Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Προστώο


Προστώο το (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :προ -στ (στοά) -ώο] (αρχιτεκτ.) είδος στοάς που σχηματιζόταν ιδιαίτερα μπροστά στην είσοδο των κτιρίων και αποτελούνταν από μια κιονοστοιχία που στήριζε την προέκταση της οροφής που προστάτευε την είσοδο, το πρόστοο συνώνυμα: προστέγασμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.