Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Αφιέρωμα στον Θόδωρο Κολοκοτρώνη εν όψει της Εθνικής Επετείου για την 25η Μαρτίου στην Παναγία Ελεούσα Μαλακώντα













Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)





 ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Μεγάλη Δευτέρα στις 29 Μαρτίου 1770, ενώ οι Έλληνες επιχείρησαν να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά, οι Τούρκοι έκαναν γιουρούσι και τους κατατρόπωσαν. Ακολούθησαν σφαγές, λεηλασίες και εξανδραποδισμοί. Οι Τούρκοι κυνηγούσαν παντού τους δυστυχισμένους ραγιάδες που τόλμησαν να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Στα βουνά απέναντι από την Τρίπολη που καίγονταν, πάνω στην πλαγιά στο Ραμαβούνι, όμως ήταν γραφτό να γεννηθεί ο ελευθερωτής τους.



ΟΛΓΑ: Εκεί, τη Δευτέρα του Πάσχα, είχαν πιάσει οι πόνοι την ετοιμόγεννη μάνα του. Κάτω από ένα δένδρο και ενώ γύρω της τα παλικάρια πολεμούσαν για να σταματήσουν τους Τούρκους, η «Καπετάνισσα» η γυναίκα του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, γέννησε. Έτσι ακριβώς ήρθε στο ζωή το μικρό αγόρι που θα γινόταν αργότερα ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της Ιστορίας μας. Το κλάμα του δεν ακούστηκε, το σκέπασαν οι κλαγγές των όπλων, οι εκρήξεις, οι πυροβολισμοί και η βουή της μάχης. Δυο ματωμένα κουρέλια το τύλιξαν για να ζεστάνουν το ξυλιασμένο κορμάκι του. Δεν άκουσε ούτε ευχές ούτε νανούρισμα αλλά μόνο τα αναφιλητά των ορφανών, τα μοιρολόγια των μαυροφορεμένων μανάδων και συζύγων και τις κατάρες τους για τους Τούρκους. Αυτά ήταν τα καλοσωρίσματα στη ζωή του. Ακόμη και ο παππούς του ο Γιάννης Κολοκοτρώνης όταν έμαθε τη γέννηση του μελαγχόλησε. Άλλος ένας ραγιάς γεννήθηκε! «Άντε μωρέ!» είπε αναστενάζοντας «και τούτο το παιδί θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά, θα κάνει εγγόνια και πάλι σκλάβοι θα είμαστε!».  Από το 1742 μέχρι το 1806 είχαν σκοτωθεί εβδομήντα Κολοκοτρωναίοι πολεμώντας χωρίς να δουν την Πατρίδα ελεύθερη.



Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο τυχερότερος από τη γενιά του. Ήταν ο πρώτος που είδε την Ελλάδα ελεύθερη. 

 ΓΙΩΡΓΟΣ: Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λιοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά. Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.



ΙΩΑΝΝΑ: Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.



ΣΩΤΗΡΗΣ: Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λιονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.



ΓΙΩΡΓΟΣ: «Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».



ΟΛΓΑ: Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις. 



ΣΩΤΗΡΗΣ: Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). ΙΩΑΝΝΑ: Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).



ΓΙΩΡΓΟΣ: «O Ιμπραΐμης, μου επαράγγειλε μια φορά, διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη, ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα, αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».   



ΟΛΓΑ: Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Ο μόλις 32 ετών Πρόεδρος Αναστάσιος Πολυζωίδης είχε απαντήσει τότε στον Υπουργό: «Εν ονόματι της δικαιοσύνης, και του ιερού προσώπου του Βασιλέως δεν υπογράφω την καταδίκη! Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι!». Το ίδιο απόλυτος ήταν και ο άλλος επίσης έντιμος δικαστής, ο Γεώργιος Τερτσέτης. «Δεν

 θα μας βρείτε συνεργούς στη δολοφονία δύο ανθρώπων!» Μ’ αυτά τα λόγια είχε απαντήσει στον Υπουργό εννοώντας τον Κολοκοτρώνη και το συνκατηγορούμενο του, Δημήτριο Πλαπούτα.   Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



ΣΩΤΗΡΗΣ: Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. 



ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ: Από μικρός είχε μεγάλο καημό με τη μόρφωση. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχθηκε στο «κρυφό σχολειό» από ένα γέρο καλόγερο. Αυτός τον είχε μάθει να γράφει και να διαβάζει χρησιμοποιώντας σαν αναγνωστικό «το ψαλτήρι. Όταν κατέφυγε στα Επτάνησα, κυνηγημένος από αλλοεθνείς και ομοεθνείς, μόνο αυτά τα «κολλυβογράμματα» γνώριζε. Εκεί του δόθηκε όμως η ευκαιρία να καλλιεργηθεί πνευματικά. Ώρες ατέλειωτες στη φτωχή του κάμαρα, σκυμμένος στα βιβλία μελετούσε με λαχτάρα για την παλιά δόξα της φυλής μας. Διάβαζε για το Λεωνίδα, το Μιλτιάδη, το Θεμιστοκλή που τους θαύμαζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Σύντομα είχε ξεσκονίσει τον Ηρόδοτο και το Θουκυδίδη, χωρίς να παραλείψει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Δεν πήγαινε ποτέ στα καφενεία, ούτε έπαιζε «κοντσίνα», το προσφιλέστατο επιτραπέζιο παιχνίδι της εποχής του, αλλά σύχναζε μόνο στις συγκεντρώσεις των διανοουμένων, που γοητευμένος από τις γνώσεις τους προσπαθούσε να τους φθάσει. Ο καλύτερος φίλος του ήταν ο φημισμένος για τη λογιότητά του ποιητής και δάσκαλος του Διονυσίου Σολωμού, Αντώνιος Μαρτελάος, ο οποίος του συνιστούσε διαρκώς νέα βιβλία. Ατέλειωτες ώρες συζητούσε μ’ αυτόν τις εντυπώσεις του από τη μελέτη και έλυνε τις απορίες του.



ΖΑΧΑΡΙΑΣ: Ο Κολοκοτρώνης δεν αρκέσθηκε μόνο στους Αρχαίους, αλλά  προχώρησε και στη μελέτη των νεοτέρων και ειδικά μάλιστα εκείνων που προηγήθηκαν της Γαλλικής Επαναστάσεως. Η μελέτη της «διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου» ήταν σταθμός στη ζωή του! Μ’ αυτό τον τρόπο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τελικά δεν έμεινε ολιγογράμματος. Αντίθετα μάλιστα το γνήσιο ενδιαφέρον του για την παιδεία είχε αναβαθμίσει σημαντικά το μορφωτικό του επίπεδο. Το γεγονός αυτό τον έκανε ιδιαίτερα  ευαίσθητο στον τομέα αναπτύξεως της παιδείας. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στην ομιλία του, το Νοέμβριο του 1838, τέσσερα περίπου χρόνια πριν το θάνατο του. Η ομιλία αυτή που αποτελεί την πνευματική διαθήκη του Γέρου στη νεολαία, έγινε σε συγκέντρωση μαθητών με τους δασκάλους τους και το Γυμνασιάρχη Γεώργιο Γεννάδιο. Στην Πνύκα.

ΓΙΩΡΓΟΣ:    Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι.  Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε.

  Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. 

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει.  Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

ΙΩΑΝΝΑ: Μεγάλη ήταν η χαρά του όταν διορίσθηκε μέλος της Επιτροπής για την ανέγερση του κτιρίου του Πανεπιστημίου. Κάθε μέρα μαζί με το Ζαΐμη, πήγαινε να επιστατήσει τις εργασίες ενθουσιασμένος απ’ αυτό το έργο που θα στέγαζε τη διδασκαλία της Επιστήμης. Μια μέρα ευθυμολογώντας, όπως συνήθιζε, ρώτησε το γιο του τον Κολίνο: «Ποιο είναι το Εθνικό Σπίτι της Ελλάδας;». Δεν ήξερε τι να του απαντήσει ο νεαρός, αλλά βιάστηκε να πει μ’ όλη του την αφέλεια: «Το Παλάτι του Βασιλιά!». «Όχι παιδάκι μου. Δεν είναι αυτό!» απάντησε ο Γέρος του Μοριά «Το Εθνικό μας Σπίτι είναι το Πανεπιστήμιο!».



ΣΩΤΗΡΗΣ: Οι παλιοί Αθηναίοι τον θαύμαζαν και τον περιέβαλαν με αγάπη και σεβασμό. Όλοι επιζητούσαν την παρέα του και απολάμβαναν τα έξυπνα αστεία του. Ήταν πάντα εύθυμος, θυμόσοφος, καυστικός, πνευματώδης, απλός αλλά και επιγραμματικός στις κρίσεις του. Ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο διηγείτο τη δεκαετία του ’60 ο δισέγγονος του Στρατηγός Βλαδίμηρος Κολοκοτρώνης. Η Πρεσβεία της Γαλλίας είχε χορό. Πρώτος και καλύτερος από τους προσκεκλημένους ήταν ο Γέρος του Μοριά. Τον υποδέχθηκε εγκάρδια η Πρέσβειρα που όμως επειδή γνώριζε πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα  ήξερε και τι σημαίνει το πρώτο συνθετικό του επωνύμου του. Γι’ αυτό ντράπηκε και άρχισε να τον αποκαλεί με το δεύτερο μόνο συνθετικό. Καμμία αντίδραση από το Στρατηγό, μέχρι που κάποια στιγμή του είπε: «Καθίστε κύριε Κοτρώνη». Αμέσως αυτός γύρισε στην Πρέσβειρα και ρώτησε δήθεν με απορία: «Πώς να καθίσω εξοχοτάτη αφού εσείς μου κόψατε τον …. ;» και ανέφερε το πρώτο μέρος του σύνθετου ονόματος του.



ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Επισκεπτόταν συχνά το Βασιλιά και με την αλάθητη κρίση του τον συμβούλευε. Ο Όθωνας τον άκουγε με προσοχή, αν και δεν έκανε πάντα ό,τι έπρεπε. Ήταν ακόμα μικρός και άπειρος γι’ αυτό επηρεαζόταν κι από άλλους που δεν αγαπούσαν την Πατρίδα κι αυτόν τον ίδιο, όσο ο Κολοκοτρώνης. Ούτε είχαν την οξυδέρκεια του. Στις αρχές του 1843, τον συμβούλευσε για Κυβερνητικές αλλαγές και αναπροσαρμογή της πολιτικής του. Ο Βασιλιάς άλλαξε την Κυβέρνηση αλλά δυστυχώς σταμάτησε εκεί. Ειλικρινής και με παρρησία ο Γέρος είπε στον Όθωνα: «Άλλαξαν οι βιολιτζήδες, όχι και ο χαβάς!». Ο Βασιλιάς δυσαρεστήθηκε γιατί είχε μάθει να βλέπει μόνο κόλακες γύρω του. Τότε ο γιος του ο Γενναίος τα έβαλε μαζί του: «Γιατί πατέρα δυσαρέστησες τον Βασιλιά;» πήγε να του πει. Τον σταμάτησε όμως άγρια ο Γέρος λέγοντας: «Σώπα. Εσείς όλοι δεν βλέπετε λίγο πιο μακριά από τη μύτη σας! Να πεις στο Βασιλιά να αλλάξει δρόμο τώρα όσο είναι καιρός γιατί θα ξημερώσει …» Πραγματικά δεν άργησε να ξημερώσει η συνταγματική μεταβολή του 1843 για να ακολουθήσει αρκετά μετά η εκθρόνιση.     



ΟΛΓΑ: Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή του έτους 1842 είχε αρχίσει να προαισθάνεται το τέλος του. Πριν το ηλιοβασίλεμα της πολυτάραχης ζωής του θέλησε να αποχαιρετήσει τα μέρη που πολέμησε, να συναντήσει για τελευταία φορά τους πιστούς συμπολεμιστές του και να συγχωρήσει όσους του έκαναν κακό. Ζώστηκε τα τιμημένα του άρματα σαν να πρόκειται να πάει ξανά να συναντήσει τους Τούρκους στη μάχη και καβάλησε με καμάρι και λεβεντιά το πανέμορφο άλογο του. Στα καπούλια έκατσε ο μικρότερος γιος του ο Πάνος. Ήταν το στερνοπαίδι του που είχε το ίδιο όνομα με τον άλλο γιο του που είχε σκοτωθεί τόσο άδικα στον εμφύλιο σπαραγμό.



ΙΩΑΝΝΑ: Πραγματικά γερασμένος, ο Κολοκοτρώνης,  αλλά ακόμα ακμαίος, ξεκίνησε για το Μοριά. Η διέλευση του από κάθε χωριό ή πόλη θύμιζε γιορτή. 

Αφού γύρισε λοιπόν κάθε γωνιά της Πελοποννήσου, ο Στρατηγός πέρασε απέναντι στις Σπέτσες, στο νησί της συμπεθέρας του της Μπουμπουλίνας. Έκλαψε άλλη μια φορά και γι’ αυτή και για τον επίσης αδικοχαμένο γιο του, που είχε παντρευτεί την κόρη της. Είχαν δολοφονηθεί και οι δύο! Στη συνέχεια, σαν καλός Χριστιανός έσπευσε να συγχωρεθεί με το Μέξη. Το ίδιο έκανε και με τον Κουντουριώτη στην Ύδρα. Η βαθιά του Πίστη τον έκανε πάντα να συγχωρεί. Όπως εξιστορεί και ο Παναγιώτης Σούτσος «κατά τα τελευταία έτη της ζωής του υπήρξε απλούς, αθώος και ήπιος, ως βρέφος … Φιλιότανε με τους παλιούς εχθρούς του και με κάθε άνθρωπο που είχε ψυχραθεί». Όμως πάντα ήταν πραγματικά ανεξίκακος. Κάποτε πολλά χρόνια πριν, τον είχε πλησιάσει αυτός που είχε σκοτώσει τον αδελφό του εκτελώντας εντολή των Τούρκων. Πίστευε ίσως ότι ο Γέρος του Μοριά δεν θα τον αναγνώριζε. Ήταν μάλιστα τόσο το θράσος του που φορώντας τον ολόχρυσο ντουλαμά του θύματος, τόλμησε να του ζητήσει και μια χάρη. Ο Κολοκοτρώνης αναστέναξε βαθιά. Άλλος θα όρμαγε πάνω του να τον σκοτώσει. Αυτός όμως έκανε το αντίθετο. Τον δέχθηκε με την καλοσύνη και την ταπεινότητα που του υπαγόρευε το μεγαλείο της γενναίας ψυχής του. Δεν τον εξυπηρέτησε μόνο, αλλά τον κράτησε φιλόξενα και για βραδινό φαγητό.



ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ: Στο ίδιο τραπέζι έκατσε κι η μάνα του. Μόλις αναγνώρισε το χρυσοκέντητο επενδύτη του δολοφονημένου παιδιού της, ξέσπασε σε κλάματα. Μέσα στη δικαία της αγανάκτηση  τα έβαλε με τον Στρατηγό. «Πώς βάζεις στο τραπέζι μας το φονιά του αδελφού σου;» του είπε μέσα από τα αναφιλητά της. Αμέσως όμως πήρε μια αληθινά Χριστιανική απάντηση από το στόμα του μεγαλόψυχου γιου της: «Σώπασε μάνα, εγώ τον συγχώρεσα και αυτό το τραπέζωμα είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τον μακαρίτη τον αδελφό μου!» και μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο πια, ξέσπασε και εκείνος σε κλάματα.      



ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τώρα που πλησίαζε το πέρασμα του στην άλλη ζωή, ήθελε να συγχωρέσει και το μεγαλύτερο εχθρό του. Ποιος ήταν αυτός; Ο Κωνσταντίνος Σχινάς. Αυτός που σαν Υπουργός Δικαιοσύνης προσπαθούσε να εξαναγκάσει τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Ο Κωνσταντίνος Σχινάς που είχε γίνει Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, βλέποντας τον Αρχιστράτηγο της Επαναστάσεως μπροστά του λύγισε. Συναισθάνθηκε το μεγάλο του σφάλμα. Τότε ο Γέρος με ένα βλέμμα γαλήνιο γεμάτο καλοσύνη προχώρησε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε δίνοντας του για πάντα τη συγχώρεση.



ΣΩΤΗΡΗΣ: Ο καιρός περνούσε και το τέλος πλησίαζε. Ο γιος του ο Κολίνος ήταν πια σε ηλικία γάμου και ήδη αρραβωνιασμένος με τη χαριτωμένη εγγονή του Έλληνα Ηγεμόνα της Βλαχίας, του Πρίγκιπα Ιωάννη Καρατζά. Σαν πατέρας ήθελε να δει τις «χαρές του». Αυτή ήταν η τελευταία του επιθυμία. Κι αυτή η επιθυμία του εκπληρώθηκε! Ο γάμος έγινε με μεγάλη λαμπρότητα. Ήταν το σημαντικότερο περιστατικό των τελευταίων χρόνων στην Αθήνα. Μετά δυο μέρες, ο Κολοκοτρώνης πήγε στο χορό στα Ανάκτορα. Παρά την προχωρημένη ηλικία του έσερνε πρώτος το χορό, ενώ οι κυρίες και οι κύριοι της αριστοκρατίας τον επευφημούσαν θαυμάζοντας τις χορευτικές του ικανότητες και τις λεβέντικες φιγούρες του. Δυστυχώς όμως ήπιε πολύ. Ίσως η πολύ ευτυχία να λειτούργησε ανασταλτικά και να χάθηκε εκείνη τη βραδιά η εγκράτεια και η αυτοκυριαρχία που τον χαρακτήριζαν Ίσως όμως και ο Θεός να τον οδήγησε εκεί για να τον πάρει ευτυχισμένο. Ποιος να ξέρει!



ΖΑΧΑΡΙΑΣ: Μεσάνυκτα ο Γέρος επέστρεψε στο σπίτι του, που δεν βρισκόταν μακριά από το Παλάτι. Έπεσε βαρύς στο κρεβάτι αναστενάζοντας. Σε λίγο όλοι στο σπίτι κατάλαβαν ότι δεν πάει καλά. Άρχισαν να καταφθάνουν οι γιατροί. Στη διάγνωση όλοι τους συμφώνησαν. Το τέλος πλησίαζε. Παρ’ όλα αυτά έκαναν ότι μπορούσαν. Κάποια στιγμή, ο Στρατηγός γύρισε και κοίταξε τα παιδιά του. «Παιδιά μου» ψιθύρισε «Σας αφήνω τόσους φίλους όσα και τα φύλλα που έχουν όλα τα κλαριά. Φροντίστε να μην τους χάσετε».



ΓΙΩΡΓΟΣ: Ήταν 11 η ώρα το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου του 1843, όταν ο Γέρος του Μοριά, ο Αρχιστράτηγος της Παλιγγενεσίας, ο θρυλικός και φοβερός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφησε την στερνή του πνοή. Οι οικείοι του τον έντυσαν με την επίσημη στολή του Αντιστρατήγου και τον έβαλαν ευλαβικά στο φέρετρο. Στα πόδια του τοποθέτησαν μια Τούρκικη σημαία, λάφυρο της Εθνεγερσίας ενώ τον ίδιο τον σκέπασαν με τη Γαλανόλευκη.

Η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε από το σπίτι του, πέρασε την οδό Ερμού και κατέληξε στην Αγία Ειρήνη. 



ΟΛΓΑ: Μετά την εξόδιο ακολουθία ξεκίνησαν όλοι υπό τους ήχους της πένθιμης μουσικής. Η πομπή πέρασε μπροστά από τα Ανάκτορα και κατευθύνθηκε στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Ο ρομαντικός πεζογράφος και ποιητής Παναγιώτης Σούτσος με δακρυσμένα μάτια ξεκίνησε να πει τα τελευταία λόγια: «Έλληνες! Ανήρ μέγας ετελεύθησε….». Δεν μπόρεσε όμως να συνεχίσει για πολύ και κλαίγοντας  είπε: «… το κυριεύσαν την ψυχήν μου πένθος παραλύει την λαλιάν μου». Έτσι  ο  τελευταίος αποχαιρετισμός δεν ολοκληρώθηκε. Η εικόνα όσων τον αποχαιρετούσαν ήταν αλάθητο σημάδι ότι ο Στρατηγός βρισκόταν ήδη εκεί όπου «πάντες οι Άγιοι αναπαύονται».



ΙΩΑΝΝΑ: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε, μα η προσφορά της ηρωικής του Οικογένειας συνεχίσθηκε. Δεν ήταν μόνο ο εγγονός του ο Ταγματάρχης Κολοκοτρώνης που έπεσε ηρωικά στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο, το 1913 στην Άνω Τζουμαγιά.  Πολλοί απόγονοι του τήρησαν ευλαβικά την παράδοση δίνοντας το παρόν σε κάθε Αγώνα του Έθνους μέχρι σχεδόν στις μέρες μας. Τελευταίοι επιζώντες σήμερα είναι οι δισέγγονοι της εγγονής του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη από το υιό του Γενναίο, απόστρατοι Ναύαρχοι  Ιωάννης  Θεοφανίδης, ο Νικόλαος Στάης και ο Πλοίαρχος ε.α. Δημοσθένης Ιωαννίδης. 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.