Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Σάββατο του Λαζάρου στον Μαλακώντα


Ο Λάζαρος, ο επονομαζόμενος Δίκαιος και Τετραήμερος, ήταν αδελφός της Μάρθας και της Μαρία, με τις οποίες ζούσε στη Βηθανία, κοντά στα Ιεροσόλυμα.

Στο σπίτι τους είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα ο Χριστός, όταν περνούσε από την περιοχή, με κατεύθυνση προς την Ιερουσαλήμ.
Όπως ήταν φυσικό, το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου εξέγειρε τους Ιουδαίους και «εβουλεύσαντο οι αρχιερείς, ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν» (Ιω. ιβ΄ 9-11), καθότι ήταν το ζωντανό τεκμήριο του θαύματος. Ετσι ο Άγιος διωκόμενος από τους Ιουδαίους καταφεύγει στη νήσο Κύπρο, όπου τον συναντούν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας και τον χειροτονούν πρώτον επίσκοπο Κιτίου.
Το αρχαίο Κίτιο, η πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος είχε τη μεγάλη τιμή να ευαγγελισθεί το λόγο της Αληθείας όχι από έναν απλό εργάτη του Ευαγγελίου αλλά από ένα προσωπικό φίλο του Κυρίου. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια μετά την έγερσή του. «Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ήταν τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε, και ούτω πρός Κύριον εξεδήμησε κοιμηθείς».
Οι παραδόσεις τον θέλουν σκυθρωπό και αγέλαστο κατά την παρούσα ζωή, και αυτό οφειλόταν στα όσα είχε δει κατά την τετραήμερη παραμονή του στον Άδη. Οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι δε γέλασε ποτέ στη ζωή του παρά μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο».
Άλλη παράδοση συνδέει τον Άγιο με την Αλυκή της Λάρνακος (σημερινή ονομασία του Κιτίου). Στη θέση της Αλυκής υπήρχε τον καιρό του Αγίου ένα μεγάλο αμπέλι. Διερχόμενος μια μέρα από εκεί ο Άγιος, δίψασε και ζήτησε λίγο σταφύλι από τη γυναίκα-ιδιοκτήτη του αμπελιού. Εκείνη αρνήθηκε και για να την τιμωρήσει, μετέτρεψε θαυματουργικά το τεράστιο αμπέλι σε αλυκή. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από τους εργάτες που συλλέγουν το αλάτι. Ισχυρίζονται ότι σκάβοντας βρίσκουν ρίζες και κορμούς αμπελιού. Λέγεται μάλιστα, πως στο μέσο της αλυκής βρίσκεται πηγάδι με γλυκό νερό, γνωστό ως «πηγάδι της «ρκάς» δηλ. της γριάς.
Ο Συναξαριστης της Κωνσταντινουπόλεως, σχετικά με αυτή την παράδοση, αναφέρει ότι τη λίμνη διεκδικούσαν δύο αδέλφια, οι οποίοι ήρθαν σε έντονη ρήξη για την κατοχή της. Ο Άγιος «διά προσευχής εξήρανε και εις άλατος φύσιν αυτήν επήξατο».
Στα «Πάτρια» του Αγίου Όρους γίνεται άμεση σύνδεση της Κύπρου και του Αγίου Λαζάρου με τη Θεοτόκο και τον Άθωνα. Η μητέρα του Κυρίου, συνοδευομένη από τόν Ευαγγελιστή Ιωάννη, ήλθε στο Κίτιο, συνάντησε τον Άγιο Λάζαρο, στον οποίο μάλιστα δώρησε ωμοφόριο και επιμάνικα, ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τόν Άθω.
Σύμφωνα πάντα με τον Συναξαριστή της Κωνσταντινουπόλεως, ο Άγιος ετάφη σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Η λάρνακα τοποθετήθηκε αργότερα σε έναν μικρό ναό.
Πέραν από την πληροφορία του αγίου Επιφανίου, σχετικά μέ τά τριάντα χρόνια της δεύτερης ζωής του Αγίου, η παλαιότερη, κατά τους ερευνητές, μαρτυρία για την παράδοση της παρουσίας του αγίου Λαζάρου στην Κύπρο αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη Ευβοίας, πρεσβύτερο και μοναχό του Πατριαρχείου Αντιοχείας (περι τό 744). Ο Άγιος σε ομιλία του «Εις τον τετραήμερον Λάζαρον» αναφέρει: «΄Εμοι γάρ είρηκεν γέρων τις περι του μακαρίου Λαζάρου πληροφορηθείς από γραφης τών αυτου υπομνημάτων, ότι εν Κύπρω τη νήσω επίσκοπος γενάμενος και τόν του μαρτυρίου στέφανον υπέρ Χριστου ανεδήσατο τόν δρόμον τελέσας και την πίστην τηρήσας και συν τώ Χριστώ αιωνίως αγάλλεται».
Όπως γίνεται φανερό, γύρω στα 744 στον χώρο της Αντιοχείας είναι γνωστή και διαδεδομένη η παράδοση για τον Άγιο Λάζαρο. Η πληροφορία για μαρτυρικό θάνατο του Αγίου είναι μοναδική και δεν συναντάται σε άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.
Η τριακονταετής παραμονή του αγίου Λαζάρου στον επισκοπικό θρόνο του Κιτίου είναι γνωστή και στον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη (759-826), ο οποιος αναφέρει εις τας Κατηχήσεις του: «Λαζάρου του μακαριωτάτου εορτάζωμεν τα μνημόσυνα, μαλλον δέ τά εγέρσια, Λαζάρου εκείνου τά τριάκοντα έτη ζήσαντος, ώς ο λόγος, και επισκοπήσαντος μετά την ανάζησιν».
Η ανακομιδή και μετάθεση του ιερού λειψάνου του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τιμάται από την Εκκλησία τη 17ην Οκτωβρίου, έγινε κατά το έτος 899/900 μετά από εντολή του αυτοκράτορος Λέοντος Στ΄ του Σοφού.
Η μετάθεση του λειψάνου περιγράφεται λεπτομερώς σε δύο πανηγυρικούς λόγους που εκφώνησε μπροστά στο ιερό λείψανο παρουσία του αυτοκράτορος ο μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-μετά το 932). Στον πρώτο Λόγο, ο λόγιος κληρικός εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στο δεύτερο περιγράφει διεξοδικά την πομπή που σχηματίσθηκε, με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα, για τη μεταφορά του λειψάνου από τη Χρυσούπολη στην Αγία Σοφία.
Ο Λέων Στ΄, ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, απέστειλε χρήματα και τεχνίτες στην Κύπρο, όπου έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα στη Λάρνακα. Εκτός τούτου οικοδόμησε μονή στην Κωνσταντινούπολη επ’ ονόματι του δικαίου Λαζάρου, όπου εναπόθεσε το ιερό λείψανο. Στην ίδια μονή μεταφέρθηκε αργότερα από την ΄Εφεσο και το λείψανο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Κατά τη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε το έθος να εκκλησιάζεται στη μονή κατά το Σάββατο του Λαζάρου, ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
Το ιερό λείψανο του Αγίου πρέπει να μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την παλαιά λάρνακα. Τούτο συμπεραίνεται από το ότι η μαρμάρινη λάρνακα, που εναπόκειται σήμερα κάτω από την αγία Τράπεζα του ομωνύμου ναού στη Λάρνακα, φέρει επιγραφή, σε μεγαλογράμματη γραφή, «ΦΙΛΙΟΥ» (ονομαστική: Φίλιος), ενώ η παλαιά «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Στη σημερινή λάρνακα ανευρέθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1972 τμήμα του ιερού λειψάνου του δικαίου Λαζάρου μέσα σέ ξύλινη θήκη.
Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι οι Κιτιείς δεν πρέπει να είχαν παραδώσει ολόκληρο το λείψανο στον αυτοκράτορα αλλά το μεγαλύτερο μέρος του. Εξάλλου και ο Αρέθας στους Λόγους του δέν αναφέρεται σε άφθαρτο σκήνωμα αλλά σε «οστά » και «κόνιν». Εκτός αυτού ρωσική πηγή στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αναφέρει ότι ένας Ρώσος μοναχός από το Μοναστήρι του Πσκώβ, που επισκέφθηκε κατά το 16ο αιώνα την πόλη της Λάρνακας, προσκύνησε τα οστά του αγίου Λαζάρου και πήρε μαζί του μικρό τεμάχιο από αυτά.
Το τεμάχιο διαφυλάσσεται ως σήμερα στο παρεκκλήσιο του αγίου Λαζάρου, στη μονή Πσκώβ.
Η δυνατότητα την οποία είχε ο Ρώσος μοναχός να προσκυνήσει τον Άγιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λάρνακα με τα εναπομείναντα λείψανα ήταν θεατή στους προσκυνητές τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Αργότερα σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, οι Κιτιείς τα έκρυψαν κάτω από την αγία Τράπεζα όπου παρέμεινε μέχρι την ανεύρεσή της κατά το έτος 1972.

O τάφος του Αγίου Λαζάρου




Ενώ οι πλειοψηφία των Χριστιανών αγνοούν τη γιορτή αυτή, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γιορτάζουν το Σάββατο του Λαζάρου, ως προπομπό του Πάσχα μια ακριβώς εβδομάδα νωρίτερα.

Είναι στ’ αλήθεια ένα μικρό Πάσχα που προηγείται από το κυρίως Πάσχα. Αυτό φυσικά το ήθελε ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος ανέστησε το Λάζαρο ως μια τελευταία πράξη πρίν από την είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα και την αργή άνοδό Του στο Γολγοθά τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.

Σε ένα ύμνο της γιορτής, αναφέρεται ότι ο Ιησούς «έκλεψε τον Λάζαρο από τους νεκρούς». Μου αρέσει αυτή η ιδέα. Την ερχόμενη εβδομάδα όμως δεν θα υπάρχει καμιά κλοπή. Αντίθετα οι θύρες του Άδη θ’ ανοίξουν διάπλατα. Αυτό που έκανε για το Λάζαρο ο Χριστός θα το κάνει για όλους μας.

Φυσικά η ανάσταση του Λαζάρου διαφέρει από τις προηγούμενες νεκραναστάσεις που επιτέλεσε ο Ιησούς- όπως για παράδειγμα την κόρη του Ιαείρου. Ο Λάζαρος βρισκόταν στον τάφο τέσσερις μέρες και το σώμα του είχε ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται. ‘Κύριε, μυρίζει ήδη!’ είπε στον Κύριο μια από τις αδελφές του Λαζάρου, όταν είχε ζητήσει να Του δείξουν τον τάφο.


Καθόμουν στον τάφο του Λαζάρου τον περασμένο Σεπτέμβριο όπως ανέφερα σε άλλη ανάρτησή μου στο διαδίκτυο. Δεν είναι και ιδιαίτερα αξιοσημείωτο προσκύνημα. Ανήκει σε μια οικογένεια μουσουλμάνων και πρέπει να πληρώσει κανείς για να μπει μέσα. Αρκετοί από τους άλλους προσκυνητές αρνήθηκαν να το κάνουν αλλά εγώ δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ.

Ο Λάζαρος είναι μια σημαντική προσωπικότητα στη Ρωσσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Ο Ρασκολνίκωβ στο «Εγκλημα και Τιμωρία» αρχίζει να μετανοεί για το φόνο που διέπραξε όταν ακούει την ιστορία του Λαζάρου. Για τους πολλούς και πολύ ορθά είναι μια υπενθύμιση για τη γενική ανάσταση. Ο,τι έκανε ο Ιησούς στο Λάζαρο θα το κάνει σε όλους.


Για μένα συμβολίζει και το γενικό ενταφιασμό που επικρατεί. Πριν ακόμα πεθάνουμε συνήθως αρχίζουμε να κατοικούμε στους τάφους μας. Ζούμε τη ζωή μας με κλειστές τις πόρτες ( και μυρίζουμε άσχημα). Οι καρδιές μας είναι χώροι διαφθοράς και όχι το κατοικητήριο του Θεού.

Στην καλύτερη περίπτωση ζητούμε από τον Ιησού να μας επισκεφθεί όπως και τον Λάζαρο. Αυτή η επίσκεψη έκανε τον Ιησού να δακρύσει. Η κατάσταση της δικής μας διαφθοράς Τον κάνει να κλαίει με λυγμούς. Ζούμε τόσο αντίθετα με το θέλημα του Θεού. Δεν έχουμε δημιουργηθεί για να πεθάνουμε.

Να επισημάνω ακόμα και τούτο στην ιστορία του Λαζάρου: ακόμα και κατά την ανάστασή του, ανασταίνεται με μια αδυναμία. Παραμένει δεμένος με τα σάβανα. Κάποιος πρέπει να τον λύσει από τα δεσμά.

Εμείς, παρόλο που βαπτιστήκαμε και ντυθήκαμε τον Ιησού, συχνά ανταλλάζουμε αυτό το θαυμάσιο ένδυμα με τα νεκροσάβανα. Ο Χριστός μας ζωοποίησε, ωστόσο εμείς παραμένουμε δεμένοι όπως οι νεκροί. Κι εγώ καθόμουν στον τάφο του Λαζάρου γιατί μου φαινόταν τόσο γνώριμος.


Κάλαντα τοῦ Λαζάρου


Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου, τὸ ἔχει περιβάλει ὁ λαός μας μὲ ὄμορφα ἔθιμα. Ἐξ αὐτῶν τὰ κάλαντα τραγουδοῦν μόνο κορίτσια, οἱ λεγόμενες «Λαζαρίνες». Ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἡμέρα ἔχουν συλλέξει ἄνθη καὶ μὲ αὐτὰ ἔχουν στολίσει καλαθάκια μὲ τὰ ὁποῖα γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι καὶ τραγουδοῦν:

Οἱ νοικοκυραῖοι ποὺ ἄκουγαν τὰ κάλαντα, ἔδιναν στὶς Λαζαρίνες φροῦτα, διάφορα φαγώσιμα ἢ χρήματα.

Κάλαντα τοῦ Λαζάρου

Ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα
καὶ μὲ τὸν ὁρισμό σας,
Λαζάρου τὴν Ἀνάσταση
νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ἔβγατε παρακαλοῦμε,
γιὰ νὰ σᾶς διηγηθοῦμε,
γιὰ νὰ μάθετε τί ἐγίνη,
σήμερα στὴν Παλαιστίνη.

Σήμερον ἔρχεται ὁ Χριστός,
ὁ ἐπουράνιος Θεός.
Ἐν τῇ πόλει Βηθανίᾳ,
Μάρθα κλαίει καὶ Μαρία·

Λάζαρον τὸν ἀδερφό τους
τὸν γλυκὺ καὶ καρδιακό τους,
τρεῖς ἡμέρες τὸν θρηνοῦσαν
καὶ τὸν ἐμοιρολογοῦσαν.

Τὴν ἡμέρα τὴν τετάρτη,
κίνησε ὁ Χριστὸς γιὰ νά ῾ρθῃ.
Καὶ ἐβγῆκεν κι ἡ Μαρία
ἔξω ἀπὸ τὴ Βηθανία.

Καὶ ἐμπρός του γόνυ κλεῖ,
καὶ τοὺς πόδες του φιλεῖ.
-Ἂν ἐδῶ ἤσουν Χριστέ μου,
δὲν θ᾿ ἀπέθνησκε ὁ ἀδερφός μου.

Μὰ κι ἐγὼ τώρα πιστεύω,
καὶ καλότατα ἐξεύρω,
ὅτι δύνασ᾿ ἂν θελήσῃς
καὶ νεκροὺς νὰ ἀναστήσῃς.

-Λέγε, πίστευε, Μαρία
ἄγωμεν εἰς τὰ μνημεῖα.
῾Κεῖνοι παρευθὺς ἐπῆγαν
καὶ τὸν τάφο τοῦ ἐδεῖξαν.

Τὸν τάφο νὰ μοῦ δείξετε
καὶ ῾γὼ θὲ νὰ πηγαίνω.
Τραπέζι νὰ ῾τοιμάσετε,
καὶ ῾γὼ τὸν ἀνασταίνω.

Ἐπῆγαν καὶ τοῦ ἔδειξαν
τὸν τάφο τοῦ Λαζάρου.
Τοὺς εἶπε καὶ ἐκύλισαν
τὸν λίθο, ποὖχε ἀπάνου.

Τότε κι ὁ Χριστὸς δακρύζει
καὶ τὸν Ἅδη φοβερίζει:
-Ἅδη, Τάρταρε καὶ Χάρο.
Λάζαρον θὰ σοῦ τὸν πάρω.

Δεῦρο ἔξω Λάζαρέ μου,
φίλε καὶ ἀγαπητέ μου.

Παρευθὺς ἀπὸ τὸν Ἅδη,
ὡς ἐξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος ἀπενεκρώθη,
ἀνεστήθη καὶ σηκώθη.

Λάζαρος σαβανωμένος
καὶ μὲ τὸ κηρὶ ζωσμένος.
Ἐκεῖ Μάρθα καὶ Μαρία,
ἐκεῖ κι ὅλη ἡ Βηθανία.

Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλοι
τότε εὑρεθῆκαν ὅλοι,
δόξα τῷ Θεῷ φωνάζουν,
καὶ τὸ Λάζαρο ἐξετάζουν.
Ἕνα ἄλλο ἔθιμο τῆς ἡμέρας εἶναι οἱ «Ἀγερμοί». Τὰ παιδιὰ γυρνᾶνε ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, κρατώντας ἕνα ὁμοίωμα τοῦ Λαζάρου, καὶ τραγουδοῦν τοὺς «Ἀγερμούς»:
-Λάζαρε, πές μας τί εἶδες,
εἰς τὸν Ἅδη ποῦ ἐπῆγες;
-Εἶδα φόβους, εἶδα τρόμους,
εἶδα βάσανα καὶ πόνους.
Δῶστε μου λίγο νεράκι,
νὰ ξεπλύνω τὸ φαρμάκι.
Τῆς καρδούλας μου τὸ λέω,
καὶ μοιρολογῶ καὶ κλαίω.

Τοῦ χρόνου πάλι νά ῾ρθουμε,
μὲ ὑγεία νὰ σᾶς βροῦμε.
Στὸν οἶκο σας χαρούμενοι,
τὸν Λάζαρο νὰ ποῦμε.

Σὲ τοῦτο τ᾿ ἀρχοντόσπιτο
πέτρα νὰ μὴ ραΐσει.
Καὶ ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,
χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει.

Νὰ ζήσει χρόνια ἑκατό,
καὶ νὰ τὰ ξεπεράσει.
Ἕνα τρίτο ἔθιμο τὴν ἡμέρας εἶναι τὰ «Λαζαράκια». Σὲ κάποιες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας τὰ λένε καὶ «Λαζόνια». Πρόκειται γιὰ μικρὰ ψωμάκια πλασμένα σὲ σχῆμα ἀνθρώπου. Μέσα στὴν ζύμη ἔβαζαν μέλι ἢ καρύδια ἢ σταφίδες ἢ ὅτι ἄλλο ἔβγαζε ὁ κάθε τόπος. Τὸ ἔθιμο λέει ὅτι ὅποιος δὲν πλάσει Λαζαράκια, δὲν θὰ χορτάσει ψωμί.
Μία παραλλαγὴ τοῦ ἐθίμου αὐτοῦ συναντοῦμε στὸ νησὶ τῆς Κῶ. Ἐκεῖ οἱ ἀρραβωνιασμένες κοπέλες, φτιάχνουν Λαζαράκια σὲ μεγάλο ὅμως μέγεθος, καὶ ἀφοῦ τὰ γεμίσουν μὲ φροῦτα καὶ ξηροὺς καρπούς, τὰ στέλνουν στὸν μέλλοντα σύζυγό τους.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
(Παραδοσιακὸ Κυπριακό)

Ἔαρ ἡμῖν ἐπέφανεν, τοῖς πᾶσι τὸ μηνῦον
τὴν τοῦ Λαζάρου ἔγερσιν, ξένον, φρικτὸν σημεῖον.
Ἄνθη καὶ ρόδα εὔοσμα, κατάνυξις ψυχῆς τε,
καὶ λέγω σας, ἀκροαταί, εἰς τὴν χαρὰν νὰ εἶσθε.
Ἀκούσατε τὴν ἔγερσιν τοῦ τεταρταίου φίλου
καὶ τὴν χαράν, ἣν ἔλαβον αἱ ἀδελφαὶ ἐκείνου,
διὰ νὰ καταλάβετε τί εἶναι θεία Ἀγάπη
καὶ πὼς ψυχὴ λυτρώννεται ἀπὸ πικρὸν τὸν Ἅδην,
ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Λάζαρος, ὅστις εἶχεν ἀγάπην
μὲ τὸν Δεσπότην τὸν Χριστόν, πολλήν, καθαρωτάτην.
Ἀρχίζω τὴν διήγησιν κι ὅλοι ἀκροασθεῖτε
μὲ πόθον καὶ μὲ προσοχήν, γιὰ νὰ ὠφεληθῆτε.
Ὁ Λάζαρος κατήγετο ἀπὸ τὴν Βηθανίαν
καὶ τὸν Χριστὸν ἐδέχετο μὲ περισσὴν φιλίαν.
Εἶχεν καὶ δύο ἀδελφάς, τὴν Μάρθαν καὶ Μαρίαν,
εἶχον ἀγάπην περισσὴν καὶ καθαρὰν καρδίαν.
Αὐτὸς λοιπὸν ἠσθένησεν ἀσθένειαν μεγάλην
καὶ πυρετὸς τὸν ἔβαλεν, κι εἶχεν μεγάλην ζάλην.
Μὰ ὁ Χριστὸς εὑρίσκετο εἰς μίαν ἄλλην πόλιν
μὲ ὄχλον πολυάριθμον ὁμοῦ καὶ ἀποστόλοι.
Τοῖς μαθηταῖς του ἔλεγεν μὲ τὴν βραχυλογίαν,
«σηκοῦτε νὰ ὑπάγωμεν πάλιν στὴν Βηθανίαν,
ὁ Λάζαρος κεκοίμηται καὶ θέλω νὰ κινήσω,
διὰ νὰ πάγω πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἐξυπνήσω.»
Οἱ μαθηταῖς δὲν ἐννοοῦν τὸ τί ῾θελεν νὰ εἴπῃ,
ὁ Λάζαρος ἀπέθανεν, κι εἶναι μεγάλη λύπη,
ἡμέρες εἶναι τέσσερεις, ποὺ εἶναι πεθαμμένος
καὶ εἰς τὸν τάφον βρίσκεται κ᾿ εἶναι λαζαρωμένος.
Τότε λοιπὸν ξεκίνησαν νὰ πᾶν στὴν Βηθανίαν
οἱ ἀποστόλοι κι ὁ Χριστὸς καὶ ὅλ᾿ ἡ συνοδεία.
Ἡ Μάρθα τοὺς προϋπαντᾶ μὲ θρήνους καὶ μὲ γόους
καὶ προσκυνοῦσα τὸν Χριστόν, λέγει αὐτοὺς τοὺς λόγους:
«Ἂν ἦσο ὧδε, Κύριε, o Λάζαρος, ὁ φίλος
ποτὲ δὲν θὰ ἀπέθνησκεν τὸ βέβαιον ἐκεῖνος.»
Κι ὁ Ἰησοῦς μας ὁ Χριστὸς τότε συνεκινήθην:
«Μάρθα, Μαρία, μὴν κλαῖτε, μόνον ἔχετε πίστιν
ὁ γὰρ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσει.»
Λέγ᾿ ἡ Μαρία, «Κύριε, ξεύρω, ὅσ᾿ ἂν αἰτήσῃς,
Σοῦ τὰ χαρίζει ὁ Θεός, ἂν θέλῃς καὶ ὁρίσῃς».
Τῆς λέγει «ποῦ τεθήκατε τὸν Λάζαρον τὸν φίλον,
ὑπάγετε οὖν ἔμπροσθεν καὶ δείξατέ μοι ἐκεῖνον».
Καὶ παρευθὺς ἐπρόσταξεν τοῦτον νὰ ποιήσουν,
τὸν λίθον ἐκ τοῦ μνήματος νὰ τὸν ἀποκυλίσουν.
Ἐπάνωθεν τοῦ μνήματος ἐστάθην καὶ δακρύζει.
Κι ὡς ἄνθρωπος ἐδάκρυσεν μὲ εὐσπλαχνίαν,
νὰ δείξει τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐπιεικείαν,
καὶ ὡς Θεὸς ἐφώναξεν μίαν φωνὴν μεγάλην,
«Λάζαρε, δεῦρο ἔξελθε», κι ἠκούσθην εἰς τὸν Ἅδην.
Ὁ Ἅδης ἀναστέναξεν, ἔτρεμεν, ἐφοβεῖτον,
ὡς ἤκουσεν τοῦ Ἰησοῦ τὴν θεϊκὴν φωνήν του
τὸν Λάζαρον ἀπέλυσεν εὐθὺς καὶ τὸν ἀφίνει
καὶ τὸν βιάζει μάλιστα μήπως ἐκεῖ ἀπομείνῃ.
Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Λάζαρος ἔξω λαζαρωμένος,
κίτρινος, μαῦρος καὶ χλωμὸς καὶ τεταπεινωμένος.
Ἐπρόσταξεν κι ἐλύσαν του τὰς χεῖρας καὶ τὰς πόδας,
καὶ πῆγεν εἰς τὸν oἶκον του μονάχος ...


Η συνταγή για τα λαζαράκια

Συστατικά
  • 400 γρ. χλιαρό νερό
  • 1 κ.σ. ξερή μαγιά
  • 150 γρ. ζάχαρη κρυσταλλική
  • 50 γρ. ελαιόλαδο
  • 1 κ.γ. κανέλα σκόνη
  • ¼ κ.γ. γαρίφαλο σκόνη
  • ½  κ.γ. κάρδαμο σκόνη
  • ¼ κ.γ. αλάτι
  • 800 γρ. αλεύρι γ.ο.χ.
  • 50 γρ. σταφίδες
  • 50 γρ. καρύδια
  • 40 γαρίφαλα ολόκληρα


Μέθοδος Εκτέλεσης
  • Στον κάδο του μίξερ, προσθέτουμε το νερό, τη μαγιά και τη ζάχαρη.
  • Ανακατεύουμε καλά με ένα σύρμα χειρός για να διαλυθεί και το αφήνουμε για 10 λεπτά μέχρι να ενεργοποιηθεί η μαγιά.
  • Προσθέτουμε το ελαιόλαδο, τη κανέλα, το γαρίφαλο σε σκόνη, το κάρδαμο, το αλάτι και το αλεύρι.
  • Χτυπάμε με το γάντζο σε μέτρια ταχύτητα 8-10 λεπτά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα και να δέσει το ζυμάρι.
  • Αφήνουμε τη ζύμη να ξεκουραστεί σκεπασμένη με μία πετσέτα για 30 λεπτά.
  • Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170° C στον αέρα.
  • Αφού η ζύμη έχει ξεκουραστεί τη χωρίζουμε σε 20 μπαλάκια των 60 γρ. το καθένα.
  • Από το κάθε μπαλάκι ζυγίζουμε 50 γρ. για το σώμα και 10 γρ. για τα χεράκια.
  • Παράλληλα ετοιμάζουμε τη γέμιση με τις σταφίδες και τα καρύδια χονδροκομμένα και τα τοποθετούμε σε ένα μπολάκι.
  • Πλάθουμε το σώμα από τα λαζαράκια μας σε μακρόστενο σχήμα, γεμίζουμε με 1 κ.γ. από τη γέμιση, κλείνουμε καλά και με την υπόλοιπη ζύμη φτιάχνουμε 2 χεράκια που τα περνάμε τα χέρια χιαστί από την πίσω μεριά και να καταλήξουν πάλι σε σχήμα Χ και  μπροστά.
  • Βάζουμε γαρίφαλα για τα μάτια.
  • Τοποθετούμε τα λαζαράκια σε ένα ταψί στρωμένο με λαδόκολλα και ψήνουμε για 20-30 λεπτά.
Ο Λάζαρος που μνημονεύουμε φέτος το ερχόμενο Σάββατο 31 Μαρτίου 2018, είναι πρόσωπο της Καινής Διαθήκης, φίλος και μαθητής του Χριστού, ο οποίος «ηγέρθη εκ νεκρών» προαναγγέλλοντας την Ανάσταση του Κυρίου. Το όνομα «Λάζαρος» είναι εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού Ελεάζαρ. Ο Λάζαρος, ο επονομαζόμενος Δίκαιος και Τετραήμερος, ήταν αδελφός της Μάρθας και της Μαρίας (η γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού λίγες ημέρες πριν από τη σταύρωση και στη συνέχεια τα σπόγγισε με τα μαλλιά της), με τις οποίες ζούσε στη Βηθανία, κοντά στα Ιεροσόλυμα. Στο σπίτι τους είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα ο Χριστός, όταν περνούσε από την περιοχή, με κατεύθυνση προς την Ιερουσαλήμ. Κατά την Καινή Διαθήκη (Ιωάννου ια’ 1-44), μια μέρα ο Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Οι αδελφές του ειδοποίησαν τον Ιησού ότι ο φίλος του ασθενεί βαρέως, αλλά εκείνος καθυστέρησε να έλθει. Στους μαθητές του είπε ότι ο φίλος του κοιμήθηκε και ότι θα μεταβεί στη Βηθανία για να τον ξυπνήσει. Όταν έφθασε στη Βηθανία με τους μαθητές του, η Μαρία του παραπονέθηκε ότι αν ερχόταν εγκαίρως δεν θα πέθαινε ο αδελφός της. Τότε, ο Ιησούς δάκρυσε και με φωνή μεγάλη προ του τάφου εκραύγασε: «Λάζαρε δεύρο έξω!» και ανάστησε τον Λάζαρο τέσσερεις ημέρες μετά τον θάνατό του, προκαλώντας τον θαυμασμό των παρισταμένων και το θανάσιμο μίσος των εχθρών του Φαρισαίων (Ιωάννου ια’ 45-57). Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λάζαρος ήταν τότε 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Έγινε επίσκοπος Κιτίου στην Κύπρο και πέθανε σε ηλικία 60 ετών. Τον Οκτώβριο του 890 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός βρήκε στην Κύπρο το λείψανο του Λαζάρου και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Το τοποθέτησε σε αργυρή θήκη στον ομώνυμο ναό που κτίσθηκε στη βασιλεύουσα. Η ανακομιδή των λειψάνων του εορτάζεται στις 17 Οκτωβρίου. Ο τάφος του Λαζάρου έχει υποδειχθεί μέσα σε βράχο (διαστάσεων 3×3μ.) στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ. Η ανάμνηση του θαύματος της Ανάστασης του Λαζάρου εορτάζεται από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδας («Κουφής») της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και στις 17 Μαρτίου. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εορτάζει το γεγονός στις 17 Δεκεμβρίου. Ο Λάζαρος έχει εμπνεύσει τη λαϊκή φαντασία. Γνωστές είναι οι παροιμίες: «Με τη φωνή και ο Λάζαρος» «Ξαναζωντάνεψε σαν τον Λάζαρο» «Κέρινος σαν τον Λάζαρο» Γενικά, η προσωνυμία «Λάζαρος» δίδεται μεταφορικά σε άτομα που σώθηκαν ανέλπιστα από βέβαιο θάνατο, σε άτομα που θεωρούνταν χαμένα και ξαφνικά επέστρεψαν και σε ανθρώπους καχεκτικούς ή διαρκώς κατηφείς. Το Λαζαροσάββατο σε πολλά μέρη της Ελλάδας οι νοικοκυρές ζυμώνουν ειδικά ψωμάκια, στα οποία δίνουν το σχήμα ανθρώπου και μάλιστα σαβανωμένου, όπως παριστάνεται ο Λάζαρος στη βυζαντινή εικονογραφία. Τα ψωμάκια αυτά λέγονται λαζάροι, λαζαρούδια, λαζαράκια, λαζόνια, λαζαρέλια κ.α. Την ίδια ημέρα τα παιδιά (κυρίως τα κορίτσια) γυρίζουν τα σπίτια και τραγουδούν ειδικά κάλαντα, τα λεγόμενα λαζαρικά, σε διάφορες παραλλαγές, που εξιστορούν την «εκ νεκρών έγερση» του Λαζάρου. Τελειώνοντας το τραγούδι τους τα Λαζαράκια, όπως αποκαλούνται οι καλαντιστές της ημέρας, συνεχίζουν με ευχετικούς και επαινετικούς στίχους για το σπίτι και δέχονται ως φιλοδώρημα αυγά που τα τοποθετούν σ’ ένα στολισμένο καλαθάκι (σε κάποιες περιοχές φρούτα ή χρήματα). Τον Λάζαρο τραγουδούν κυρίως κορίτσια σχολικής ηλικίας, τα οποία αποκαλούνται λαζαρίνες, λαζαρίτσες, λαζαρούδισσες κ.α. Γενικότερα, το Σάββατο του Λαζάρου λαμβάνει χαρούμενο χαρακτήρα, καθώς η έγερση του Λαζάρου προαναγγέλλει την Ανάσταση του Χριστού. Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα. Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου. Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος; Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος. Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι, που ‘ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι. Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι, Που ‘ν’ το στόμα μου, σαν περιβόλι. Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια. Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την πόλη, σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι. Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη, γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι. Το κοφνάκι μου θέλει αυγά, κι η τσεπούλα μου θέλει λεφτά. Βάγια, Βάγια και Βαγιώ. τρώνε ψάρι και κολιό. Και την άλλη Κυριακή, τρώνε το ψητό τ’ αρνί. ####### Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια Ήρθε κι ο Χριστός να πούμε τ’ Άγια Ήρθε ο Χριστός απ’ την Καισαρία Εκεί έβρισκε Μάρθα και Μαρία Μάρθα, που ’ναι ο Λάζαρος ο αδερφός σας φίλος του Χριστού και ιδικός μας; Λένε αφέντη μου, που είναι απεθαμένος Και με τους νεκρούς ανταμωμένους. Ας υπάγουμε να τον ιδούμε και στον τάφο του να λυπηθούμε. Λέγε Λάζαρε, τι είδες στον Κάτω Κόσμο που επήγες; Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους. Όσα φύλλα έχει ο κίσσαρας και η πόλη παραθύρια Τόσα καλά να δώσει ο Θεός εδώ που τραγουδούμε και τη Λαμπρή, την Πασχαλιά καλόκαρδοι να βρούμε. ##### Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας, Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας. Έβγατε παρακαλούμε, για να σας διηγηθούμε, για να μάθετε τι εγίνη, σήμερα στην Παλαιστίνη. Σήμερον έρχεται ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός. Εν τη πόλει Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία· Λάζαρον τον αδερφό τους τον γλυκύ και καρδιακό τους, τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιρολογούσαν. Την ημέρα την τετάρτη, κίνησε ο Χριστός για να ’ρθη. Και εβγήκεν κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία. Και εμπρός του γόνυ κλει, και τους πόδες του φιλεί. -Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θ’ απέθνησκε ο αδερφός μου. Μα κι εγώ τώρα πιστεύω, και καλότατα εξεύρω, ότι δύνασ’ αν θελήσεις και νεκρούς να αναστήσεις. -Λέγε, πίστευε, Μαρία άγωμεν εις τα μνημεία. ’Κείνοι παρευθύς επήγαν και τον τάφο του εδείξαν. Τον τάφο να μου δείξετε και ’γω θε να πηγαίνω. Τραπέζι να ’τοιμάσετε, και ’γω τον ανασταίνω. Επήγαν και του έδειξαν τον τάφο του Λαζάρου. Τους είπε και εκύλισαν τον λίθο, πούχε απάνου. Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει: -Άδη, Τάρταρε και Χάρο. Λάζαρον θα σου τον πάρω. Δεύρο έξω Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου. Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι, Λάζαρος απενεκρώθη, ανεστήθη και σηκώθη. Λάζαρος σαβανωμένος και με το κηρί ζωσμένος. Εκεί Μάρθα και Μαρία, εκεί κι όλη η Βηθανία. Μαθητές και Αποστόλοι τότε ευρεθήκαν όλοι, δόξα τω Θεώ φωνάζουν, και το Λάζαρο εξετάζουν. #### -Λάζαρε, πες μας τι είδες, εις τον Άδη που επήγες; -Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους. Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι. Της καρδούλας μου το λέω, και μοιρολογώ και κλαίω. Του χρόνου πάλι να ’ρθουμε, με υγεία να σας βρούμε. Στον οίκο σας χαρούμενοι, τον Λάζαρο να πούμε. Σε τούτο τ’ αρχοντόσπιτο πέτρα να μη ραϊσει. Και ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει. Να ζήσει χρόνια εκατό, και να τα ξεπεράσει. Το τραγούδι του Λαζάρου (Παραδοσιακό Κυπριακό) Έαρ ημίν επέφανεν, τοις πάσι το μηνύον την του Λαζάρου έγερσιν, ξένον, φρικτόν σημείον. Άνθη και ρόδα εύοσμα, κατάνυξις ψυχής τε, και λέγω σας, ακροαταί, εις την χαράν να είσθε. Ακούσατε την έγερσιν του τεταρταίου φίλου και την χαράν, ην έλαβον αι αδελφαί εκείνου, δια να καταλάβετε τι είναι θεία Αγάπη και πώς ψυχή λυτρώννεται από πικρόν τον Άδην, ως και αυτός ο Λάζαρος, όστις είχεν αγάπην με τον Δεσπότην τον Χριστόν, πολλήν, καθαρωτάτην. Αρχίζω την διήγησιν κι όλοι ακροασθείτε με πόθον και με προσοχήν,για να ωφεληθήτε. Ο Λάζαρος κατήγετο από την Βηθανίαν και τον Χριστόν εδέχετο με περισσήν φιλίαν. Είχεν και δύο αδελφάς, την Μάρθαν και Μαρίαν, είχον αγάπην περισσήν και καθαράν καρδίαν. Αυτός λοιπόν ησθένησεν ασθένειαν μεγάλην και πυρετός τον έβαλεν, κι είχεν μεγάλην ζάλην. Μα ο Χριστός ευρίσκετο εις μίαν άλλην πόλιν με όχλον πολυάριθμον ομού και αποστόλοι. Τοις μαθηταίς του έλεγεν με την βραχυλογίαν, «σηκούτε να υπάγωμεν πάλιν στην Βηθανίαν, ο Λάζαρος κεκοίμηται και θέλω να κινήσω, δια να πάγω προς αυτόν και να τον εξυπνήσω.» Οι μαθηταίς δεν εννοούν το τί ’θελεν να είπη, ο Λάζαρος απέθανεν, κι είναι μεγάλη λύπη, ημέρες είναι τέσσερεις, που είναι πεθαμμένος και εις τον τάφον βρίσκεται κ’ είναι λαζαρωμένος. Τότε λοιπὸν ξεκίνησαν να παν στην Βηθανίαν οι αποστόλοι κι ο Χριστός και όλ’ η συνοδεία. Η Μάρθα τους προϋπαντά με θρήνους και με γόους και προσκυνούσα τον Χριστόν, λέγει αυτούς τους λόγους: «Άν ήσο ώδε, Κύριε, o Λάζαρος, ο φίλος ποτέ δεν θα απέθνησκεν το βέβαιον εκείνος.» Κι ο Ιησούς μας ο Χριστός τότε συνεκινήθην: «Μάρθα, Μαρία, μην κλαίτε, μόνον έχετε πίστιν ο γαρ πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσει.» Λεγ’ η Μαρία, «Κύριε, ξεύρω, όσ’ αν αιτήσης, Σου τα χαρίζει ο Θεός, αν θέλης και ορίσης». Της λέγει «που τεθήκατε τον Λάζαρον τον φίλον, υπάγετε ουν έμπροσθεν και δείξατέ μοι εκείνον». Και παρευθύς επρόσταξεν τούτον να ποιήσουν, τον λίθον εκ του μνήματος να τον αποκυλίσουν. Επάνωθεν του μνήματος εστάθην και δακρύζει. Κι ως άνθρωπος εδάκρυσεν με ευσπλαχνίαν, να δείξει την συμπάθειαν και την επιεικείαν, και ως Θεός εφώναξεν μίαν φωνήν μεγάλην, «Λάζαρε, δεύρο έξελθε», κι ηκούσθην εις τον Άδην. Ο Άδης αναστέναξεν, έτρεμεν, εφοβείτον, ως ήκουσεν του Ιησού την θεϊκήν φωνήν του τον Λάζαρον απέλυσεν ευθύς και τον αφίνει και τον βιάζει μάλιστα μήπως εκεί απομείνη. Εξήλθεν ουν ο Λάζαρος έξω λαζαρωμένος, κίτρινος, μαύρος και χλωμός και τεταπεινωμένος. Επρόσταξεν κι ελύσαν του τας χείρας και τας πόδας, και πήγεν εις τον oίκον του μονάχος… Αρβανίτικα Κάλαντα του Λαζάρου (περιοχής Θίσβης Βοιωτίας) Τσιράν τσιράν γκιτόνεζα ντιλj μόι νούσεζα ερέ ιπι ντjάλjετe νj βε πeρ τε βαπς νe κουκj μπογιά τε χάι Πασχ τeμπeδά Απόδοση στα Ελληνικά Τσιράνι* τσιράνι γειτόνισσα βγες καλέ νύφη μου καινούργια και δώσε στο παιδί ένα αβγό για να το βάψει σε κόκκινη μπογιά να το φάει το Μεγάλο Πάσχα. * τσιράνι=κίτρινα λουλουδάκια, με τα οποία τα παιδιά στόλιζαν τα καλαθάκια τους για να τραγουδήσουν τα κάλαντα. Διαβάστε περισσότερα εδώ Πως να φτιάξετε ΛΑΖΑΡΑΚΙΑ – Η συνταγή Τα συστατικά 400 γρ. χλιαρό νερό 1 κ.σ. ξερή μαγιά 150 γρ. ζάχαρη κρυσταλλική 50 γρ. ελαιόλαδο 1 κ.γ. κανέλα σκόνη ¼ κ.γ. γαρίφαλο σκόνη ½ κ.γ. κάρδαμο σκόνη ¼ κ.γ. αλάτι 800 γρ. αλεύρι γ.ο.χ. 50 γρ. σταφίδες 50 γρ. καρύδια 40 γαρίφαλα ολόκληρα Μέθοδος εκτέλεσης Στον κάδο του μίξερ, προσθέτουμε το νερό, τη μαγιά και τη ζάχαρη. Ανακατεύουμε καλά με ένα σύρμα χειρός για να διαλυθεί και το αφήνουμε για 10 λεπτά μέχρι να ενεργοποιηθεί η μαγιά. Προσθέτουμε το ελαιόλαδο, τη κανέλα, το γαρίφαλο σε σκόνη, το κάρδαμο, το αλάτι και το αλεύρι. Χτυπάμε με το γάντζο σε μέτρια ταχύτητα 8-10 λεπτά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα και να δέσει το ζυμάρι. Αφήνουμε τη ζύμη να ξεκουραστεί σκεπασμένη με μία πετσέτα για 30 λεπτά. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170° C στον αέρα. Αφού η ζύμη έχει ξεκουραστεί τη χωρίζουμε σε 20 μπαλάκια των 60 γρ. το καθένα. Από το κάθε μπαλάκι ζυγίζουμε 50 γρ. για το σώμα και 10 γρ. για τα χεράκια. Παράλληλα ετοιμάζουμε τη γέμιση με τις σταφίδες και τα καρύδια χονδροκομμένα και τα τοποθετούμε σε ένα μπολάκι. Πλάθουμε το σώμα από τα λαζαράκια μας σε μακρόστενο σχήμα, γεμίζουμε με 1 κ.γ. από τη γέμιση, κλείνουμε καλά και με την υπόλοιπη ζύμη φτιάχνουμε 2 χεράκια που τα περνάμε τα χέρια χιαστί από την πίσω μεριά και να καταλήξουν πάλι σε σχήμα Χ και μπροστά. Βάζουμε γαρίφαλα για τα μάτια. Τοποθετούμε τα λαζαράκια σε ένα ταψί στρωμένο με λαδόκολλα και ψήνουμε για 20-30 λεπτά.

blackmonday.gr BLACK MONDAY