοις δεινοίς, και παράκλησιν Κορη εν θλίψεσι, δίδου ημίν, τοις υπό την σκέπην σου την σεπτήν, Παρθένε Πορταΐτισσα, πίστει καταφεύγουσιν ακλινεί, συγχώρησιν πταισμάτων, ημίν εξαιτουμένη, και μετοχήν ζωής της κρείττονος.

Μη παύση περισκέπουσα εν παντί, το περίβλεπτον Όρος Άχραντε, το ευλαβώς, Κορη εν ημέρα τε και νυκτί, το Άγιόν σου όνομα, φέρον εν τω στόματι και νοϊ, παρέχουσα εν τούτω της σης επιστασίας, χειρί πλουσία τα γνωρίσματα.

Ναμάτων ψυχοτρόφων και γλυκερών, ως πηγή σωτηρίου ακένωτος, βλύζεις αεί, ρείθρα τα θεόβρυτα μυστικώς, και άπασαν, την Ποίμνην σου, άρδεις και ευφραίνεις προφητικώς αλλά και μετά τέλος, ημάς ακατακρίτους, τω σω Υιώ Αγνή παράστησον.

Η άχραντος Εικών σου και ευκλεής, ώσπερ ήλιος Κορη υπέρλαμπρος, αίγλη τη ση, εκ των Ιβήρων σεπτής Μονής, αστράπτει εν τω Όρει σου, και εις πάντα κόσμον υπερφυώς, και λύει παθημάτων, την νύκτα Θεοτόκε, ταις των θαυμάτων αναλάμψεσι.

Νοός μου την ομίχλην την χαλεπήν, τω φωτί του προσώπου σου δέομαι, λύσον Αγνη, και τα της ψυχής μου πάθη δεινά, θεράπευσον και σώσον με, εκ της δυναστείας του πονηρού, και ώρα του θανάτου, εξάρπασόν με Κορη, εκ των χειρών του κοσμοκράτορος.

Άξιον εστίν ως άληθώς ...; και τα Μεγαλυνάρια.

Πρόσδεξαι τους ύμνους Μήτερ Αγνή, ους εν τω Ναώ Σου, Σοι προσφέρομεν ευλαβώς, και δος ημίν χάριν, του προσκυνείν αξίως, την πάνσεπτον Εικόνα Σου Πορταίτισσα.

Ήκε ξενοτρόπως η ση Εικών, εν τω Όρει Άθω, και έδόθη ως θησαυρός, τη Μονή Ιβήρων, Αγνή θεογεννήτορ· διο υμνολογούμεν τα σα θαυμάσια.

Χαίρε των Αγγέλων η χαρμονή, και Μονής Ιβήρων, Πορταΐτισσα αρωγή, και παντός του κόσμου εξαίρετος Προστάτις, και κηδεμών και σκέπη Θεογεννήτρια.

Στήλη θεοτύπωτος εμφανής, της περί ημάς σου, προστασίας η ση Εικών, πελει Θεοτόκε· διο άπας ο Άθως και μεγαλύνει σε Πορταΐτισσα.

Σκέπε την Μονήν σου πάσης οργής, και βλάβης Παρθένε, και μανίας του δυσμενούς, και εν ώρα δίκης, ημάς ακατακρίτους, φύλαξον Θεοτόκε τους πεποιθότας σοι.

Τους του Όρους Άθω Καθηγητάς, Μοναστάς Μιγάδας, Ιεραρχας και Αθλητάς, Ομολογητάς τε, Ποιμένας και Οσίους, των Μοναστών τα πλήθη, ύμνοις τιμήσωμεν.

Πάσαι των, Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι άγιοι πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.

Το Τρισάγιον κ.λ.π.

Και τα Τροπάρια.

Ήχος Β . Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν.

Παντας τους προστρέχοντας πιστώς, τη ση κραταιά προστασία, την Εικόνα σου, χάριν τε και έλεος, ημίν πηγάζουσαν, μετά φόβου και πίστεως, Αγνή προσκυνούντας, σώζε Πορταΐτισσα, πάσης στενώσεως πάσης προσβολής εναντίας και οδυνηρών συμπτωμάτων, και των εν βίω περιστάσεων.

Ήχος πλ. Δ

Δέσποινα, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Ήχος Β

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξον με υπό την σκέπην Σου.

Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών.

Απολυτίκιον της Πορταϊτίσσης.

Ήχος Α . Του λίθου σφραγισθέντος.

Την θείαν Σου Εικόνα δεδεγμένοι εν θαύματι, Πυλωρόν Παρθένε και σκέπην και Προστάτιδα έχομεν, του κλήρου σου οι τρόφιμοι αεί, και Σου ως αφομείωμα ημείς, την Αυτήν Σου προσκυνούντες από ψυχής, βοώμεν σοι Θεοτόκε· δόξα τη παναγάθω Σου βουλή, δόξα τη προστασία Σου, δόξα τη προς ημάς Αγνή θεία προνοία Σου.

Κοντάκιον.

Ήχος πλ. Δ . Το προσταχθέν μυστικώς.

Των μοναστών η πληθύς δεύτε του Άθω, ανευφημήσωμεν πιστώς εν θείοις ύμνοις, την Πανάχραντον Παρθένον και Θεοτόκον, Ιβήρων της σεβασμίας θείας Μονής την μόνην κηδεμονίαν και θυρωρόν, και του Όρους την Έφορον, αναβοώντες εκτενώς, χριστιανών το στήριγμα, Χαίρε Κορη Μητρόθεε.







Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ

Το 1651 Ιβηρίτες μοναχοί δοκίμαζαν οικονομική στενότητα, γι’ αυτό ανέθεσαν στη Θεοτόκο να μεριμνήσει για τη συντήρησή τους. Αμέσως η φιλόστοργη Μητέρα έτρεξε για εξεύρεση πόρων με το ακόλουθο χαριτωμένο θαύμα.

Εκείνη την περίοδο ήταν βαριά άρρωστη η κόρη του τσάρου της Ρωσίας Αλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τα πόδια της ήταν παράλυτα και για τους γιατρούς αθεράπευτα.

Τη θλίψη της πριγκίπισσας και των βασιλέων γονέων της έρχεται τώρα να μεταβάλει σε χάρη η θαυματουργή Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μια νύχτα στον ύπνο της, κι αφού της έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε να τη θεραπεύσει της λέει:

– Να πεις στον πατέρα σου να φέρει από την μονή των Ιβήρων την εικόνα μου την Πορταΐτισσα.

Το πρωΐ η άρρωστη διαβίβασε την εντολή κι αμέσως ξεκίνησε έκτακτη αποστολή, για να μεταφέρει στους Ιβηρίτες μοναχούς την επιθυμία του τσάρου. Εκείνοι φοβήθηκαν μήπως η εικόνα δεν επιστραφεί, και αποφάσισαν να στείλουν ένα πιστό αντίγραφο με τιμητική συνοδεία τεσσάρων ιερομονάχων.

Μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός της σεπτής εικόνας στη Μόσχα, η πόλη άδειασε. Όλοι, βασιλείς και λαός, έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Στ’ ανάκτορα όμως η πριγκίπισσα κοιτόταν στο κρεβάτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμή ζήτησε τη μητέρα της και τότε πληροφορήθηκε το μεγάλο γεγονός.

– Τι; φώναξε. Έρχεται η Παναγία, κι εμένα μέ άφησαν εδώ;

Πήδηξε αμέσως από το κρεβάτι, ντύθηκε και έτρεξε να υποδεχθεί κι εκείνη την Παναγία. Ο κόσμος είδε την παράλυτη πριγκίπισσα και τα έχασε. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν από την άλλη μεριά έφθασε η αγία εικόνα κι έγινε η τελετή της υποδοχής και της προσκυνήσεως.

– Μεγαλειότατε, είπαν οι απεσταλμένοι, προσφέρουμε τη σεπτή αυτή εικόνα σαν δώρο στο ευσεβές ρωσικό έθνος.

– Σας ευχαριστώ, είπε συγκινημένος ο τσάρος. Σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου σας παραχωρώ μία από τις καλύτερες μονές της πρωτεύουσας, τον άγιο Νικόλαο. Επίσης ετήσιο επίδομα από 2.500 ρούβλια, ατέλεια σε ότι εισάγετε στην χώρα μου, καθώς και δωρεάν μετακίνηση των απεσταλμένων σας.

Το μετόχι αυτό παρέμεινε στην κυριότητα της μονής Ιβήρων μέχρι το 1932 και της εξασφάλιζε τόσα έσοδα, ώστε κάλυπτε όλες σχεδόν τις υλικές της ανάγκες.































Η ΚΑΝΔΗΛΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟΥ

Στη σεβάσμια μονή των Ιβήρων, κατά την ετήσια αγρυπνία της πανήγυρης της σεπτής εικόνας της Παναγίας Πορταΐτισσας (15 Αυγούστου), είχε κληθεί να ψάλει ο περίφημος Ρουμάνος μουσικός και καλήφωνος Νεκτάριος, ο λεγόμενος Βλάχος. Η μονή, για να τιμήσει τον επισκέπτη, όπως ήταν συνήθεια, του παραχώρησε το δεξιό αναλόγιο. Αυτό δεν άρεσε στους ψάλτες της μονής, οι οποίοι ήθελαν να επιδείξουν τη μουσική τους κατάρτιση και τις ψαλτικές τους ικανότητες. Γι' αυτό δυσαρεστήθηκαν. Παρακινούμενοι από φθόνο του διαβόλου, σκέφτηκαν την εξόντωση του Ρουμάνου ψάλτου. Έτσι, κάποιος από αυτούς, έριξε δηλητήριο στο ποτό του.

Ο ευλογημένος αυτός μοναχός Νεκτάριος, μόλις αισθάνθηκε τους πρώτους πόνους από την επίδραση του δηλητηρίου, αντελήφθη τι είχε συμβεί. Οπλισμένος με ακράδαντη πίστη στο Θεό και την εορτάζουσα Παναγία Πορταΐτισσα, αμέσως έτρεξε στη θαυματοποιό Παναγία, πήρε το κανδήλι Της και ήπιε ολόκληρο το περιεχόμενό του και με πολύ πόνο ψυχής είπε: «Παναγία μου, σώσε με. Με δηλητηρίασαν».

Η ταχεία αντίληψη και έτοιμη βοηθός και ιατρός των νοσούντων, Κυρία Θεοτόκος, άκουσε τον πιστό δούλο Της, προσέτρεξε και τον θεράπευσε. Ο ίδιος αργότερα ομολογούσε: «Ποτέ δεν έψαλα τόσο καλά στην Παναγία, με τόσο καθαρό λαρύγγι και ψυχική διάθεση, καθώς την τραγική εκείνη αγρυπνία της σώτειράς μου Παναγίας Πορταΐτισσας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.