Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Στις 12 Ιουλίου το 1994 εκοιμήθη ο Γέροντας Παϊσιος



Ιερομονάχου Ισαάκ

ΒΙΟΣ
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
αποσπάσματα










OI ΚΑΤΑ ΣAΡKA KAI KATA ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΟΓΟΝΟΙ


Βάπτιση και ξερριζωμός Στα Φάρασα της αγιοτόκου Καππαδοκίας, στις 25 Ιουλίου του 1924, ανήμερα της αγίας Άννης γεννήθηκε ο Γέροντας.
Στην βάπτιση οι γονείς του ήθελαν να τον ονομάσουν Χρήστο, στο όνομα του παππού. Ο όσιος Αρσένιος όμως είπε στην γιαγιά του: «Έ, Χατζηαννά1, τόσα παιδιά σου βάπτισα! Δεν θα δώσεις και σε ένα το όνομά μου;». Και στους γονείς είπε: «Καλά, εσείς θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Και γυρίζοντας στη νουνά1 της λέγει: «Αρσένιο να πής». Του έδωσε δηλαδή το όνομά του και την ευχή του, και προείδε ότι θα γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε2.
Το έτος που γεννήθηκε ο Γέροντας έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ξερριζώθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας από τις πατρογονικές του εστίες. Πήρε και η οικογένεια του Γέροντα μαζί με τους άλλους Φαρασιώτες και τον όσιο Αρσένιο τον δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Στο καράβι μέσα στον συνωστισμό κάποιος πάτησε το βρέφος (Αρσένιο) που κινδύνεψε να πεθάνη. Αλλά ο Θεός κράτησε στην ζωή τον εκλεκτό Του, γιατί έμελλε να γίνη χειραγωγός πολλών ψυχών στην βασιλεία των Ουρανών. Ο Γέροντας βέβαια από ταπείνωση έλεγε αργότερα: «Αν είχα πεθάνει τότε, που είχα την χάρι του Βαπτίσματος, θα με έρριχναν στην θάλασσα να με φάνε τα ψάρια, και τουλάχιστον θα μου έλεγε «ευχαριστώ» κανένα ψαράκι, και θα πήγαινα στον παράδεισο». (Ήθελε δηλαδή να πή ότι τώρα που έζησε δεν έκανε τίποτε).


Έμειναν για λίγο στον Πειραιά. Έπειτα μεταφέρθηκαν στο κάστρο της Κερκύρας, όπου εκοιμήθη και ετάφη ο όσιος Αρσένιος, σύμφωνα με την πρόρρησή του: «Εγώ θα ζήσω σαράντα ημέρες στην Ελλάδα και θα πεθάνω σε ένα νησί». Μετακόμισαν στην συνέχεια σε χωριό της Ηγουμενίτσας και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Κόνιτσα. Τον νεοφώτιστο Αρσένιο, βρέφος σαράντα ημερών, οι γονείς του τον έφεραν στην μητέρα Ελλάδα, άγνωστο τότε ανάμεσα στα πλήθη των προσφύγων. Αυτόν που μετά από χρόνια θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο και θα ωδηγούσε πλήθη ανθρώπων στην θεογνωσία. Από τις πρώτες ημέρες γνώρισε τον πόνο και τα βάσανα των ανθρώπων. Αργότερα, ο ίδιος θα γινόταν λιμάνι παρηγοριάς σε χιλιάδες βασανισμένες ψυχές.

ΑΣKΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ


Ανατροφή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» Ο μικρός και ευλογημένος Αρσένιος, μαζί με το γάλα που θήλαζε, μάθαινε από τους γονείς του και την ευλάβεια προς τον Θεό. Αντί για παραμύθια και ιστορίες του μιλούσαν για τον βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυμασμός και αγάπη για τον Χατζεφεντή, όπως αποκαλούσαν τον όσιο Αρσένιο. Από μικρός ήθελε να γίνη και αυτός μοναχός, για να μοιάση τον Άγιό του. Το πρόσωπο που μετά τον όσιο Αρσένιο επηρέασε ευεργετικά όλη του την ζωή ήταν η μητέρα του, προς την οποία αισθανόταν ιδιαίτερη αγάπη και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Από αυτήν διδάχθηκε την ταπεινοφροσύνη. Τον συμβούλευε να μην θέλη να νικά τους συμμαθητές του στα παιχνίδια και ύστερα να υπερηφανεύεται, ούτε να επιδιώκη να μπαίνη πρώτος στην γραμμή, γιατί ήταν το ίδιο, είτε πρώτος, είτε τελευταίος έμπαινε.


Επί πλέον του έμαθε την εγκράτεια˙ να μην τρώγη πριν από την ώρα του φαγητού. Τήν παράβαση την θεωρούσε ως πορνεία. Επίσης τον βοήθησε να αποκτήση απλότητα, εργατικότητα, νοικοκυροσύνη και προσοχή στην συμπεριφορά του προς τους άλλους, και τον προέτρεπε να μην αναφέρη καθόλου το όνομα του πειρασμού (διαβόλου).


Δυό φορές την ημέρα όλη η οικογένεια προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι. Η μητέρα του όμως συνέχιζε να προσεύχεται και όταν έκανε τις εργασίες του σπιτιού λέγοντας την ευχή. Τέτοια ήταν η ευλάβεια των γονέων του, ώστε και στα αλώνια έπαιρναν μαζί τους αντίδωρο. Ο μικρός Αρσένιος, με το ενδιαφέρον και την εξυπνάδα που είχε, εύκολα αφωμοίωνε ό,τι καλό άκουγε από τους γονείς του. Ακολουθώντας το παράδειγμά τους έμαθε να νηστεύη, να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται. Ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογενείας. «Ο μεν πατέρας μου», έλεγε αργότερα ο Γέροντας, «με αγαπούσε, γιατί είχα κλίση στα τεχνικά και έπιαναν τα χέρια μου, η δε μητέρα μου για την ψεύτικη (λίγη, μικρή) ευλάβεια που είχα».

Παιδικές ασκήσεις Όταν έμαθε να διαβάζη καλά, βρήκε την Αγία Γραφή και μελετούσε κάθε ημέρα το Τετραβάγγελο. Εύρισκε επίσης βίους Αγίων και εντρυφούσε. Είχε μαζέψει ένα κουτί με βίους. Μόλις γύριζε από το σχολείο, δεν ήθελε ούτε να φάη. Πρώτα πήγαινε, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε και διάβαζε τους βίους των Αγίων. Ο μεγαλύτερός του αδελφός τους έκρυβε, αν και ευλαβής, διότι δεν ήθελε να ασχολήται ο μικρός Αρσένιος πολύ με τα εκκλησιαστικά, για να μην παραμελή τα μαθήματα. Ο Αρσένιος δεν έλεγε τίποτε. Εύρισκε άλλους βίους Αγίων και τρεφόταν πνευματικά. Κάποτε ο μεγάλος του αδελφός θαύμασε, βλέποντάς τον να διαβάζη τον βίο κάποιου αγνώστου Αγίου, που πρώτη φορά μάθαινε το όνομά του: «Πού τον βρήκες πάλι αυτόν τον Άγιο;», τον ρώτησε με απορία.


Η ευλαβής Κονιτσιώτισσα Καίτη Πατέρα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, αναφέρει για τον Αρσένιο: «Είχε πολύ ενδιαφέρον για την Εκκλησία. Τον ρώτησα κάποτε:
- Παιδί μου, έφαγες τίποτε σήμερα; - Δεν έφαγα. Τι να φάω, αφού η μητέρα μου τα βράζει όλα τα φαγητά στην ίδια κατσαρόλα, και το κρέας και τα νηστήσιμα. Η ίδια κατσαρόλα απορροφά˙ δεν μπορώ να φάω. -Παιδί μου, αφού η μάννα σου είναι τόσο καθαρή και την πλένει καλά με αλισίβα. - Δεν μπορώ να φάω από αυτά, απαντούσε. »Και νήστευε, νήστευε συνέχεια και αποτραβιόταν μοναχός του για να προσεύχεται». Μαρτυρεί και ο αδελφός του: «Ο Αρσένιος από την δευτέρα Δημοτικού διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε όπως τα άλλα παιδιά».


Η έμφυτη μοναχική του κλίση εκδηλώθηκε ενωρίς. Αισθανόταν αγάπη μεγάλη προς τον Θεό και η προσευχή του ήταν εκδήλωση αυτής της αγάπης. Στις μεγάλες γιορτές παρέμενε άγρυπνος, άναβε το καντηλάκι και προσευχόταν όρθιος όλη τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τον εμπόδιζε. Όταν σηκωνόταν τις νύχτες να διαβάση το Ψαλτήρι, δεν τον άφηνε. Τον έβαζε κάτω από τις κουβέρτες. Γενικά η τακτική του αδελφού του όχι μόνο δεν έκαμψε τον ζήλο του, αλλά αύξησε την αγάπη του προς τον Θεό. Όταν τον ρωτούσαν, τι θα γίνει όταν μεγαλώση, ο Αρσένιος απαντούσε σταθερά: «Καλόγηρος». Οικονόμησε ο Θεός και πήρε από μικρός την καλή στροφή, γι αυτό δεν είχε ταλαντεύσεις στην εκλογή του. Για τον Αρσένιο ένας δρόμος ανοιγόταν μπροστά του, η αγγελική ζωή των μοναχών. Ό,τι διάβαζε στα Συναξάρια προσπαθούσε να το εφαρμόση. Διάβασε πως, όταν φοβάσαι σε έναν τόπο, πρέπει να συχνάζης εκεί για να διώξης τον φόβο. Επειδή φοβόταν όταν περνούσε από το κοιμητήρι, αποφάσισε να πάη εκεί τη νύχτα, για να του φύγη ο φόβος. Ήταν τότε στην τετάρτη τάξη του Δημοτικού.


«Είδα», διηγήθηκε, «από την ημέρα έναν άδειο τάφο. Μόλις νύχτωσε η καρδιά μου χτυπούσε, αλλά πήγα και μπήκα στον τάφο. Στην αρχή ήταν δύσκολο, αλλά μετά συνήθισα. Κάθησα αρκετή ώρα και εξοικειώθηκα. Πήρα θάρρος και άρχισα να γυρίζω από μνήμα σε μνήμα, αλλά πρόσεχα να μη με δουν και με περάσουν για φάντασμα. Αυτό ήταν˙ πήγα τρία βράδυα και έμεινα μέχρι αργά στο κοιμητήρι και μου έφυγε ο φόβος». Διηγήθηκε και το εξής: «Όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο, διάβαζα τους βίους των Αγίων και επιθυμούσα από τότε να γίνω ασκητής. Έβγαινα συχνά έξω από το χωριό. Ήμουν τότε ένδεκα χρονών. Μιά μέρα επεσήμανα έναν βράχο μεγάλο. Πρωί-πρωί ξεκίνησα για να ανεβώ, να γίνω στυλίτης. Πήγα˙ ήταν ψηλός ο βράχος. Ανέβηκα με δυσκολία και άρχισα να προσεύχωμαι. Εξάντλησα όλες μου τις δυνάμεις και μετά άρχισα να σκέπτωμαι: «Οι ερημίτες είχαν ρίζες και έτρωγαν˙ λίγο νεράκι, έναν χουρμά. . . Εσύ δεν έχεις τίποτε εδώ πάνω στον βράχο. Πως θα ζήσεις;». Τέλος, αποφάσισα να κατέβω, αλλά ήδη είχε νυχτώσει. Το κατέβασμα ήταν πιο δύσκολο, γιατί δεν έβλεπα. Με μεγαλύτερη δυσκολία κατέβηκα. Η Παναγία με φύλαξε και δεν τσακίστηκα στα βράχια». Η αδελφή του Χριστίνα θυμάται ότι, ενώ κάποτε οι γονείς τους ήταν στο χωράφι, άρχισε να βρέχη. Ο Αρσένιος τους σκεφτόταν που βρέχονταν. Πήρε τα δύο μικρότερα αδέλφια του, πήγαν στο εικονοστάσι, γονάτισαν, έκαναν προσευχή και η βροχή σταμάτησε. Όταν έπεφταν κεραυνοί, συνήθιζε να λέγη: «Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος».

Θεοπτία

Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από ένδεκα χρονών διάβαζα βίους Αγίων και έκανα νηστείες και αγρυπνίες. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έπαιρνε και έκρυβε τους βίους. Δεν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στο δάσος και συνέχιζα. Κάποιος φίλος του τότε, ο Κώστας, του είπε: «Θα σου τον κάνω να τα παρατήση όλα».


»Ήρθε και μου ανέπτυξε την θεωρία του Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε και είπα: «Θα πάω να προσευχηθώ, και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου παρουσιαστή να πιστέψω. Μιά σκιά, μια φωνή, κάτι θα μου δείξει». Τόσο μούκοβε. Πήγα και άρχισα μετάνοιες και προσευχή για ώρες, αλλά τίποτε. Στο τέλος τσακισμένος σταμάτησα. Μού ήρθε τότε στην σκέψη κάτι που μούχε πει ο Κώστας: «Παραδέχομαι ότι ο Χριστός είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, δίκαιος, ενάρετος, τον οποίο εμίσησαν από φθόνο για την αρετή του και τον καταδίκασαν οι συμπατριώτες του». Τότε είπα: «Αφού είναι τέτοιος, και άνθρωπος να ήταν, αξίζει να τον αγαπήσω, να τον υπακούσω και να θυσιασθώ γι Αυτόν. Δεν θέλω ούτε παράδεισο, ούτε τίποτε. Για την αγιότητά του και την καλωσύνη του αξίζει κάθε θυσία». (Καλός λογισμός και φιλότιμο).


»Ο Θεός περίμενε την αντιμετώπισή μου. Ύστερα από αυτό παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε άφθονο φως. Φαινόταν από την μέση και πάνω. Μέ κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται». Τα λόγια αυτά ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοικτό στο αριστερό χέρι Του». Το γεγονός αυτό διέλυσε στον δεκαπενταετή Αρσένιο τους λογισμούς αμφιβολίας, που τάραζαν την παιδική του ψυχή, και γνώρισε με την χάρι του Θεού τον Χριστό ως Θεό αληθινό και Σωτήρα του κόσμου. Βεβαιώθηκε για τον Θεάνθρωπο, όχι από άνθρωπο ή από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, που του αποκαλύφθηκε και μάλιστα σε τέτοια ηλικία. Στερεωμένος πλέον στην πίστη μονολογούσε: «Κώστα, άμα θέλης τώρα, έλα να συζητήσουμε».


Φροντίδα για τους άλλους


Ο Αρσένιος με την προσεκτική ζωή και τις συμβουλές του βοήθησε πνευματικά και άλλους νέους. Συναναστρεφόταν συνήθως με μικρότερα παιδιά. Τα συγκέντρωνε στην αγία Βαρβάρα, διάβαζαν βίους Αγίων και τα παρακινούσε να κάνουν μετάνοιες και να νηστεύουν. Μερικές μητέρες ανησύχησαν και απέτρεπαν τα παιδιά τους να τον συναναστρέφωνται. Οι γονείς ενός παιδιού με το οποίο εργαζόταν στον ίδιο μάστορα και προσεύχονταν μαζί, φοβήθηκαν μη γίνη καλόγηρος και δεν τον άφηναν να έχη σχέση με τον Αρσένιο ούτε να αγωνίζεται. Αργότερα πήγε να εργασθή στην Γερμανία και σκοτώθηκε. Οι γονείς του αισθάνθηκαν τύψεις και έλεγαν: «Καλύτερα να είχε γίνει καλόγηρος». Κάποιο παιδί, που καταγόταν από τα Φάρασα, ήθελε ο Αρσένιος να το πάρη μαζί του για μοναχό και προσπαθούσε να πείση την μητέρα του. Άλλον νέο τον στήριξε να γίνη ιερέας. Κληρικός καταγόμενος από την Κόνιτσα ομολογεί ότι βοηθήθηκε στην μοναχική του κλίση από τον λαϊκό ακόμη Αρσένιο.


Είχε ενδιαφέρον και πόθο μεγάλο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Θεό. Κάποιον γέρο βοσκό, που ζούσε μόνος πάνω στα βουνά και είχε πάει στην Εκκλησία δύοτρεις φορές σε όλη του την ζωή, ο Αρσένιος τον πλησίασε και φρόντισε να τον φέρη κοντά στον Χριστό. Στήν Κόνιτσα κάποιος Μουσουλμάνος ονόματι Μπαϊράμης είχε άρρωστη την μητέρα του. Ο μικρός Αρσένιος πήγαινε τη νύχτα και βοηθούσε την άρρωστη. Ο Μπαϊράμης εξέφρασε την επιθυμία να γίνη Χριστιανός. Τα λίγα χρήματα που έπαιρνε ως μαθητευόμενος ξυλουργός, τα μοίραζε ελεημοσύνη σε φτωχά παιδιά του ορφανοτροφείου. Έφερνε και στο σπίτι τους φτωχά παιδιά για φαγητό. Ο κ. Χατζηρούμπης Απόστολος, Κονιτσιώτης, αναφέρει: «Ο Αρσένης ήταν ο μόνος που προτιμούσε να αδικήται παρά να αδική. Είχε πάντα στην τσέπη του ένα θρησκευτικό βιβλίο που το διάβαζε συχνά. Θυμάμαι τον ζήλο του να εξασφαλίση ακροατήριο από τον παιδικό κόσμο, αντί οποιουδήποτε τιμήματος, όπως λ. χ. να αναλαμβάνη την φύλαξη των ζώων μας, να γίνεται νεροκουβαλητής μας, κ. α. , αρκεί εμείς να τον προσέχαμε, όταν μας διάβαζε την Αγία Γραφή.


»Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πάθος του να χρωματίζη αυτά που έλεγε, όταν αναφερόταν στην σταυρική θυσία του Χριστού. Γινόταν τόσο παραστατικός, ώστε κατώρθωνε να αποσπά την προσοχή και των πιο ζωηρών παιδιών. Έβλεπα κατακάθαρα στο νεανικό του πρόσωπο την ικανοποίηση και την αγαλλίασή του, γιατί μπορούσε να διδάσκη τον λόγο του Κυρίου σε τόσο αγνό ακροατήριο. Από όσο θυμάμαι αυτή την τακτική την συνέχισε τέσσερα με πέντε χρόνια μέχρι που πήγε στρατιώτης». Ο Αρσένιος πέρασε τα νεανικά του χρόνια με αμεριμνία και αγώνες ασκητικούς. Έπειτα ήρθαν τα δύσκολα χρόνια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, της Κατοχής και του ανταρτοπολέμου. Τότε πέρασε πολλές δυσκολίες και κινδύνους. Στόν ανταρτοπόλεμο τον συνέλαβαν οι κομμουνιστές αιχμάλωτο και τον φυ-λάκισαν. Κακοπάθησε όσο διάστημα έμεινε στην φυλακή και υπέφερε από τις ψείρες και το πολύ στρίμωγμα. Σε ένα μικρό δωμάτιο έβαλαν πολλούς. Όταν ξάπλωναν ο τελευταίος έμπαινε σαν σφήνα ανάμεσά τους. Δοκιμάστηκε και ηθικώς, γιατί τον έκλεισαν σε ένα δωμάτιο μόνο του και ύστερα έβαλαν δύο αντάρτισσες σχεδόν γυμνές. Προσευχήθηκε έντονα επικαλούμενος την Παναγία και αμέσως ένιωσε «δύναμιν εξ ύψους», που τον ενίσχυσε και τις έβλεπε με απάθεια σαν αδελφές του, όπως ο Αδάμ την Εύα στον παράδεισο. Τις μίλησε με τρόπο καλό. Εκείνες ήρθαν σε συναίσθηση, ντράπηκαν και έφυγαν κλαίγοντας. Αν και ο πόλεμος έκανε τον Αρσένιο να αναβάλη την αναχώρησή του, όμως ο ζήλος του δεν ψυχράνθηκε. Στους αγώνες και στις ασκήσεις προσέθετε νέους αγώνες και υψηλότερες ασκήσεις. Έβλεπε τα εθνικά πράγματα σε άσχημη κατάσταση. Σε λίγο θα τον καλούσαν να υπηρετήση την Πατρίδα. Στο εξωκκλήσι της αγίας Βαρβάρας παρακάλεσε την Παναγία: «Ας ταλαιπωρηθώ, ας κινδυνεύσω, μόνο να μη σκοτώσω άνθρωπο, και ν αξιωθώ να γίνω μοναχός». Τότε έκανε τάμα, αν τον διαφυλάξη η Παναγία στον πόλεμο, να υπηρετήση για τρία χρόνια το Μοναστήρι της που το έκαψαν οι Γερμανοί, και να βοηθήση να κτισθή πάλι η Ιερά Μονή Στομίου.

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΙΣ ΜΟΝΕΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΟΘΕΟΥ

Αγώνες αρχαρίου Ο Αρσένιος προσήλθε στην ιερά Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους που τότε δεν είχε γίνει ζηλωτική για να μονάση. Έχοντας πρότυπα τους οσίους Πατέρες, προσπαθούσε να τους μιμηθή. Έβαλε ως θεμέλιο της μοναχικής ζωής την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή και επιδόθηκε σε αγώνες υπέρ την αντοχή του.
Τις ημέρες κοπίαζε σωματικά και τις νύχτες παρέμενε άϋπνος, προσευχόμενος και δοξολογώντας τον Θεό. Αισθανόταν μεγάλη κούραση, αλλά ήταν ανυποχώρητος στην άσκηση. Συνεχώς πρόσθετε νέους αγώνες, πάντα με ευλογία και παρακολούθηση από τον Ηγούμενο. Όλα τα έκανε με χαρούμενη διάθεση.


Έλεγε: «Κάναμε πολύ σκληρή δουλειά στον τόρνο όλη την ημέρα. Το βράδυ πήγαινα στο Αρχονταρίκι και βοηθούσα μέχρι τις 10 ή 11 η ώρα. Δεν μου έμενε χρόνος ούτε για πνευματικά. Γι αυτό στην συνέχεια, όταν πήγαινα στο Κελλί μου, δεν κοιμόμουν, μόνο έβαζα ένα τέταρτο τα πόδια ψηλά για να ξεκουραστούν λίγο και να κατέβη το αίμα (που μαζευόταν από την πολύωρη ορθοστασία). Μετά στεκόμουν όρθιος σε μια λεκάνη με νερό, για να μη με παίρνη ο ύπνος, και έκανα τα κομποσχοίνια. Κοιμόμουν μισή μέχρι μία ώρα, και μετά πήγαινα στην ακολουθία για να διαβάσω το Μεσονυκτικό. Και επειδή είχα τον λογισμό, μήπως δεν θα κατάφερνα αργότερα να κάνω τα καθήκοντα του μεγαλοσχήμου, ζήτησα ευλογία από τον Ηγούμενο και μου έδωσε, να κάνω τον κανόνα του μεγαλοσχήμου από δόκιμος. Όχι από εγωισμό, αλλά μήπως δεν μπορέσω να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις του Σχήματος. Δεν τάκανα με υπερηφάνεια. «Αν δεν μπορώ», έλεγα, «να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου». Στην Εκκλησία δεν καθόταν καθόλου. Στεκόταν όρθιος στο στασίδι. Πήγαινε καμμιά φορά να τον κλέψη ο ύπνος και αμέσως τιναζόταν.


Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά. Είχε τόση υγρασία στο Κελλί, που η μούχλα γινόταν σαν βαμβάκια στους τοίχους. Όταν το κρύο ήταν ανυπόφορο, είχε ένα δέρμα ζώου, από αυτά που έκανε τα σαμάρια, και τύλιγε τα πόδια του. Δούλευε έξω στο κρύο μόνο με το ζωστικό, και έβαζε από μέσα ένα χαρτί για να τον προστατεύη λίγο. Πριν από την Μεγάλη Σαρακοστή είχαν τυπικό στο Μοναστήρι να δίνουν σε όλους τους πατέρες από ένα κουτί γάλα. Και εκείνο ο Αρσένιος δεν το έπινε, αλλά το έδινε στον γερο-Νικήτα που ήταν προφυματικός. Στη νηστεία τα φασόλια δεν τα μασούσε καλά, για να αργούν να χωνέψουν και έτσι να τον κρατούν κάπως. Κοιμόταν για άσκηση κάτω στις πλάκες και άλλες φορές στα τούβλα, που «ήταν πιο φιλάνθρωπα». Άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται αντιληπτή στους πατέρες η άσκηση και η ευλάβειά του. Οι ιερείς τον προτιμούσαν να τους ψάλλη στα παρεκκλήσια.

Δαιμονικές εμφανίσεις Ο διάβολος δεν αρκείτο μόνο στον πόλεμο των λογισμών, αφού μάλιστα δεν μπορούσε με αυτούς να ανακόψη την αγωνιστικότητά του. Παρουσιαζόταν και αισθητώς. Τον έβλεπε οφθαλμοφανώς και συνωμιλούσαν. Προσπαθούσε ο πειρασμός με κάθε τρόπο να τον εκφοβίση και να τον εμποδίση από τους αγώνες του. Φαίνεται ότι από την πείρα του καταλάβαινε τι θα γινόταν αυτός ο αρχάριος. Ο δόκιμος Αρσένιος δεν ταρασσόταν ούτε φοβόταν από την παρουσία του διαβόλου. Έλεγε: «Νάρχεσαι, διότι μου κάνεις καλό. Μέ βοηθάς να θυμάμαι τον Θεό, όταν τον ξεχνώ, και να προσεύχωμαι».


Αργότερα σχολίαζε ο Γέροντας: «Πού να μείνη ο πειρασμός! Εξαφανιζόταν αμέσως. Δεν είναι χαζός να προξενή στεφάνια στον μοναχό». - Γέροντα, πειρασμό εννοείτε τους λογισμούς; τον ρώτησε με αφέλεια κάποιος μοναχός. - Βρέ, πειρασμός! (διάβολος)˙ καταλαβαίνεις; Τι λογισμοί; Ο δόκιμος Αρσένιος με την ευστροφία του «ενίκησε δαιμόνων πανουργίαν δι ανθρωπίνης επινοίας». Ρασοευχή Στις 27 Μαρτίου 1954 μετά από την κανονισμένη δοκιμασία εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Ο Ηγούμενος του πρότεινε να λάβη το Μεγάλο Σχήμα, αλλά δεν δέχθηκε. Ανέφερε: «Αν και μπορούσα να γίνω αμέσως μεγαλόσχημος, διότι μου είπαν: «Εσύ Στρατό τελείωσες, δεν σε εμποδίζει τίποτε», είπα: «Αρκεί η ρασοευχή». Θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο, αλλά και δεν ήθελε να δεσμευθή με τις υποσχέσεις του Μεγάλου Σχήματος, εξ αιτίας της αγάπης του για την ησυχαστική ζωή που επιθυμούσε. Επίσκεψη της θείας χάριτος Την τραχύτητα της ασκήσεως ήρθε να γλυκάνη ένα πρωτόγνωρο γεγονός, η επίσκεψη της θείας χάριτος. «Όταν είχαν σωθή τελείως οι μπαταρίες (εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις)», διηγήθηκε, «έζησα ένα γεγονός: Μιά νύχτα, ενώ προσευχόμουν όρθιος, ένιωσα κάτι να κατεβαίνη από πάνω και να με περιλούζη ολόκληρο. Αισθανόμουν μια αγαλλίαση και τα μάτια μου έγιναν δύο βρύσες που έτρεχαν συνέχεια δάκρυα. Έβλεπα και ζούσα αισθητά την χάρι. Μέχρι τότε, συγκινήσεις και τέτοια είχα αισθανθή πολλές φορές, αλλά τέτοιο πράγμα πρώτη φορά μου συνέβη. Ήταν τόσο δυνατό πνευματικά αυτό το γεγονός, ώστε με στήριξε και κράτησε για δέκα περίπου χρόνια μέχρι που αργότερα στο Σινά, έζησα μεγαλύτερες καταστάσεις με άλλον τρόπο». Ευλογίες από την Παναγία Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Ήμουν άγρυπνος και νηστικός και περίμενα το «μοτόρι», στον αρσανά της Ιβήρων. Από την εξάντληση δεν αισθανόμουν καλά. Φοβήθηκα να μην λιποθυμήσω εκεί και με δουν οι εργάτες. Γι αυτό έκανα κουράγιο και πήγα πίσω από μια ντάνα ξύλα. »Σκέφθηκα προς στιγμήν να παρακαλέσω την Παναγία και αμέσως είπα στον εαυτό μου: «Άθλιε, την Παναγία για το ψωμάκι την έχουμε;». »Και μόλις είπα αυτό, να η Παναγία και μου έδωσε ζεστό ψωμί και σταφύλι! Έ, από κεί και πέρα μετά. . . ». Κάποιος, τον οποίον ο Γέροντας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, ακούγοντας την διήγηση, ρώτησε έκπληκτος: - Καλά, Γέροντα, μετά που έφαγες τις ρόγες του σταφυλιού, το κοτσάνι σου έμεινε στο χέρι; - Και το κοτσάνι και ψίχουλα, απάντησε με έμφαση. «Η θεότης, δηλαδή η θεία χάρις καθ' εαυτήν, ήγουν μοναχή δεν φαίνεται, εάν δεν έλθη εις την λογικήν ψυχήν. Και ανίσως η αισθητή φωτία δεν φαίνεται εις τα αισθητά, όταν δεν εύρη ύλην, μήτε η νοητή φωτία φαίνεται εις τα νοητά, όταν δεν εύρη ύλην των εντολών του Θεού», Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Λόγος Γ΄, σ. 38. 32

ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΣΤΟΜΙΟΥ ΚΟΝΙΤΣΗΣ


Ανακαίνιση του Μοναστηριού Παρά Κυρίου τα διαβήματα ανθρώπου κατευθύνεται». Μέ αποκάλυψη κατευθύνει ο Κύριος και τώρα τα βήματα του ανθρώπου του Θεού Παϊσίου στην Μονή Στομίου, της Επαρχίας Κονίτσης. Διψούσε για ερημική ζωή και προετοιμαζόταν για την έρημο, αλλά με εντολή της Παναγίας βρέθηκε σε Μοναστήρι του κόσμου. Άρχισε την ανακαίνιση του καμένου Μοναστηριού, χωρίς να έχη τα απαραίτητα χρήματα και υλικά. Αγόρασε ξυλεία και μόνος έκανε πόρτες, παράθυρα, στασίδια, τραπέζια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Επίσης άλλαξε την σκεπή της Εκκλησίας, έκανε Κελλιά για μοναχούς, Αρχονταρίκι, στέρνα και άλλα έργα. Αυτός ανέστησε το κατεστραμμένο Μοναστήρι με πολλούς κόπους. Ήταν άρρωστος αλλά και νηστευτής. Τη νηστεία δεν την χαλούσε ποτέ». Πηδά στον γκρεμό Κάποτε μετέφερε τα άγια Λείψανα και είχε την λειψανοθήκη δεμένη με λουριά από τους ώμους του. Σε ένα σημείο του δρόμου, που λέγεται «Μεγάλη Σκάλα», κόπηκε το λουρί και έπεσε η λειψανοθήκη στον γκρεμό. Ο Γέροντας από τον πόθο και την ευλάβεια προς τα άγια Λείψανα, χωρίς να υπολογίση τον εαυτό του και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πήδησε αμέσως στον γκρεμό για να τα προλάβη. Κατρακυλούσε η λειψανοθήκη και χτυπούσε στα βράχια. Τελικά ο ίδιος διαφυλάχθηκε, χάριτι Θεού, σώος˙ δεν έπαθε τίποτε, ούτε γρατσουνιά! Η λειψανοθήκη με τα άγια Λείψανα έμειναν επίσης άθικτα, ενώ ο μεταλλικός κορβανάς που ήταν προσαρμοσμένος στην λειψανοθήκη είχε κατατσαλακωθή από τα χτυπήματα. Ήταν τόσο βαθύς και απότομος ο γκρεμός που ήταν αδύνατο να ξανανεβή ο Γέροντας. Για να βγή στο μονοπάτι, βάδιζε πολλή ώρα μέσα στο ποτάμι. Κόποι, ασκήσεις και ησυχία Νήστευε αυστηρά και δουλαγωγούσε με κάθε τρόπο το εύθραυστο σώμα του, παρ ότι έκανε θεραπεία με ενέσεις. Κάποιες φορές με ένα ποτήρι νερό περνούσε όλο το ημερονύκτιο. Αν και καλλιεργούσε στον κήπο του Μοναστηριού κηπευτικά πολλών ειδών, η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάϊ με παξιμάδι ή καρύδια κοπανισμένα. Αναφέρει η κυρία Πηνελόπη Μπαρμπούτη: «Στον κήπο πήγαινε ξυπόλυτος και το βράδυ καθάριζε τα αγκάθια από τα πόδια του. Ένα παξιμάδι έτρωγε το πρωί και ένα το βράδυ. Άλλοτε έπινε σκέτο τσάϊ. Δούλευε παρά πολύ. Δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Προσπαθούσε να μην χαλάση το χατήρι κανενός και ήθελε όλους να τους αναπαύη. Ποτέ δεν έλεγε όχι. Τα χέρια του είχαν κάνει ρόζους από τις πολλές μετάνοιες. Τα πόδια του ήταν μόνο κόκκαλα. Είχε πολλά προβλήματα με την υγεία του». Την ημέρα εργαζόταν σκληρά και τη νύχτα αγρυπνούσε. Μόνος του διάβαζε όλες τις ακολουθίες, όπως είχε μάθει στο Άγιον Όρος. Παρ όλο που το Μοναστήρι ήταν σε έρημο και ήσυχο μέρος, ο Γέροντας αποσυρόταν ενίοτε σε μια σπηλιά. Πήγαινε τις νύχτες και έκανε αγρυπνίες με το κομποσχοίνι και αναρίθμητες μετάνοιες. Ήταν όμως ανήλια και έσταζε νερό. Προστάτης πτωχών και ορφανών Εκτός από τα κτισίματα μεριμνούσε συγχρόνως και για όσους είχαν ανάγκη. Και αυτοί ήταν πολλοί. Στα χωριά της Κόνιτσας υπήρχε τότε μεγάλη φτώχεια, εγκατάλειψη, δυστυχία. Ο Γέροντας συγκέντρωνε ρούχα, χρήματα, τρόφιμα και φάρμακα, τα έκανε δέματα και τα έστελνε σε ανθρώπους που στερούνταν. Στο έργο της φιλανθρωπίας είχε ως βοηθούς ευλαβείς γυναίκες. Όσες είχαν την διάθεση τις έστελνε να υπηρετούν άτομα ανήμπορα, κυρίως γεροντάκια, που δεν είχαν κανένα συγγενή κοντά τους.


Είχε πάρει άδεια από την αστυνομία και σε κάθε γειτονιά της Κόνιτσας είχε αφήσει από ένα κουμπαρά και ώρισε και έναν υπεύθυνο. Υπήρχε και ένας επί πλέον κουμπαράς έξω από το Αστυνομικό Τμήμα. Έκανε επιτροπή, η οποία διαχειριζόταν τα χρήματα, και πρόσφεραν ανάλογα με τις ανάγκες. Ενδιαφέρθηκε για φτωχά και ορφανά παιδιά να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Τα παρέπεμπε στα κατάλληλα πρόσωπα αλλά τα βοηθούσε και ο ίδιος οικονομικά, όσο μπορούσε. Πολλοί από αυτούς είναι σήμερα επιστήμονες και ευγνωμονούν τον Γέροντα. Έδινε τα κτήματα της Μονής σε φτωχές οικογένειες να τα καλλιεργούν. Ενοίκιο δεν ζητούσε. Τούς έλεγε, αν έχουν καλή σοδειά, να προσφέρουν στο Μοναστήρι ό,τι ήθελαν. Αν η χρονιά δεν πήγαινε καλά, δεν ζητούσε τίποτε.


Όσες φορές η αδελφή του Χριστίνα πήγαινε ρούχα ή τρόφιμα, δεν τα δεχόταν. Της έλεγε να τα πάη σε οικογένειες, που γνώριζε ότι στερούνταν. Οικειότητα με τα άγρια ζώα Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα προς τον Θεό και την εικόνα του, τον άνθρωπο, πλημμύριζε την καρδιά του και το ξεχείλισμά της αγκάλιαζε και την άλογη κτίση. Ιδιαίτερα αγαπούσε τα άγρια ζώα, και αυτά ένιωθαν την αγάπη του και τον πλησίαζαν.


Ένα ελαφάκι ερχόταν και έτρωγε από τα χέρια του. Του έκανε ένα σταυρό στο μέτωπο με μπογιά. Ειδοποίησε τους κυνηγούς να μην κυνηγούν κοντά στο Μοναστήρι και να προσέξουν αυτό το ελαφάκι με τον σταυρό, όπου και αν το βρούν, να μην το χτυπήσουν. Αλλά δυστυχώς, ένας κυνηγός περιφρονώντας την εντολή του, κάποια ημέρα είδε το ελαφάκι και το σκότωσε. Ο Γέροντας στενοχωρήθηκε πολύ και είπε μια προφητεία που επαληθεύτηκε στο ακέραιο. Δεν αναφέρεται γιατί το πρόσωπο αυτό ζει μέχρι σήμερα. Στο δάσος γύρω από το Μοναστήρι ζούν αρκούδες. Μιά συνάντησε ο Γέροντας σε στενό μονοπάτι, ενώ ανέβαινε στο Μοναστήρι με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο. Η αρκούδα μαζεύτηκε στην άκρη, για να περάση ο Γέροντας. Αυτός πάλι της έκανε νόημα με το χέρι να περάση πρώτη. «Και αυτή», διηγείτο χαριτολογώντας, «άπλωσε το πόδι της και μούπιασε το χέρι, για να περάσω εγώ». Της είπε: «Αύριο να μην εμφανισθής εδώ κάτω, γιατί περιμένω κόσμο. Αλλοιώς θα σε πιάσω από το αυτί και θα σε δέσω μέσα στο παχνί».


Έλεγε ότι η αρκούδα έχει έναν εγωισμό. Όταν βρεθή σε κίνδυνο, δείχνει ότι δεν φοβάται, αλλά μετά φεύγει τρέχοντας. Μιά αρκούδα ερχόταν συχνά, είχε εξοικειωθή μαζί του και ο Γέροντας την τάιζε. Τις ημέρες που ερχόταν κόσμος στο Μοναστήρι ο Γέροντας την προειδοποιούσε να μην εμφανίζεται και προκαλή έτσι φόβο στους ανθρώπους. Η αρκούδα μερικές φορές παρέβαινε την εντολή του Γέροντα, εμφανιζόταν απροσδόκητα και όσοι την έβλεπαν τρόμαζαν. Πολλοί την είχαν δεί˙ μεταξύ αυτών και η Καίτη Πατέρα, όπως διηγήθηκε: «Ανέβαινα μια νύχτα στο Μοναστήρι με φακό για να προλάβω την θεία Λειτουργία. Άκουσα έναν θόρυβο, έρριξα το φως και είδα ένα ζώο κάτι σαν σκυλί μεγάλο. Μέ ακολούθησε και, όταν έφθασα, ρώτησα τον π. Παίσιο, αν το σκυλί είναι του Μοναστηριού. Απάντησε: «Σκυλί είναι αυτό; Για κοίταξε καλά. Αρκούδα είναι». Όταν είδε ότι τελείωσε η αποστολή του στην έρημο του κόσμου, και αφού ξεπλήρωσε το τάμα προς την Παναγία, άφησε οριστικά το Στόμιο στις 30 Σεπτεμβρίου 1962 και αναχώρησε για το Θεοβάδιστο Όρος Σινά.

EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA


Μακαρία ερημική ζωή Ο Γέροντας ζήτησε ευλογία να μείνη μόνος στην έρημο. Εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, που αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την αγία Κορυφή, και απέχει λιγώτερο από μία ώρα από το Μοναστήρι. Διακόσια μέτρα πιο πάνω βρίσκεται η σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και λίγο πιο πίσω είναι η Σκήτη που έμενε η αγία Επιστήμη με τις άλλες ασκήτριες. Άγια μέρη, ευλογημένα. Παρ όλη την αυχμηρότητά τους, εμπνέουν αυτά τα βράχια. Εκεί ψηλά λοιπόν, σαν αετός, έστησε ο Γέροντας την φωλιά του, έκανε μάλλον την πολεμίστρα του ο αετός του πνεύματος.


Πολύ κοντά, «ωσεί λίθου βολήν», στο ασκητήριο είχε μια μικρή πηγούλα. Μάζευε το 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Έλεγε ο Γέροντας: «Πήγαινα με ένα τενεκάκι να πάρω νερό, για να κάνω τσάι ή να βρέξω λίγο το μέτωπο, λέγοντας τους χαιρετισμούς με ευγνωμοσύνη και τα μάτια μου πλημμύριζαν από δάκρυα. «Θεέ μου,» έλεγα, «λίγο νερό να πίνω˙ δεν θέλω τίποτε άλλο». Τόσο πολύτιμο ήταν αυτό το λιγοστό νεράκι γι αυτόν που ήθελε να ζήση εκεί στην έρημο. Αλλά και αυτό ο Γέροντας το μοιραζόταν με τα άγρια ζώα και τα διψασμένα πουλιά της ερήμου. - Γέροντα, πως ζούσατε στο Σινά; τον ρώτησε κάποιος. Απάντησε: «Η τροφή μου ήταν τσάι με παξιμάδι που το έκανα μόνος μου. Έκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) και τα ξέραινα στον ήλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, που έσπαζαν σαν τζάμι. Καμμιά φορά έβραζα και ρύζι στουμπισμένο μέσα σε ένα κονσερβοκούτι. Αυτό ήταν και μπρίκι και κατσαρόλα και πιάτο και ποτήρι. Αυτό το κονσερβοκούτι και ένα κουτάλι λίγο πιο μικρό από της σούπας ήταν όλο το νοικοκυριό μου.


»Ακόμη, είχα μια φανέλλα, που την φορούσα τη νύχτα για να αντιμετωπίζω το κρύο. Έπινα και ένα τσάι μαύρο, για να με βοηθά στην αγρυπνία, και έβαζα και μια κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, που αντιστοιχούσε με άλλη μια φανέλλα. (Δηλαδή οι θερμίδες που του έδινε η παραπανίσια ζάχαρη ήταν σαν να φορούσε ακόμη μια φανέλλα). Είχα και μια αλλαξιά χοντρά ρούχα, γιατί τη νύχτα έκανε πολύ κρύο. Δεν είχα ούτε φανάρι, ούτε φακό, παρά μόνο έναν αναπτήρα, για να βλέπω λίγο στο σκοτάδι, όταν βάδιζα σε κανένα πέτρινο μονοπάτι με σκαλοπάτια. Τον χρειαζόμουν επίσης για να ανάβω καμμιά φορά φωτιά με φρύγανα, για να κάνω κανένα ζεστό. Είχα και λίγες τσακμακόπετρες και ένα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό για τον αναπτήρα. Τίποτε άλλο. »Μιά φορά φύτεψα και μια ρίζα ντομάτα, αλλά μετά με πείραξε ο λογισμός μου και την ξερρίζωσα, για να μην προκαλώ τους Βεδουίνους. Μού φαινόταν αταίριαστο, οι φτωχοί Βεδουίνοι να μην έχουν ντομάτες, και εγώ που ήμουν καλόγηρος να έχω, έστω και μια ρίζα. »Τήν ημέρα έλεγα την ευχή και έκανα εργόχειρο. Ευχή και εργόχειρο. Αυτό ήταν το τυπικό μου. Τη νύχτα έκανα μερικές ώρες μετάνοιες, χωρίς να τις μετρώ. Ακολουθία δεν διάβαζα, την έκανα με κομποσχοίνι. »Για να μη με ενοχλούν οι περίεργοι, έκανα με πράσινη λαδομπογιά νεκροκεφαλές (σήμα κινδύνου) στα βράχια. Μιά φορά ένας τουρίστας Γερμανός θέλησε να ανεβή επάνω. Νόμισε ότι είναι ναρκοπέδιο, αλλά επειδή φαίνεται ήξερε από τέτοια, πρόσεχε που πατούσε και κατώρθωσε να φθάση μέχρι επάνω. Εγώ τον παρακολουθούσα από ψηλά. Τον άφησα να πλησιάση, μετά μπήκα στην σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και τράβηξα ένα δεμάτι αγκάθια στην είσοδο. Έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να με βρή και γύρισε πίσω». Απλοποίησε πολύ την ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όλες του τις δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Η έρημος ερημώνει τα πάθη. Όταν την σεβασθής και προσαρμοσθής προς την έρημο, σου δίνει να αισθανθής την παρηγοριά της», έλεγε αργότερα ο Γέροντας με νοσταλγία, εκφράζοντας με λίγες λέξεις την εμπειρία του από την Σιναϊτική έρημο. Αγαπούσε ο Γέροντας να επισκέπτεται τόπους, όπου έζησαν ασκητές. Θαύμαζε τα μικρά ασκητικά σπήλαια. Αλλού σωζόταν μια μικρή στερνούλα, σε άλλα φαινόταν μαυρισμένος ο βράχος από την φωτιά που άναβαν κάπου-κάπου για να μαγειρεύουν. Τον ενέπνεαν και τον συγκινούσαν αυτά τα παλαιά ασκητήρια. Επισκέφθηκε και το ασκητήριο του αγίου Γεωργίου του Αρσελαίτου. Είναι μια πανέρημος κατάλληλη για αναχωρητές. Την Μεγάλη Σαρακοστή την πέρασε στο ασκητήριο του αγίου Στεφάνου, που αναφέρει και η Κλίμακα, κάτω από την αγία Κορυφή, με μεγάλη νηστεία, σχεδόν ασιτία. Είχε εκεί μόνο ένα τενεκεδάκι, για να βγάζη νερό από το πηγάδι που υπήρχε πιο κάτω, στον προφήτη Ηλία. Είχε τυπικό να μη φοράη παπούτσια. Είχαν σχιστή οι φτέρνες του και έτρεχαν αίμα. Τα παπούτσια τα είχε στο ντορβά και τα φορούσε μόνο όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι ή συναντούσε κάποιον στον δρόμο. Για όποιον γνωρίζει τις συνθήκες της ερήμου, είναι πολύ οδυνηρό να βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στα βράχια ή στην άμμο. Την ημέρα καίνε τόσο πολύ, που οι Βεδουίνοι βάζουν αυγά στην άμμο και γίνονται μελάτα, ενώ τη νύχτα είναι τόσο κρύα τα βράχια, σαν να πατά κανείς πάνω σε πάγο. Στο Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε δεκαπέντε ημέρες. Βοηθούσε στην ακολουθία και κοινωνούσε. Λύει την ανομβρία Όταν πρωτοπήγε στο Σινά είχε μεγάλη ανομβρία. Σε φυσιολογικές συνθήκες στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ αραιά. Τήν χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη νερού. Ένα καραβάνι ετοιμάσθηκε για να πάη να κουβαλήση νερό από μακρυά. Ο Γέροντας τους είπε: «Περιμένετε, μην πάτε απόψε». Τη νύχτα έκανε προσευχή και έβρεξε πολύ. Εργόχειρο κι ελεημοσύνες Το εργόχειρο του Γέροντα ήταν η ξυλογλυπτική. Ανέφερε ο ίδιος: «Έκανα σε ξύλο εικόνες σκαλιστές τον προφήτη Μωυσή να παίρνη τον Δεκάλογο. Τα ξύλα τα έκοβα μόνος μου. Πολλές φορές και τη νύχτα άνοιγα λίγο την πόρτα του Κελλιού και στο φως του φεγγαριού έλεγα την ευχή και γυαλοχάρτιζα και προετοίμαζα τα ξύλα. Για εργαλεία είχα μόνο δυό μαχαιράκια από ένα ψαλίδι Singer, που το έφερα από την Ελλάδα˙ το διέλυσα στα δύο, το ακόνισα και το έβαψα με λαδομπογιά πράσινη, για να μην αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και θαμπώνει τα μάτια μου. »Τα εργόχειρα τα έδινα στο Μοναστήρι και τα πωλούσαν˙ γίνονταν ανάρπαστα από

τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνα τα έδινα σε γνωστούς ταξιτζήδες από το Κάιρο. Τούς έλεγα να ψωνίζουν ρούχα, καπελλάκια, μπισκότα, τρόφιμα κ. α. Μετά γέμιζα το σακκίδιο με ευλογίες και ρωτούσα που υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στις σκηνές τους, φώναζα πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζα τις ευλογίες. Από την πολλή του αγάπη προς τα πλάσματα του Θεού ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του στην άκρη, κουραζόταν για να τους βοηθά, και δεν πήγε να προσκυνήση στα Ιεροσόλυμα, που τόσο επιθυμούσε, για να μη στερηθούν τα Βεδουϊνάκια τις ευλογίες του. Και αυτά καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη, που δεν είχε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, και τον υπεραγαπούσαν. Γινόταν σωστό πανηγύρι από την χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους «Αμπούνα Παίζι». (Στα Βεδουίνικα: πατήρ Παίσιος). Αλλά και όταν τα Βεδουινάκια πήγαιναν στο ασκητήριό του με σκασμένα τα πόδια, επειδή περπατούσαν ξυπόλυτα, τους έβαζε κερί στα σχισίματα και τους έδινε και από ένα ζευγάρι σανδάλια. Σε άλλα μοίραζε καπελλάκια, για να μη τα ζαλίζη ο ήλιος, και ό,τι άλλο είχε. «Ην εν τη ερήμω πειραζόμενος...» Κάποια ημέρα έκανε εργόχειρο λέγοντας την ευχή καθισμένος σε ένα βράχο, ενώ από κάτω υπήρχε βαθύς γκρεμός. Παρουσιάζεται ο διάβολος και του λέγει: - Πήδα κάτω, Παίσιε˙ σου υπόσχομαι, δεν θα πάθεις τίποτε. Ο Γέροντας συνέχισε ατάραχος την ευχή και το εργόχειρό του. Δεν έδωσε σημασία στον διάβολο. Ο πειρασμός συνέχισε να τον παρακινή να πηδήση στον γκρεμό επαναλαμβάνοντας την ίδια υπόσχεση. Αυτό κράτησε μιάμιση ώρα περίπου. Στο τέλος παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει στον γκρεμό λέγοντας στον διάβολο: - Άντε να σου αναπαύσω τον λογισμό σου. Ο διάβολος, αφού απέτυχε να τον ρίξη στον γκρεμό, του λέγει δήθεν με θαυμασμό: - Τέτοια απάντηση ούτε ο Χριστός δεν μου έδωσε. Εσύ καλύτερα απάντησες. - Ο Χριστός είναι Θεός. Δεν είναι σαν και μένα τον καραγκιόζη. «Ύπαγε οπίσω μου σατανά». Και έτσι, με την ενοικούσα θεία χάρι, απέφυγε τον πρώτο πειρασμό να πηδήση στον γκρεμό, να τσακισθή στα βράχια˙ ακόμη απέφυγε και τον βαθύτερο γκρεμό της υπερηφανείας, να δεχθή τον έπαινο του διαβόλου, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τον Χριστό. Εγκαταλείπει την γλυκειά έρημο Ενώ ζούσε τέτοια ζωή και χαιρόταν που βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε από χρόνια, η υγεία του χειροτέρευε. πέφερε από πονοκεφάλους που οφείλονταν στην έλλειψη οξυγόνου λόγω του υψομέτρου. Τελικά, όταν είδε να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την γλυκειά έρημο του Σινά και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος.






ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ


Ουκ απέστη ημών» Ο Γέροντας δεν έπαυσε να βοηθά τους ανθρώπους και μετά την κοίμηση του. Οι άνθρωποι καταφεύγουν στον Γέροντα και ζητούν τις πρεσβείες του, επειδή πιστεύουν στην αγιότητά του. Ο τάφος του έγινε πανορθόδοξο προσκύνημα. Έχει πολλή ευλογία και χάρι. Συγκεντρώνει τους πονεμένους και παρηγορεί τους θλιμμένους. Θεραπεύονται ασθενείς και γίνονται πολλά θαύματα. Και το Κελλάκι του στο Άγιον Όρος έγινε επίσης προσκύνημα. Καθημερινά περνούν επισκέπτες που είχαν γνωρίσει τον Γέροντα και ευεργετήθηκαν, για να τον ευχαριστήσουν ή άλλοι για να δουν που ζούσε. Τα θαυμαστά γεγονότα που κάνουν οι Άγιοι, εμφανίσεις και θεραπείες, τα βλέπουμε και στον Γέροντα και μετά την κοίμησή του. Ιδιαιτέρως θεραπεύει καρκινοπαθείς και δαιμονισμένους. Εμφανίζεται και σώζει πολλούς από τροχαία δυστυχήματα. Πολλοί ασθενείς τον είδαν μέσα στα Νοσοκομεία. Διάφορα προσωπικά του αντικείμενα θαυματουργούν και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.


Είναι αμέτρητα τα μετά την κοίμηση θαύματα του Γέροντα και συνεχώς γίνονται και νέα. «Δια του λόγου το αληθές» σημειώνονται στην συνέχεια επιλεκτικά ελάχιστα, επιβεβαιωμένα και μαρτυρημένα από αυτόπτες μάρτυρες. Ευωδία Το χάρισμα της ευωδίας και μετά την κοίμηση του Γέροντα δεν εξαφανίστηκε. Πολλοί αισθάνονται ευωδία, όταν προσκυνούν τον τάφο του, όταν επισκέπτωνται το Κελλί του στο Άγιον Όρος, ή άλλοι αισθάνονται ευωδία εξερχόμενη από προσωπικά αντικείμενα ή ρούχα του. Όπως μαρτυρούν οι πατέρες που διαδέχθηκαν τον Γέροντα στο Κελλί του, «τον πρώτο καιρό μετά την κοίμησή του σχεδόν όλοι οι επισκεπτόμενοι το Κελλί αισθάνονταν αυτή την ξεχωριστή ευωδία. Μαρτυρεί ο π. Α. Κ. : «Τήν χρονιά που εκοιμήθη ο Γέροντας έγινε Λειτουργία την ημέρα που εώρταζε το Κελλί του. Αισθάνθηκα κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας ισχυρή ευωδία, η οποία με συνώδευσε μέχρι το Κουτλουμούσι και έπειτα χάθηκε». Διάσωση παιδιού Ο π. Χρήστος Τσάνταλης από τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης και εφημέριος Κερασιάς, με εννέα παιδιά, καταθέτει: «Μερικά από τα παιδιά μου έπαιζαν στην ταράτσα του σπιτιού και κάποια στιγμή άρχισαν να πηδούν τον φωταγωγό. Ένα αγοράκι μου έξι ετών, που ακόμη δεν μιλάει καλά, θέλησε και αυτό να πηδήξη. Βρέθηκε στο κενό και σαν βολίδα έφυγε προς τα κάτω. Έπεσε από τον τρίτο όροφο. Ήλθαν τα παιδιά τρομαγμένα και μου το είπαν. Έτρεξα με χτυποκάρδι στο βάθος του φωταγωγού, για να περιμαζέψω το μικρό. Έμεινα έκπληκτος όταν το είδα να έρχεται προς το μέρος μου κατακίτρινο από τον φόβο. Το πήγα στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί το εξέτασαν και είπαν ότι δεν έχει τίποτε, ούτε το παραμικρό τραύμα.


»Καταλάβαμε ότι πρόκειται περί θαύματος, και σκέφθηκα πως η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Νέας Μηχανιώνας έσωσε το παιδί. Το πήγα στην εικόνα της και το ρώτησα: «Αυτή σε φύλαξε;». Αυτό απάντησε «όχι». Με ωδήγησε στην φωτογραφία του π. Παϊσίου και μου τον έδειξε με το δάκτυλο (ότι δηλαδή αυτός με κράτησε)».



Επεμβάσεις σε τροχαία Ο κ. Στ. από την Καλαμάτα, κάτοικος Αθηνών, ταξίδευε με το αυτοκίνητό του προς τα Ιωάννινα. Καθ οδόν έπεσε θύμα ισχυρής μετωπικής συγκρούσεως, κατά την οποία το αυτοκίνητό του κυριολεκτικά διαλύθηκε και ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο Νοσοκομείο και μπήκε στην εντατική. Ενώ ευρίσκετο στην κατάσταση αυτή, είδε μία φωτεινή νεφέλη και στο μέσον έναν ηλικιωμένο μοναχό. Παρ ότι δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία, επειδή εκείνες τις ημέρες είχε ακούσει από γνωστό του για κάποιον χαρισματούχο γέροντα Παίσιο, μέσα στην έκπληξή του ρώτησε αυθόρμητα τον άγνωστο μοναχό:


- Είσαι ο γέροντας Παίσιος;


Ο Γέροντας δεν απάντησε. Χαμογέλασε, τον χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και του είπε: - Μη φοβάσαι˙ θα γίνεις καλά! Ο Στ. συνήλθε. Αν και σαστισμένος από το παράδοξο του πράγματος, και παρόλο που αγνοούσε τον θαυμαστό επισκέπτη του, πίστεψε στην διαβεβαίωσή του. Τήν διηγήθηκε μάλιστα με έντονο ύφος και στους γιατρούς. Και αυτοί έκπληκτοι διαπιστώνοντας την ανθρωπίνως ανεξήγητη βελτίωσή του, ωμολόγησαν:


- Όντως πρόκειται για θαύμα! Αφού βγήκε από το Νοσοκομείο, στον δρόμο περνώντας μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο έκπληκτος αντίκρυσε στην βιτρίνα τον σωτήρα του. Ανεγνώρισε την μορφή του στο εξώφυλλο ενός βιβλίου. Έτσι ανεκάλυψε τον ευεργέτη του και γεμάτος ευγνωμοσύνη το αγόρασε και το διάβασε. Συγκινημένος ήλθε να προσκυνήση στην «Παναγούδα» (Ιανουάριος 1998), όπου και διηγήθηκε τα ανωτέρω. Εκτός του ότι τον διέσωσε από βέβαιο σωματικό θάνατο, η επέμβαση του Γέροντα άλλαξε και ριζικά την ζωή του. Ανεζήτησε πνευματικό και εξωμολογήθηκε. Σταμάτησε την κοσμική ζωή παρά τις έντονες πιέσεις των συγγενών. «Μού είναι αδύνατο να συνεχίσω τα ίδια˙ στον νού μου έρχεται συνέχεια το χαμογελαστό φωτεινό πρόσωπο του Γέροντα», έλεγε με δάκρυα στα μάτια. Διήγηση ευλαβούς εγγάμου Ιερέως που σπουδάζει στην Θεσσαλονίκη. «Προ καιρού ήρθε ένας νέος και μου είπε: «Πάτερ, εγώ χθές έπρεπε να είχα πεθάνει, αλλά ο Θεός με έσωσε. Καθώς έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα χτύπησα με την μοτοσυκλέττα μου επάνω σε ένα αυτοκίνητο και πετάχθηκα μακρυά. Τήν στιγμη εκείνη είδα έναν παππούλη να με πιάνη γερά από το δεξί χέρι και έτσι δεν έπαθα τίποτε».


»Εγώ (ο ιερεύς) του έδειξα μερικές εικόνες Αγίων και φωτογραφίες συγχρόνων Γερόντων. Μόλις είδε τον γέροντα Παίσιο, φώναξε συγκινημένος: «Αυτός ήταν». »Ύστερα από λίγες ημέρες ξαναήρθε και μου ανέφερε ότι εκ των υστέρων ανεκάλυψε στο τσεπάκι του μπουφάν του, στον δεξιό βραχίονα (ακριβώς εκεί που τον έπιασε ο Γέροντας), δύο μικρές εικονίτσες, μια του Χριστού και μια του γέροντος Παϊσίου που τις είχε βάλει η μητέρα του κρυφά». Πνευματικές νεκραναστάσεις Τα περισσότερα αλλά και μεγαλύτερα θαύματα του Γέροντα είναι τα ηθικά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι αδιάφοροι θρησκευτικά, άθεοι εκ πεποιθήσεως, χωρίς ηθικούς φραγμούς, είτε μετά από κάποια μεταθανάτια εμφάνισή του, είτε συχνότερα από την ανάγνωση κάποιου βιβλίου του αναστήθηκαν πνευματικά, εισήλθαν με ζήλο στην Εκκλησία και κάποιοι και στο μοναχικό στάδιο. Νέος ζούσε στην άγνοια και στην αμαρτία. Όχι τυχαία έπεσαν στα χέρια του οι Επιστολές του Γέροντα, και κυριολεκτικά συγκλονίστηκε. Άλλαξε η ζωή του και επιθυμεί τον μοναχικό βίο.


«Εγώ πριν έξι χρόνια», ομολογεί ένας νέος από τους πολλούς, «ήμουν αναρχικός. Φορούσα σκουλαρίκια και έπαιρνα ναρκωτικά. Κάποιος από την παρέα μου είχε ένα βιβλίο του π. Παϊσίου και μου το έδωσε. Από περιέργεια το ξεφύλλισα, μου κίνησε το ενδιαφέρον και το τελείωσα μέσα σε μια νύχτα. Από τότε άλλαξε η ζωή μου».

Το κασκόλ του εξαφανίζει όγκο Μαρτυρία Φιλίτσας. . . από τον Βόλο: «Βρέθηκα στην δύσκολη θέση να μην μπορώ να βοηθήσω και να ηρεμήσω, την απελπισμένη αδερφή μου, μετά από την ένδειξη όγκου στην μαστογραφία που έκανε. »Μέ σεβασμό ζήτησα από αγαπητή μου φίλη την πολύτιμη κληρονομιά της, το κασκόλ του σεβαστού γέροντος Παϊσίου. Κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου, με χέρια τρεμάμενα, με έντονο χτυποκάρδι, έτρεξα και το εναπόθεσα στην αγκαλιά της πασχούσης. Εκείνη με δάκρυα στα μάτια πήγε στο εικόνισμα και προσευχήθηκε. Της ευχήθηκα περαστικά, και το επέστρεψα αμέσως στην φίλη μου. »Μετά από 45 μέρες η άρρωστη επανέλαβε την μαστογραφία. Το θαύμα είχε γίνει. Η μαστογραφία ήταν πεντακάθαρη. Ο όγκος είχε εξαφανιστή. Μεγάλη η χάρι του γέροντος Παϊσίου».

Θεραπεία δαιμονισμένης Ένα πρωινό του Δεκεμβρίου του έτους 1996 στην έκθεση της Μονής στην Σουρωτή βρίσκονταν εκεί η υπεύθυνη αδελφή, ένα ανδρόγυνο με το μικρό τους κοριτσάκι και τον πατέρα τους, δύο μεσόκοπες γυναίκες και ένας νεαρός άνδρας. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή κραυγή. Μιά από τις μεσόκοπες γυναίκες, αρκετά εύσωμη, σωριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να χτυπιέται και να ωρύεται άγρια. Κουνούσε το κεφάλι γρήγορα πέρα-δώθε. Το θέαμα ήταν πολύ άσχημο. Η γυναίκα με το παιδάκι βγήκαν έξω, ενώ οι άλλοι πλησίασαν να την βοηθήσουν. Η γυναίκα μούγκριζε, αγκομαχούσε και έλεγε με μια άγρια, απειλητική, ανδρική φωνή: «Θα σάς κανονίσω ρε εγώ που δεν πιστεύετε, θα σάς δείξω εγώ. . . να, τώρα ακόμα λίγο και θα σάς βάλω όλους στο χέρι με το 666. . . θα με προσκυνάτε όλοι. . . χαμένοι, ηλίθιοι. . . » και άλλες βρισιές.


Έπειτα άρχισε να τσιρίζη και έδειχνε φοβισμένη. «Παίσιε, με καίς, με καίς, θέλεις να με στείλης πίσω στα τάρταρα. . . Και αυτή η χαμένη όλο σε μοναστήρια με φέρνει. . . τι την βοηθάς; Με καίς, με καίς», και στρίγγλιζε δυνατώτερα. Χτυπιόταν τόσο δυνατά, που υπήρχε φόβος να σπάση το κεφάλι της. Ήταν φανερό ότι την πείραζε ο δαίμονας.


«Α. . . αααά, φώναζε πάλι. . . Να, ήρθε και η Μαρία τώρα. . . με καίς Παίσιε», είπε με μια δυνατή φωνή και έμεινε ακίνητη σαν να λιποθύμησε. Πλησίασαν διστακτικά οι παριστάμενοι για να την βοηθήσουν, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν να την σκεπάζουν με τα ρούχα της. Αφού την τακτοποίησαν, την σήκωσαν από το πάτωμα. Είχε ανοίξει τα μάτια της και έκλαιγε ήρεμα και βουβά. Μιά ευχαριστία ξεχύθηκε από τα βάθη της καρδιάς της. «Σ ευχαριστώ, Γέροντα. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου», έλεγε και ξανάλεγε με πολλή ευγνωμοσύνη. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά σε μια εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και αναλύθηκε σε δυνατούς λυγμούς: «Θεέ μου. . . Θεέ μου. Πως με καταδέχθηκες την ανάξια. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, σε ευχαριστώ, Γέροντα. . . Δεν άξιζα, Θεέ μου, τέτοια βοήθεια».


Η όλη σκηνή ήταν πολύ συγκινητική. Ύστερα χαιρέτησαν με ευγνωμοσύνη την αδελφή και έφυγαν. Η γυναίκα αυτή είχε δαιμόνιο. Φεύγοντας ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ είδε στον ύπνο της τον γέροντα Παίσιο που της είπε: «Έλα στον τάφο μου και θα σε κάνω καλά». Ήρθε στο Μοναστήρι, ρώτησε που είναι ο τάφος του Γέροντα, προσκύνησε τον τάφο και ύστερα ήρθαν στην έκθεση, όπου συνέβησαν τα παραπάνω.

Παρέχει ανάβλεψη Μαρτυρία Ρωσσίδος, κυρίας Λαρίσας Νικολάεβνα Μάσλοβα, ιατρού, από την Μόσχα: «Έπαθα δυστύχημα με αποτέλεσμα το αριστερό μου μάτι να χάση τελείως το φως του. Με έφεραν στο πρώτο Γενικό Νοσοκομείο της Μόσχας. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι, γι αυτό με έβαλαν στον διάδρομο. Τη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έκανα προσευχή και στενοχωριόμουν πολύ. Προς το πρωί, ενώ ήμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ήρθε ο μπάτουσκα Παίσιος, τον είδα μπροστά μου ολοφάνερα και τον αναγνώρισα, γιατί είχα διαβάσει ένα βιβλίο σχετικό με την ζωή του. Μού σκέπασε το κεφάλι με μια πετσετούλα και εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή κατάλαβα ότι βλέπει το τυφλό μάτι μου. Οι γιατροί δεν χρειάσθηκε να κάνουν τίποτε. Νοσηλεύτηκα στην παραπάνω κλινική από 4 μέχρι 11 Φεβρουαρίου του έτους 2002. Ο αριθμός του ιστορικού της ασθενείας μου είναι 31171. »Ευχαριστώ τον Θεό για το έλεός Του σε μένα και τον μπάτουσκα Παίσιο για την βοήθειά του».






1 Ανάδοχός του ήταν η Αναστασία, σύζυγος του Προδρόμου Κορτσινόγλου, του ψάλτη του οσίου Αρσενίου.
2 Ο βίος του αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου γράφτηκε από τον γέροντα Παίσιο. Έργα του ιδίου είναι και: «Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης», «Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα» και «Επιστολές». Η σειρά «Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι», που εκδίδει η Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Σουρωτής, περιέχει την διδασκαλία του Γέροντα.



Ένα υπέροχο μέρος που πρέπει όλοι να επισκεφτείτε
Η Ιερά Μονή είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και στον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, του οποίου τα Λείψανα βρίσκονται στο Καθολικό της Μονής.
Στη Μονή υπάρχει και ο τάφος του Γέροντα Παϊσίου.
Οι μοναχές της Ιεράς Μονής Σουρωτής, είχαν πνευματικό καθοδηγητή τους τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο.
Στις 12 Ιουλίου 1994 ο Γέροντας εκοιμήθη εν Κυρίω και ετάφη δίπλα στο ναό του Αγίου Αρσενίου.

Η Μονή βρίσκεται έξω από το χωριό Αγία Παρασκευή, και δέχεται προσκυνητές κατά τις ώρες 10:00-14:00 και 16:00-19:00 - ΤΗΛ. 23960 41320 & 23960 41315



















































Έλεγε ο ίδιος
1.

Για ν' απαντήσει ο Θεός στο αίτημα μας και να μας δώσει ότι του ζητάμε, πρέπει πρώτα απ' όλα να έχουμε ταπείνωση, την οποία εμείς δεν έχουμε. ‘Ολοι μας, μικροί και μεγάλοι, έχουμε πολύ εγωισμό και δεν δεχόμαστε υπόδειξη και παρατήρηση. ‘Ολα τα γνωρίζουμε, είμεθα όλοι σοφοί. ‘Οταν μας κυριεύει ο εγωισμός, μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς.

Ο Θεός μας δίνει πολλές ευκαιρείες για να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αλλ' εμείς αυτές τις ευκαιρείες δεν τις δεχόμαστε όλες, τις διώχνουμε. Εάν όσα οφείλει ο άνθρωπος τα ξεπλήρωσε σ' αυτή τη ζωή, σώζεται.

Ρίξτε το μεγαλύτερο βάρος του αγώνα σας στην προσευχή, γιατί αυτή μας κρατεί σε επαφή με το Θεό. Και η επαφή αυτή πρέπει να είναι συνεχής. Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής, είναι ανάγκη της ψυχής και δεν πρέπει να θεωρείται αγγαρεία. Η προσευχή για ν' ακουστεί από το Θεό πρέπει να γίνεται με ταπείνωση, με συναίσθηση βαθιά της αμαρτωλότητας μας, και να είναι καρδιακή. Εάν δεν είναι καρδιακή, δεν ωφελεί. Ο Θεός ακούει πάντοτε την προσευχή του ανθρώπου που είναι πνευματικά ανεβασμένος. Η μελέτη της Αγίας Γραφής βοηθάει πολύ την προσευχή, θερμαίνει την ψυχή και μεταφέρει τον προσευχόμενο σ' ένα πνευματικό χώρο. Η προσευχή είναι ξεκούραση.

Όταν εμείς αναθέτουμε τα πάντα σ' Αυτόν, ο Θεός υποχρεώνεται να μας βοηθήσει.

Ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς «για να μας ξεσκονίζουν και να εξαγνίζεται έτσι η ψυχή μας με τις θλίψεις και τα κλάματα και να αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε στο Θεό για τη σωτηρία μας».

Οι κανόνες, όταν εφαρμόζονται χωρίς διάκριση, γίνονται κανόνια.

Η στοργή και η αγάπη των γονέων είναι απαραίτητα στοιχεία για την ψυχική ισορροπία των παιδιών. Σήμερα υπάρχει έλλειψη στοργής και ενδιαφέροντος εκ μέρους των γονέων για τα παιδιά. Τους δίνουν χρήματα, και τους κάνουν κακό. Τους παίρνουν μοτοσυκλέττες και πάνε και σκοτώνονται τα παιδιά. Δεν είναι η στοργή, που έχουν ανάγκη τα παιδιά.

Όποιος έχει χάρη Θεού θα του δοθεί κι' άλλη, κι όποιος έχει λίγη και την περιφρονεί, θα του αφαιρεθεί κι' αυτή. Η χάρη του θεού δεν υπάρχει στους σημερινούς ανθρώπους, γιατί πετάνε και την λίγη που είχανε. Κι' όταν φύγει η χάρη, ορμούν όλοι οι δαίμονες μέσα στον άνθρωπο.

Όταν η νοικοκυρά λέει την ευχή, κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού, όλα αγιάζονται. Και, το φαγητό της, κι' αυτοί που τρώνε το φαγητό της.

Στην εποχή μας πλήθυναν δυστυχώς τα λόγια και τα βιβλία, και λιγόστεψαν τα βιώματα, διότι επηρεάστηκαν οι άνθρωποι πάλι από το κοσμικό πνεύμα, που επιδιώκει όλο τις ευκολίες και αποφεύγει τον σωματικό κόπο. Αναπαύονται δηλαδή οι περισσότεροι από εμάς στο πολύ διάβασμα και στην λίγη ή καθόλου εφαρμογή. Θαυμάζουμε μόνον τους Αγίους Αθλητάς της Εκκλησίας μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε το πόσο κοπίασαν, διότι δεν κοπιάσαμε, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον κόπο τους, για να τους αγαπήσουμε και να αγωνισθούμε από φιλότιμο να τους μιμηθούμε.

Όταν κανείς φοβάται τον θάνατο, τον κυνηγάει ο θάνατος.

Ότι δε γίνεται ανθρωπίνως να το αναθέτουμε στο Θεό. Είναι εγωιστικό να επιμένουμε.

Όταν διορθώσω εγώ τον εαυτό μου, διορθώνεται ένα κομμάτι της Εκκλησίας, οπότε μπορούμε να συνεννοηθούμε. Ένα είναι το Άγιο Πνεύμα. Τώρα οι άνθρωποι κάνουν πολλά πνεύματα. Δεν μπορώ να καταλάβω.

Μοιάζουμε με τις τσουκνίδες. Από μακριά φαίνονται πράσινες, δροσερές, σαν πεδιάδα, σαν κήπος, μα όταν πλησιάσεις και τις αγγίξεις, τότε βλέπεις την ασχήμια τους και νοιώθεις το κεντρί τους.

Σήμερα κοιτάζουμε να αγιάσουμε με λίγο κόπο . Ξεφύγαμε από την παράδοση. Δεν βλέπουμε τον πρώτο μέσα στον στίβο, αλλά τους τελευταίους.

Στις κρίσεις σας πάντα να βάζετε ένα ερωτηματικό. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβαίνει.

2.

Όταν ο άνθρωπος πεθάνει εν μετανοία και οδεύει προς τον Παράδεισο , τότε είναι σαν να βρίσκεται μέσα σ' ένα λεωφορείο και απ' έξω τα σκυλιά (=τελώνια) τρέχουν και γαυγίζουν, χωρίς να τον ενοχλούν στο ταξίδι του, αλλά ούτε και να τον καθυστερούν.

Είτε προσευχόμαστε για τον εαυτό μας είτε για τους άλλους η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή. Το πρόβλημα των άλλων να γίνεται και δικό μας πρόβλημα. Πρέπει να κάνετε προετοιμασία για την προσευχή. Να διαβάζετε ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιο ή το Γεροντικό και μετά να προσεύχεσθε. Χρειάζεται μια προσπάθεια για να μεταφερθεί ο νούς στο θείο χώρο. Η μελέτη μοιάζει με γλυφιντζούρι που μας δίνει ο Θεός για να μας οδηγήσει στα πνευματικότερα. Με τη μελέτη θερμαίνεται η ψυχή.

Να ζείτε στο κλίμα της διαρκούς δοξολογίας και ευχαριστίας του Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αχαριστία.

Γνωρίζω ότι ο φύλακας Άγγελος που έχουμε, μας προστατεύει και μας οδηγεί. Όταν προσευχόμαστε για κάποιον, ο Άγγελός μας αστραπιαία μπορεί να βοηθήσει, να πληροφορήσει, να φυλάξει αυτόν για τον οποίο προσευχόμαστε.

Πρέπει κι εμείς να αγωνιζόμαστε. Τους βλέπετε τους ποδηλάτες που αγωνίζονται με την καρδιά τους και δεν γυρίζουν ποτέ πίσω; Ο τελευταίος βλέπει τον πρώτο. Κι όλος αυτός ο κόπος για να πάρουν ένα άδειο κύπελο.

Ο Χριστιανός σώζεται μόνον με την πρακτική εφαρμογή των εντολών του Θεού και όχι με τη θεωρητική ενασχόληση περί τα θεία.

Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σύνολο ανθρώπων έχη αγωνιστικό πνεύμα, αυτό πολύ βοηθάει. Γιατί. Οταν ένας προχωράη πνευματικά, δεν ωφελεί μόνον τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τον άλλον που τον βλέπει.

.. Στην πνευματική ζωή δεν θα βάλη κανείς για πρότυπο τους κοσμικούς αλλά τους αγίους…

Σήμερα μέσα στους τόσους κινδύνους που ζή ο άνθρωπος, ο Θεός τον φυλάει όπως η μάνα το μικρό παιδί, όταν αρχίζει να περπατάει. Τώρα μας βοηθούν πιο πολύ ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι , αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Πού θα ήταν ο κόσμος, άν δεν βοηθούσαν!..

Και το κακό που πάει να κάνει το ταγκαλάκι, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό.

Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, την απλή, και ρποχωρούν στην πολυτέλεια, αυξάνουν και το ανθρώπινο άγχος. Και όσο προχωρεί η κοσμική ευγένεια, τόσο χάνεται και η απλότητα, η χαρά και το φυσικό ανθρώπινο χαμόγελο.

Όποιος κουράζεται για τον πλησίον του, από καθαρή αγάπη, ξεκουράζεται με την κούραση. Ενώ εκείνος που αγαπάει τον εαυτό του και τεμπελιάζει, κουράζεται και με το να κάθεται.

Πολλοί άνθρωποι τα έχουν όλα, αλλά έχουν και λύπη γιατί τους λείπει ο Χριστός.

3.

Το έθνος το δικό μας, είναι σήμερα πολύ αμαρτωλό, γιατί ξεφεύγει από τον δρόμο τον ίσο του ευαγγελίου και γίνεται κοσμικό και αμαρτωλό. Ο Θεός όμως ξέρει τρόπους, και εκ των δεξιών και εκ των αριστερών, να μας φέρει στο λογαριασμό.

Όμως το Τουρκικό Έθνος είναι ασεβές, καθ' ότι έχει μεν λογική και πολύ κρίσι, όμως αντιπαθεί τον Χριστιανισμόπου είναι έκφραση της ανθρωπιάς και της αρετής. Αντιθέτως διαλέγει βολικές θεωρίες, βασισμένες στο ψεύδος και την αμαρτία. Έτσι έχει προορισμό να καταστραφεί, αν δεν μετανοήσει, αν δεν παραιτήση το ψεύδος και πιστέψη στο Ευαγγέλιο.

Όσον περισσότερους πειρασμούς έχουμε, τόσο μεγαλύτερο αγώνα κάνουμε, τόσο περισσότερο μισθό έχουμε.

Να πούμε «Δεν είναι αυτοί που αμαρτάνουν, αλλά είμαι εγώ». Τέτοιους Χριστιανούς, έλεγε ο Γέρων Παίσιος, θέλει ο Θεός, που φεύγουν από τον κακό λογισμό, όπως αποφεύγει η μέλισσα την ακαθαρσία.

“Ο νούς είναι όπως το μικρό παιδί. Το παιδί όταν πάει κάπου να παίξη και του αρέση, τότε επιμένει να πηγαίνη συνέχεια στο ίδιο μέρος. Έτσι κι εμείς, όταν καταπιανώμαστε με πολλά άλλα θέματα και με μέριμνες βιοτικές, είναι φυσικό ότι ο νους εκεί συνεχώς αρέσκεται να τρέχη”.

“Ήγγικε η βασιλεία των ουρανών και οι πιστοί πρέπει να είναι πάντοτε έτοιμοι, ωσάν ο Αντίχριστος να έρχεται σήμερα-αύριο. Δεν γνωρίζουμε τις βουλές του Κυρίου, ούτε μπορούμε να πούμε με ακρίβεια ότι θα έλθη σήμερα, ή ότι έχει ακόμη χρόνια πολλά. Ο καλός και σωστός Χριστιανός είναι πάντοτε έτοιμος.

Εξ άλλου η κατρακύλα που δεν σταματά με τίποτε, είναι σημάδι ότι του ετοιμάζεται ο δρόμος για να συγχυσθή η διάνοια των ανθρώπων, να μην ξεχωρίζουν το καλό από το κακό. Ένα κλίμα που ταιριάζει για να γεννηθεί ο άνθρωπος αυτός της απώλειας. Μ' αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να φεύγουμε μακρυά από την Εκκλησία, ούτε να μας παρασύρη ο κόσμος τηςε αμαρτίας, ούτως ώστε αν ο Αντίχρισδτος έλθη στην εποχή μας, να βγούμε κερδισμένοι, γιατί όποιοι τον αντιληφθούν και δεν θα έχουν πλανηθή όπως οι πολλοί, ασυτοί θα' ναι οι μεγαλύτεροι άγιοι που έγιναν ποτέ. Ο Θεός να μας αξιώση, να ακούμε και να ακολουθούμε τις συμβουλές της επίσημης Εκκλησίας, γιατί αυτή είναι ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας, καθώς γράφει ο Απόστολος Παύλος”.

«Όταν τα μικρά παιδάκια περνούν με τους γονείς τους έξω από κάποια βιτρίνα και θέλουν κάτι που τους αρέσει, τότε κρατούν την μητέρα τους από το φουστάνι και την τραβάνε και κλαίνε και κτυπιούνται μέχρι να την εξαναγκάσουν να τους το αγοράση.

Έτσι και εμείς με επιμονή και υπομονή παραμένουμε στην προσευχή μέχρι να μας ακούση ο Θεός. Έτσι και εσείς, κατά το Ευαγγέλιο, που λέει να επιμένετε στην προσευχή και να μην αποκάμνετε, πρέπει να προσεύχεσθε συνεχώς και ασταμάτητα μέχρι να κερδίσετε αυτό που θέλετε, ενώ ταυτοχρόνως μαθαίνετε να προσεύχεσθε και να επικοινωνήτε με τον Θεόν. Από την επίμονη προσευχή έχουμε οφέλη, γιατί μας παραχωρεί ο Θεός αυτό που ζητούμε, ενώ ταυτοχρόνως μαθαίνουμε να προσευχώμαστε.

Γι' αυτό ας μην απελπιζόμαστε, όταν ο θεός αργή να μας εισακούση. Πολλά καλά πηγάζουν από την αργοπορία αυτή.»

«Ο Καλός Θεός μας δίνει πλούσιες τις ευλογίες Του. Να μη δείχνουμε αχαριστία και Τον παροργίζουμε, γιατί έρχεται «η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας» (Εφ. 5,6). – μη γένοιτο. Στην εποχή μας δεν πέρασαν οι άνθρωποι ούτε πολέμους ούτε πείνα και λένε ότι δεν έχουν ανάγκη και από τον Θεό. Τα έχουν όλα και γι' αυτό δεν εκτιμούν τίποτε. Άν όμως έλθη δύσκολος καιρός, πείνα κ.λ.π., και δεν έχουν τι να φάνε, τότε θα εκτιμήσουν και το ψωμί και την μαρμελάδα και όσα θα στερηθούν. Άμα δεν δοξάζουμε τον –θεό, επιτρέπει ο Θεός να έρθη μια δοκιμασία, για να εκτιμήσουμε τα πράγματα. Ενώ, όταν τα εκτιμούμε, δεν επιτρέπει ο Θεός να συμβή τίποτε το κακό.

Παλαιότερα που δεν υπήρχαν αυτές οι μεγάλες ευκολίες, και η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει τόσο, αναγκάζονταν οι άνθρωποι σε όλες τις δυσκολίες να καταφεύγουν στον Θεό, και ο Θεός βοηθούσε. Τώρα, επειδή η επιστήμη προχώρησε, τον Θεό Τον βάζουν στην άκρη. Πάνε χωρίς Θεό σημερα. Υπολογίζουν: «Θα κάνουμε τούτο, θα κάνουμε εκείνο». Σκέφτονται την Πυροσβεστική, σκέφτονται τις διατρήσεις, το ένα, το άλλο… Αλλά χωρίς Θεό τι να κάνει ο άνθρωπος;»

«Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στο Θεό!»

«Τα χρόνια που περνάμε είναι πολύ δυσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήση ο Χριστός».

«Με μια ματιά στον Ουρανό θα άλλαζαν τα πράγματα».

«Τώρα πλήθυναν τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα».

«Στην πνευματική ζωή δεν θα βάλη κανείς για πρότυπο τους κοσμικούς αλλά τους Αγίους. Καλά είναι να παίρνη κάθε αρετή και να βρίσκη τον Άγιο που την είχε, να μελετά το βίο του, και τότε θα βλέπη ότι δεν έχει κάνει τίποτε και θα προχωρή με ταπείνωση. .. Όταν προσπαθώ να μιμηθώ τους προχωρημένους, η συνείδηση λεπτύνεται. Όταν όμως βλέπω τους πίσω, δικαιολογώ τον εαυτό μου και λέω ότι δεν είναι σπουδαία τα σφάλματά μου εν συγκρίσει με τα δικά τους…».

«Ο Θεός επιτρέπει να γίνει τώρα ένα τράνταγμα γερό. Έρχονται δύσκολα χρόνια. Θα έχουμε δοκιμασίες μεγάλες… Να το πάρουμε στα σοβαρά, να ζήσουμε πνευματικά. Οι περιστάσεις μας αναγκάζουν και θα μας αναγκάσουν να δουλέψουμε πνευματικά. Καλό όμως είναι να το κάνουμε χαρούμενα και προαιρετικά και όχι από θλίψεις, αναγκαστικά».

4.

«Σε ένα λεπτό μέσα μπορεί ο άνθρωπος να γίνη Άγγελος ή ταγκαλάκι. Πως; Με την ταπείνωση ή την υπερηφάνεια…. Ο ευκολότερος τρόπος να σωθούμε, είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Γι' αυτό από την αγάπη και την ταπείνωση να αρχίσουμε και μετά να προχωρήσουμε στα άλλα».

«Άν λάβη υπ' όψιν του κανείς τι πνευματική ακαθαρσία έχει μέσα του, δεν θα καθήση τόσο σχολαστικά να βγάλη και τον παραμικρό λεκέ από τα ρούχα του, γιατί αυτά είναι χίλιες φορές καθαρότερα από την ψυχή του… Αυτό που χρειάζεται, είναι να στρέψη όλη τη φροντίδα του στην πνευματική καθαρότητα, στην εσωτερική ομορφιά και όχι στην εξωτερική».

«Όταν επιθυμώ ένα πράγμα χρήσιμο, ένα βιβλίο λ.χ., και μου παίρνη ένα κομμάτι της καρδιάς, τότε αυτό είναι κακό… Κάθε επιθυμία, όσο καλή και να φαίνεται, δεν είναι καλύτερη από το να επιθυμή κανείς τον Χριστό ή την Παναγία. Όταν δώσω την καρδιά μου στον Θεό, είναι υνατόν ο Θεός να μη μου δώση όλο τον Εαυτό Του; Ο Θεός ζητάει την καρδιά του ανθρώπου».

«Η πραγματική, η γνήσια χαρά βρίσκεται κοντά στον Χριστό. Άν συνδεθής μαζί Του με την προσευχή, θα δης πληρωμένη την ψυχή σου. Οι κοσμικοί την χαρά την ζητούν στις απολαύσεις. Μερικοί πάλι πνευματικοί άνθρωποι την ζητούν σε θεολογικές συζητήσεις, ομιλίες κ.λ.π. Και όταν τελειώνουν αυτά, μένουν με ένα κενό και αναρωτιούνται τι θα κάνουν στην συνέχεια».

«Δεν σκέφτονται την αιωνιότητα οι σημερινοί άνθρωποι. Η φιλαυτία τους κάνει να ξεχνούν ότι θα χαθούν τα πάντα. Δεν έχουν συλλάβει το βαθύτερ ονόημα της ζωής. Δεν νιώσανε άλλες, ουράνιες χαρές». (διότι δεν ξέρουν…).

«Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία.Αυτοί που αδικούν βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους».

«Το κυριώτερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει».

- Γέροντα, γιατί επιτρέπει ο Θεός να συμβή μια συμφορά;

- Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις. Άλλοτε επιτρέπει ο Θεός κάτι, για να βγή κάτι το καλύτερο, και άλλοτε επιτρέπει κάτι για παιδαγωγία. Άλλοι ανταμείβονται και άλλοι εξοφλούν. Δεν πάει τίποτε χαμένο.

“Ο Καλός Θεός μας δίνει πλούσιες τις ευλογίες Του. Να μη δείχνουμε αχαριστία και Τον παροργίζουμε, γιατί έρχεται “η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας”.


«Όταν ο κόσμος δεν μετανοή, τι βροχή να ρίξη ο Θεό; … Όλα είναι απλά για τον Θεό… Άν ταπεινά ζητούμε το έλεος του Θεού, ο Θεός θα βοηθήσει».

«Η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί νΆντιμετωπισθή διαφορετικά παρά μόνο με μετάνοια και τήρηση των εντολών Του».

«Μακάριοι είναι αυτοί που κστόρθωσαν να απλοποιήσουν τη ζωή τους και ελευθερώθηκαν από την θηλειά της κοσμικής αυτής εξελίξεως των πολλών ευκολιών, ίσον των πολλών δυσκολιών, και απαλλάχθηκαν από το φοβερό άγχος της σημερινής εποχής μας».

5.

- Γέροντα, τί περισσότερο, για να καταλάβη κανείς αυτήν την χαρά της λιτότητος;

- Να συλλάβη κανείς το βαθύτερο νόημα της ζωής. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού…». Από εκεί ξεκινά η απλότητα και κάθε σωστή αντιμετώπιση.

Η αχαριστία και η απληστία είναι μεγάλο κακό.

Όταν μπαίνης στην θέση του άλλου, τα πράγματα αλλάζουν.

Όσο μπορεί κανείς, να κάνη ένα-δύο πράγματα μόνο, να τα τελειώνη σωστά και να έχη το μυαλό του καθαρό και ξεκούραστο και μετά να αρχίζη κάτι άλλο. Γιατί, άμα ο νους του σκορπίση, τι πνευματικά θα κάνη μετά; Πως να θυμηθή τον Χριστό;

Η εργασία που γίνεται γρήγορα, με νευρικότητα δεν είναι αγιασμένη

Βάλε και την ευχή στη δουλειά και θα αγιασθείς και εσύ και η δουλειά.

Αν δης ότι ο νους σου συνέχεια φεύγει και πάει σε δουλειές κ.λ.π., πρέπει να καταλάβης ότι δεν πας καλά και να ανησυχήσης, γιατί έχεις απομακρυνθή από τον Θεό.

Όσο μπορείς να λες την ευχή μέσα στην ημέρα και να σιγοψάλλης.

Άν μια είναι εκ γενετής μωρή, είναι ευλογία από τον Θεό γι' αυτήν. Πάει δίχως εξετάσεις στην άλλη ζωή. Μια όμως που έχει μυαλό και ζη μωρά, αυτή θα είναι αναπολόγητη την ημέρα της Κρίσεως.

Να μην κάνει δουλειά, χωρίς να εμπιστεύεται στον Θεό, γιατί μετά αγωνιά και κουράζει το μυαλό και νοιώθει άσχημα ψυχικά.

Όλη η καρδιά σου μαζεύτηκε στο μυαλό και δουλεύει τώρα μόνο το μυαλό. Αλλά υπάρχουν ακόμη περιθώρια, μπορεί να πάη η καρδιά στη θέση της. Κάθε μέρα να διαβάζης έναν κανόνα από το Θεοτοκάριο. Αυτό είναι το καλύτερο φάρμακο, για να δουλέψη η καρδιά.

Η πραγματική ανάπαυση γεννιέται από την ανάπαυση του άλλου. Τότε αναπαύεται και ο Θεός στον άνθρωπο και ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, θεώνεται.

Από την στιγμή όμως που θα καταλάβη κανείς ότι δεν έχει σωστή κρίση και πή, «έχω κρίση κοσμική. Η κρίση μου δεν έχει θείο φωτισμό και θα κάνω λάθος, γι αυτό δεν πρέπει να την χρησιμοποιώ», τότε ο Θεός θα τον φωτίση, θα γίνη διακριτικός και θα διακρίνη ποιό είναι το σωστό.

Λίγο αν ποτισθούν τα παιδιά με ευλάβεια, με φόβο Θεού, δεν έχουν ανάγκη μετά.

Κρίνουν τον Θεό και ούτε τους πειράζει ο λογισμός ότι είναι βλασφημία….Το «γιατί;» είναι κρίση, υπερηφάνεια, εγωισμός.

… Δεν θα αφήση ο Θεός, αλλά πρέπει και εμείς να κάνουμε ότι μπορούμε ανθρωπίνως και για ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως, να κάνουμε προσευχή να βοηθήση ο Θεός.

6.

Η αδιαφορία για τον Θεό φέρνει την αδιαφορία και για όλα τα άλλα, φέρνει την αποδύνθεση. Η πίστη στον Θεό είναι μεγάλη υπόθεση. Λατρεύει ο άνθρωπος τον Θεό και ύστερα αγαπάει τους γονείς του, το σπίτι του, τους συγγενείς του, την δουλειά του, το χωριό του, τον νόμο του, το κράτος του, την πατρίδα του.

Άγνοια δεν δικαιολογείται σήμερα στον κόσμο. Λείπει η καλή διάθεση, το φιλοτιμο. Εκείνος που έχει καλή διάθεση για να γνωρίση τον Χριστό, θα Τον γνωρίση. Θα πάρη στροφή. Και αν δεν βρεθή ούτε θεολόγος, ούτε ένας καλόγερος, και δεν ακούση τον λόγο του Θεού, άμα έχη καλή διάθεση, θα πάρη στροφή ή από ένα φίδι ή από ένα θηρίο ή από μια αστραπή, από έναν κατακλυσμό, ή από κάποιο άλλο γεγονός. Θα τον οικονομήση ο Θεός.

Και δίκαιο να έχη κανείς, όταν πάη να δικαιώση τον εαυτό του, πάλι ανάπαυση δεν έχει, πόσο μάλλον να μην έχη δίκαιο και να δικαιολογεί την πτώση του με αναιδέστατο τρόπο. Γι' αυτό, όσο μπορούμε, να προσέχουμε την αναίδεια και την περιφρόνηση όχι μόνον προς τα θεία αλλά και προς τον πλησίον μας, διότι είναι εικόνα Θεού. Οι αναιδείς άνθρωποι βρίσκονται στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατάτου Αγίου Πνεύματος. Εκείνοι που περιφρονούν τα θεία βρίσκονται στο δεύτερο, και στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος.

Εάν νοιώσουμε πραγματικά ότι είμαστε αδέλφια με όλους τους ανθρώπους, θα πονούμε για όσους ζουν μέσα στην αμαρτία και δεν θα μας σκανδαλίζη η αμαρτωλή ζωή τους, αλλά θα προσευχώμαστε γιΆυτούς.

Όπου και να γυρίσης, θα δης την σοφία του Θεού. Παλιά που ήταν όλα φυσικά, πόσο όμορφα ήταν!

Ο άδικος, και γενικά κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του αδικημένου… Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση.

Μεγάλη υπόθεση να έχη ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! Ότι έχει ευλογία, στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ότι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει. Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει. μα ζεύει οργή Θεού…. Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες…. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λ.π. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί θα έχουν καθαρό μισθό.

Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος… Και τα περισσότερα διαζύγια από κεί ξεκινούν. Άν απλοποιούσαν όμως την ζωή τους, θα ήταν και ξεκούραστοι και χαρούμενοι.

Αν δεν μετανοήσουν οι άνθρωποι, αν δεν επιστρέψουν στον Θεό, χάνουν την αιώνια ζωή. Πρέπει να βοηθηθή ο άνθρωπος να νιώση το βαθύτερο νόημα της ζωής, να συνέλθη, για να νιώση την θεία παρηγοριά. Σκοπός είναι να ανέβη πνευματικά ο άνθρωπος, όχι απλώς να μην αμαρτάνη.

Και μόνον ο πόνος που νοιώθει κανείς για κάποιον είναι σαν ευχή.

Η πνευματική εργασία στον εαυτό μας είναι αθόρυβη εργασία στον πλησίον, γιατί μιλάει το παράδειγμα, και τότε μιμούνται οι άνθρωποι το καλό που βλέπουν και διορθώνονται.

7.

Είπε ο Γέροντας Παϊσιος:"Ρίξτε το μεγαλύτερο βάρος του αγώνος σας στην προσευχή, γιατί αυτή θα σας κρατάει σε επαφή με το Θεό. Και η επαφή αυτή πρέπει να είναι συνεχής.Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής,είναι ανάγκη της ψυχής και δεν πρέπει να θεωρείται αγγαρεία.Η προσευχή για να εισακουστεί από το Θεό, πρέπει να γίνεται με ταπείνωση, με βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας και να είναι καρδιακή. Εάν δεν είναι καρδιακή, δεν ωφελεί. Ο Θεός πάντοτε ακούει την προσευχή του ανθρώπου, που είναι πνευματικά ανεβασμένος. Η μελέτη της Αγίας Γραφής βοηθάει πολύ την προσευχή, γιατί θερμαίνει την ψυχή και την προετοιμάζει".

Αν θέλω να μη στενοχωρηθώ, για να είμαι χαρούμενος, να μη χαλάσω την ησυχία μου, για να είμαι πράος, τότε είμαι αδιάφορος….. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος… Πονάει δηλαδή για καταστάσεις, για ανθρώπους, αλλά ανταμείβεται γι' αυτόν τον πόνο με θεία παρηγοριά. Νοιώθει πόνο, αλλά νοιώθει μέσα του τη θεία παρηγοριά, γιατί κάνει ρίψεις με ευλογίες ο Θεός από τον Παράδεισο στην ψυχή και αγάλλεται ο άνθρωπος από την θεϊκή αγάπη. Αυτή είναι η χαρά, η πνευματική χαρά, που δεν εκφράζεται και πλημμυρίζει την καρδιά.

Αυτοί που παιδεύονται και δεν φταίνε αποταμιεύουν. Αυτοί που φταίνε, εξοφλούν.

Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάποιον εγωϊσμό και ο Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι να πάνε παρακάτω. Άλλοι έχουν λίγο παραπάνω εγωϊσμό και ο Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι και πάνε ακόμα παρακάτω. Αυτούς όμως που έχουν εωσφορική υπερηφάνεια, ο Θεός τους αφήνει. Μπορεί να φαίνεατι ότι κάνουν προκοπή αλλά τι προκοπή είναι αυτή; Μαύρη προκοπή. Και μετά δεν πέφτουν απλώς κάτω, αλλά πέφτουν κατ' ευθείαν στο βάραθρο. Ο Θεός να φυλάη!

Δεν ταιριάζει να μαλώνης για (να υπερασπισθής) τον εαυτό σου.

Όποιος δικαιολογεί την πτώση του, δικαιολογεί τον διάβολο…. Αυτός δεν έχει ανάπαυση ποτέ. Εδώ και δίκαιο να έχη κανείς, όταν πάη να δικαιώση τον εαυτό του πάλι ανάπαυση δεν έχει, πόσο μάλλον να μην έχη δίκαιο και να δικαιολογή την πτώση του με αναιδέστατο τρόπο.

Εκείνος που έχει πνευματική ανησυχία, βρίσκει τι του λείπει, το ζητάει και ωφελείται. Εγώ, ως αρχάριος, όταν διάβαζα κάτι, το αντέγραφα, για να μην το ξεχάσω, και προσπαθούσα να το εφαρμόσω. Δεν διάβαζα, για να περνάω ευχάριστα την ώρα μου. Υπήρχε μέσα μου η καλή ανησυχία και, όταν δεν καταλάβαινα κάτι, ρωτούσα να μάθω πως είναι. Λίγο διάβαζα, πολύ ήλεγχα τον εαυτό μου με αυτά που διάβαζα. «Που βρίσκομαι; Τι κάνω;» Κάθιζα τον εαυτό μου στο σκαμνί. Δεν τα περνούσα αυτά που διάβαζα έτσι αφορολόγητα.

Τα πατερικά βιβλία για να βοηθήσουν, πρέπει να διαβάζονται με ταπείνωση και προσευχή.

Από την ανάπαυση του άλλου γεννιέται η ανάπαυση η δική μου.

«Αυτές οι βάσεις (βάσεις πνευματικές, όπως είναι οι Μονές και οι ζωντανές ενορίες) θα διώξουν τις Βάσεις από την Κύπρο. Το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι πολιτικό, στο βάθος είναι πνευματικό»

Δεν συγκρίνεται η χαρα που νοιώθει κανείς, όταν δίνη, με την χαρά που νιώθει, όταν παίρνη

Η ανώτερη χαρά βγαίνει από τη θυσία. Μόνον όταν θυσιάζεται κανείς, συγγενεύει με τον Χριστό, γιατί ο Χριστός είναι θυσία.

Να παρακαλούμε το Χριστό να μας προσθέση πίστη και να μας την αυξήση.

8.

- Γέροντα, γιατί, ενώ ζητώ κάτι με πίστη, δεν το δίνει ο Θεός;

- Πιστεύεις, ζητάς, αλλά, αν δεν έχης ταπείνωση ή έχης προδιάθεση υπερηφανείας, δεν δίνει ο Θεός. Μπορεί να έχη κανείς πίστη όχι μόνο σαν ένα «κόκκον σινάπεως» αλλά σαν ένα κιλό σινάπι. Εάν όμως δεν έχη και ανάλογη ταπείνωση, δεν ενεργεί ο Θεό, γιατί δεν θα τον ωφελήση. Όταν υπάρχη υπερηφάνεια, δεν ενεργεί η πίστη.

Αυτή η ζωή δεν είναι για βόλεμα. Θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τουλάχιστον να πεθάνουμε σωστά!

Σήμερα, για να μπορέση ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που συναντά, πρέπει να έχη μέσα του τον Χριστό, από τον οποίο θα παίρνη θεία παρηγοριά, για να έχη κάποια αυταπάρνηση. Όποιος αποφασίση το θάνατο δεν φοβάται τίποτε.

Δεν συγκρίνεται η χαρά που νοιώθει κανείς, όταν δίνει , με την χαρά που νιώθει, όταν παίρνει…. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι χαίρονται με το να παίρνουν και στερούνται την θεϊκή χαρά, γι συτό είναι βασανισμένοι.

Όταν κινήται κανείς εγωιστικά, δεν δέχεται την Χάρη του Θεού και επόμενο είναι σε μια δυσκολία να αρνηθή τοιν Χριστό.

Στον εαυτό Του ο Χριστός δεν χρησιμοποίησε καθόλου την θεϊκή Του δύναμη και υπέφερε τον πολύ πόνο στο ευαίσθητο Σώμα Του από την πολλή αγάπη προς το πλάσμα Του. Αυτήν την αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο εάν αισθανθή κανείς, τότε μόνο θα είναι και εσωτερικά πραγματικά άνθρωπος.

- Γιατί Γέροντα ενώ πολλές φορές έχουμε νιώσει την παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την πρόνοιά Του για μας;

- Είναι παγίδα του διαβόλου. Ο διάβολος ρίχνει στάχτη στα μάτια του ανθρώπου, για να μη δη την πρόνοια του Θεού. Γιατί, όταν δη ο άνθρωπος την πρόνοια του θεού, θα μακλακώση η γρανιτένια καρδιά του, θα γίνη ευαίσθητη και θα ξεσπάση σε δοξολογία, και αυτό δεν συμφέρει στον διάβολο.

Γιατί Γέροντα ενώ πολλές φορές έχουμε νιώσει την παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την πρόνοιά Του για μας;

Είναι παγίδα του διαβόλου. Ο διάβολος ρίχνει στάχτη στα μάτια του ανθρώπου, για να μη δη την πρόνοια του Θεού. Γιατί, όταν δη ο άνθρωπος την πρόνοια του θεού, θα μακλακώση η γρανιτένια καρδιά του, θα γίνη ευαίσθητη και θα ξεσπάση σε δοξολογία, και αυτό δεν συμφέρει στον διάβολο. 
 ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.