Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΟΝ ΜΑΛΑΚΩΝΤΑ ΕΡΕΤΡΙΑΣ













































































Με λαμπρότητα εορτάστηκε η μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου στον ομώνυμο πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό του Μαλακώντα του Δήμου Ερετρίας.

Την παραμονή της εορτής, Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018 ετελέσθη ο  Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός, με την συμμετοχή του Πρωτοπρεσβ. Σταματίου Μπασδέκη, Εφημέριου Ι. Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βασιλικού, ο οποίος κήρυξε και τον θείο λόγο, του Οικον. Κυριακού Κοκκάλα, Εφημέριου Ι. Ναού Τιμίου Προδρόμου Αμαρύνθου και του Αρχιμ. Θεαγένους Κόλλια, Εφημέριου της Ενορίας Μαλακώντα, καθώς και πολλών πιστών,  που προσήλθαν να τιμήσουν τον εορτάζοντα Άγιο, μεταξύ των οποίων και η Δήμαρχος Ερετρίας κ. Αμφιτρίτη Αλημπατέ, Αντιδήμαρχοι και μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου.

Μετά το πέρας του Πανηγυρικού Εσπερινού ακολούθησε η λιτανεία  της Ιεράς Εικόνος και του Σταυρού του Αγίου Ανδρέα, την οποία  πλαισίωσαν και ελάμπρυναν τα μέλη του Συνδέσμου Πελοποννησίων Ευβοίας, ενδεδυμένα με τις παραδοσιακές στολές τους.

Την κυριώνυμη ημέρα  της πανηγύρεως, Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018, ετελέσθη ο Όρθρος στον οποίο χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος, ο οποίος προεξήρχε και της εν συνεχεία τελεσθείσης Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, κατά την διάρκεια της οποία κήρυξε και τον θείο λόγο.

Με τον Σεβασμιώτατο συλλειτούργησαν ο Αρχιμ. Συμεών Ηλιοδρομίτης, Προϊστάμενος του Ι. Ναού Αγίας Παρασκευής Πολιούχου Χαλκίδος και Διευθυντής του Εκκλησιαστικού Γηροκομείου Χαλκίδος, ο Οικόν. Χαράλαμπος Ραμαντανάκης, Εφημέριος Παναγίας Παραβουνιώτισσας Ερέτριας, ο Αρχιμ. Θεαγένης Κόλλιας και οι Διάκ. Νικόλαος Πριμηκύριος και Ευγένιος Τσάλλας.

Παρούσα και πάλι η Δήμαρχος κ. Αμφιτρίτη Αλημπατέ, με τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Αντιπρόεδρος του Ο.Λ.Ν.Ε. Ευβοίας κ. Νικόλαος Γουρνής, ενώ συμμετείχαν οι μαθητές και οι μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Μαλακώντα.

Στο Αναλόγιο έψαλαν πολλοί ιεροψάλτες, τους οποίους διηύθυνε ο Πρωτοψάλτης του Ι. Ναού κ. Ευάγγελος Πολύχρονος, ενώ οι Ιερές Ακολουθίες μεταδόθηκαν από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

Ανταπόκριση – Φωτογραφίες: Δημήτριος Πετρογιάννης.






Μέσα στη χορεία των δώδεκα μαθητών του Ιησού, εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος τόσο από την ορθόδοξη όσο και την καθολική παράδοση Απόστολος Ανδρέας, ο επονομαζόμενος και Πρωτόκλητος, ο οποίος από ψαράς κατέστη «ἁλιεύς τῶν ἀνθρώπων» και αναδείχθηκε σε μέγα διδάσκαλο του μηνύματος του Χριστού.

Πρωτόκλητος γιατί πρώτος αυτός, μαζί με τον αδελφό του Πέτρο, κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού και να κηρύξει τον λόγο του και στον ελλαδικό χώρο, ιδρύοντας εκκλησίες, εκχριστιανίζοντας τον πληθυσμό και αλλάζοντας τον ρου της Ιστορίας.

Μετά την καρποφόρα και ασίγαστη ιεραποστολική περιοδεία του μέσα σε εθνικούς, ιουδαίους και ειδωλολατρικές φύλες, κατέληξε στην Πάτρα, την οποία θα μετέτρεπε σε ορμητήριό του για τον εκχριστιανισμό του αχαϊκού πληθυσμού.

Εκεί μας παραδίδεται ότι έκανε πολλές θαυματουργές ιάσεις και κατάφερε να μεταστρέψει πολλούς εθνικούς στη νέα πίστη, αν και μπήκε στο στόχαστρο τόσο των τοπικών ρωμαίων αρχόντων όσο και του ελληνικού ειδωλολατρικού ιερατείου. Πιθανότατα στα χρόνια του Νέρωνα όλα αυτά, όταν οι διώξεις κατά των Πρωτοχριστιανών είχαν ενταθεί.

Ο ανθύπατος της Αχαΐας Αιγεάτης αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση, οδηγώντας τον στη μαρτυρική σταύρωση, όπως και ο δάσκαλός του Ιησούς. Μόνο που ο δικός του σταυρός ήταν σχήματος «Χ». Η Καινή Διαθήκη κράτησε ουσιαστικά το στόμα της κλειστό για τον Πρωτόκλητο του Ιησού και ήταν μόνο μετά τον θάνατό του και τις περιπέτειες του άγιου λειψάνου του που θα έμπαινε στον χάρτη των χριστιανικών παραδόσεων και των θρύλων.



Ο Ανδρέας ή Ανδρεύς ή Ανδρείας γεννιέται στη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας ως γιος ενός ψαρά ονόματι Ιωνάς (ή Ιωάννης). Ήταν αδελφός του Σίμωνα Πέτρου, Αποστόλου Πέτρου αργότερα, και έφερε ελληνικό όνομα, γεγονός καθόλου σπάνιο μεταξύ των ελληνιζόντων εβραίων της εποχής.

Ο νεαρός ψαράς μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση και ψάρευε με τον πατέρα και τον αδελφό του Πέτρο στη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας (Γεννησαρέτ). Η οικογένεια φαίνεται να είχε οικονομική επιφάνεια, καθώς αμφότερα τα αδέλφια μαθήτευαν δίπλα στον Ιωάννη τον Πρόδρομο, κάτι που προδίδει καλή οικονομική κατάσταση αλλά και πνευματικές ανησυχίες.



Ως μέλη του κύκλου του Ιωάννη λοιπόν θα συναντήσουν μια μέρα τον Ιησού, τον οποίο θα προλογίσει ο Πρόδρομος στον Ανδρέα και τον Πέτρο: «Ίδε ο Αμνός του Θεού». Τα δύο αδέλφια γοητεύτηκαν από τον λόγο του Χριστού και αποφασίζουν να τον ακολουθήσουν, για να συνομιλήσουν μαζί του και όχι για να γίνουν φυσικά μαθητές του.



Αυτό δεν θα συνέβαινε παρά αργότερα, μετά τη σύλληψη και φυλάκιση του Προδρόμου Ιωάννη, όταν ο Χριστός τους διαμήνυσε «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Ο Ανδρέας και ο Πέτρος γίνονται οι πρώτοι μαθητές του Θεανθρώπου και αναλαμβάνουν να κηρύξουν τον λόγο του στα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες της Καινής Διαθήκης είναι ελάχιστες για τον Ανδρέα

ξέρουμε πως ο Ανδρέας παρευρίσκεται στη θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου στην Καπερναούμ, στην τέλεση του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων και στη συνάντηση του Ιησού με τους Έλληνες, όπου, μαζί με τον φίλο του Φίλιππο, μεταφέρουν στον Χριστό την επιθυμία των προσύλητων Ελλήνων να τον γνωρίσουν.

Στους καταλόγους των δώδεκα μαθητών αναφέρεται πάντοτε μαζί με τον αδελφό του Πέτρο. Για τελευταία φορά συναντάται στις Πράξεις των Αποστόλων μετά την Ανάληψη του Ιησού, όπου βρίσκεται πλάι στους άλλους μαθητές στο υπερώο της Ιερουσαλήμ.

Τη δράση του Ανδρέα συμπληρώνουν πληροφορίες από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, τις Πράξεις και τα Μαρτύρια, αλλά και πολύ μεταγενέστερες πηγές και λαϊκές διηγήσεις, που καλύπτουν τα κενά με μυθιστορηματικό συχνά τρόπο. Πλάι στη χριστιανική παράδοση, υπάρχουν οι μαρτυρίες του αιρετικού Λευκίου, των ιστορικών Ευσέβιου και Νικηφόρου αλλά και του μοναχού Επιφάνιου (10ος αιώνας), ο οποίος έγραψε το «Περί του βίου, των πράξεων και της τελευτής του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου»…

Μετά τον σχηματισμό της πρώτης εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε με τον αδελφό του Πέτρο στη Βιθυνία, τον Εύξεινο Πόντο και τη Σινώπη.

Μαζί με άλλους μαθητές ίδρυσε μια εκκλησία στην Αμισό (Σαμψούντα), όργωσε τα εδάφη του Πόντου, της Ιβηρίας και της Παρθίας και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ πιθανότατα το 34 μ.Χ. για τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα με τον κύκλο των μαθητών του Ιησού. Στο δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι, περνά από Αντιόχεια, Έφεσο, Λαοδικεία και Φρυγία και κηρύττει παντού, από τη Μυσία και τη Νίκαια μέχρι και τα πέρατα της Βιθυνίας, τη Νικομήδεια, τη Χαλκηδόνα και αλλού.

Επιστρέφει στη Σαμψούντα, περιοδεύει στα γύρω εδάφη και φέρεται να ιδρύει, κατά τους κατοπινούς χριστιανούς συγγραφείς, την εκκλησία του Βυζαντίου, τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Για τη χριστιανική παράδοση, ο Ανδρέας χειροτόνησε στον Βύζαντα τον Στάχυ, ο οποίος ήταν ένας από τους εβδομήντα Αποστόλους και πρώτος επίσκοπος της πόλης. Με αυτό τον τρόπο, έγινε ο ιδρυτής της τοπικής Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία από τον 4ο αιώνα εξελίχθηκε στο πρώτο Πατριαρχείο της Ανατολής, ο δε επίσκοπός της μετατράπηκε από τον 7ο αιώνα σε Οικουμενικό Πατριάρχη. Γι’ αυτό και ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος είναι ο ιδρυτής και προστάτης της Εκκλησίας της Πόλης.



Επίσης, σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση, του αποδίδεται ο εκχριστιανισμός αρκετών αρχαίων λαών όπως οι Αλανοί, οι Αβασγοί, οι Ζηκχοί, οι Βοσπορινοί και οι Χερσονίτες.

Αφού μεταδώσει τον λόγο του Ιησού και σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρο και Στερεά Ελλάδα, ιδρύσει εκκλησίες και χρίσει ιερείς, καταλήγει στην Αχαΐα, μια περιοχή που όπως μας παραδίδεται θα σφραγίσει με τη δράση του αλλά και θα σφραγιστεί από αυτή.

Σύμφωνα με τη γραπτή παράδοση και τις διασωθείσες συναξαριακές πηγές, ο Άγιος Ανδρέας έδρασε κυρίως στις χώρες παρά τη Μαύρη Θάλασσα, τη Σκυθία, τη Γοτθία, την Κριμαία και την Ιβηρία (σημερινή Γεωργία), καθώς και στην Καππαδοκία, τη Γαλατία και σε όλη σχεδόν τη δυτική Μικρά Ασία (Φρυγία, Μυσία, Βιθυνία). Σύμφωνα μάλιστα με το Συναξάριο της Κωνσταντινουπόλεως, κήρυξε στη Σεβαστούπολη, την Αμισό (Σαμψούντα), την Τραπεζούντα, την Ηράκλεια, την Αμάστριδα, τη Σινώπη και το Βυζάντιο.



Στη ρωσική ορθόδοξη παράδοση η διάδοση του χριστιανισμού συνδέεται ευθέως με τον πρωτόκλητο μαθητή, ο οποίος εμφανίζεται να κηρύττει ακόμα και στο Κίεβο. Χριστιανοί συγγραφείς του 4ου αιώνα μ.Χ. γράφουν για τη δράση του Αποστόλου στην Ήπειρο, αλλά και το μαρτύριο του στην Αχαΐα…

Όντας στην Πάτρα, μια πόλη με πλούσια ειδωλολατρική παράδοση, φιλοξενείται στο σπίτι του Σωσσίου, ο οποίος πάσχει από ανίατη ασθένεια. Ο Ανδρέας τον θεράπευσε θαυματουργά και το γεγονός μεταδόθηκε σε ολόκληρη την πόλη, φτάνοντας και στα αυτιά του ανθύπατου Λέσβιου, ο οποίος τον χαρακτηρίζει «μάγο και απατεώνα».

Ο Λέσβιος, μας λέει η εκκλησιαστική παράδοση, ήθελε να τον συλλάβει και να τον θανατώσει, αρρώστησε όμως βαριά και αναζήτησε τη βοήθειά του. Ο Ανδρέας τον θεράπευσε κι αυτόν και πλέον απολάμβανε σεβασμού και κύρους στην Πάτρα, καθώς πολλοί έφερναν τους αρρώστους τους στον Ανδρέα, ο οποίος «ἐπιθείς τάς χεῖρας ἐφ’ ἑκάστῳ αὐτῶν παρευθύ πάντας ἰάσατο».

Μέσω των θαυμάτων αλλά και του παθιασμένου του κηρύγματος, μετέστρεψε πολλούς στον χριστιανισμό και η Πάτρα διέθετε πια μια καλή πρωτοχριστιανική κοινότητα. Ο Λέσβιος μεταστράφηκε κι αυτός στον χριστιανισμό, γι’ αυτό και αντικαταστάθηκε από τον σκληροπυρηνικό Αιγεάτη.



Η σύζυγός του Μαξιμίλλα ακολούθησε όμως το δόγμα του Ανδρέα, μετά την περιβόητη συνάντησή τους αλλά και την επίσης θαυματουργή ίασή της από τα χέρια του Πρωτόκλητου.

Στον χριστιανισμό μετέστρεψε επίσης και τον αδελφό του ανθύπατου, Στρατοκλή, κάτι που θα επισύρει τη μήνη του ρωμαίου ηγεμόνα. Ο Αιγεάτης τον συλλαμβάνει και τον κατηγορεί πως διαδίδει μια νέα θρησκεία.

Ο Ανδρέας φυλακίζεται, μέσα από το κελί χειροτονεί ωστόσο τον Στρατοκλή επίσκοπο Πατρών. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής του Αιγεάτου, ο οποίος θα τον υποβάλλει στο φρικτό βασανιστήριο της σταύρωσης, σε χιαστό σταυρό.

Στις τρεις μέρες του μαρτυρίου του, κήρυττε συνεχώς τον λόγο του Ιησού στους εκχριστιανισμένους ακολούθους του: «Ἀποτάξασθε πάσας τάς κοσμικάς ἐπιθυμίας, ἀποτινάξασθε τήν ραθυμίαν καί τόν ζόφον ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν καί γίνεσθε καθαροί καί τέλειοι, ἄμεμπτοι καί ἀνεπίληπτοι τῷ καθαρῷ Θεῷ ἡμῶν».



Ο ηλικιωμένος απόστολος μάς παραδίδεται ότι κατέληξε την 30ή Νοεμβρίου του 66 μ.Χ., πιθανότατα στα χρόνια των χριστιανικών διωγμών του αυτοκράτορα Νέρωνα. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς μάς λένε πως το λείψανό του έθαψε με ευλάβεια ο πρώτος επίσκοπος Πατρών, Στρατοκλής, αν και οι επίγειες περιπέτειές του δεν είχαν τελειώσει ακόμα.



Στα μέσα του 4ου αιώνα (357 μ.Χ.), με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β’, μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου Ανδρέα στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Δεν είναι σαφές από τις πηγές αν μεταφέρθηκε όλο το λείψανο του Αγίου ή μόνο η κάρα του, καθώς πολλές παραδόσεις μιλούν για μετακομιδή κάποιων λειψάνων του στη Σκοτία, το Αμάλφι της Ιταλίας, ακόμα και στη Ρωσία.



Όταν η Πόλη έπεσε στους Φράγκους, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε από τους Σταυροφόρους στη Ρώμη. Σύμφωνα με άλλες πηγές, η κάρα του Πρωτόκλητου είχε αποσταλεί ήδη στην Πάτρα από τον πατέρα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, Βασίλειο Α’ τον Μακεδόνα (867-886), και φυλασσόταν στην αχαϊκή πρωτεύουσα μέχρι λίγο μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας (1453), όταν εξαιτίας του τουρκικού κινδύνου παραδόθηκε το 1462 από τον ηγεμόνα του Μυστρά στη Ρώμη και τον ίδιο τον Πάπα Πίο Β’, ο οποίος τοποθέτησε το σεπτό λείψανο στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου.

Αιώνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, η Τιμία Κάρα του Αποστόλου επέστρεψε τελικά στην Πάτρα, όπου φυλάσσεται ως τα σήμερα στον ομώνυμο Ναό του Αγίου Ανδρέα.