Αγαπητοί μας φίλοι και ευλαβείς χριστιανοί, συνδράμετε το έργο που ξεκινάμε της ανέγερσης ναού. Το μικρό μας εκκλησάκι με τις 20 καρέκλες και την τζαμαρία δεν μας χωράει πιά. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑ Εθνική Τράπεζα Λογαριασμός για την ανέγερση του Ιερού Ναού -Εθνική Τράπεζα: 639 / 001807 – 44-ΙΒΑΝ: GR15 0110 6390 0000 6390 0180 744

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Τι εθνικότητας ήταν ο Γεώργιος Καστριώτης, o επονομαζόμενος «Σκεντέρμπεης»;

Φίδια τριγύρω μας…γεννήματα εχιδνών. Οι Σκοπιανοί, κράτος προϊόν πλεκτάνης των ξένων και προδοσίας των ημετέρων γενιτσάρων, σφετερίστηκαν την ένδοξη ιστορία της Μακεδονίας μας.  Ποιοί;  Το ασκέρι σλαβόφωνων Κομιτατζήδων, συνεργατών των ΝΑΖΙ, Μακεδόνες; «Φρίξον ήλιε, στέναξον η γη!!». Οι Τούρκοι, που όπως προσφυώς ελέχθη, αντί για ιστορία, έχουν ποινικό μητρώο, λαός γενοκτόνος και καταστροφέας πολιτισμών. Οι Βούλγαροι που ακόμη αχνίζει το αίμα των αδικοσφαγέντων στη Δράμα και σ’ όλη την Μακεδονία. Οι Βούλγαροι, που ακόμη περιμένει η λεηλατημένη Παναγία η Εικοσιφοίνισσα τα αρπαγέντα τιμαλφή της και δεν έπαψαν ποτέ να ονειροφαντάζονται την πολυπόθητη έξοδο στο Αιγαίο.
Από κοντά και οι Αλβανοί, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ποικιλοτρόπως το υπό των αρχαίων λεχθέν «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός των ευεργετηθέντων», δεν έχουν αφήσει ήρωα της ελληνικής ιστορίας, εν τη διαχρονία της, τον οποίο δεν έχουν βαφτίσει Αλβανό. Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Πύρρος, οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, ο Μάρκος Μπότσαρης, η Μπουμπουλίνα, κατά καιρούς αλλάζουν ιθαγένεια  από τσαρλατάνους της ιστοριογραφίας τους.  Τώρα και τον ελευθερωτή μας, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Αλβανός δημοσιογράφος, τον καταγράφει στα μητρώα αρρένων των…Τιράνων. Ο Γέρος του Μοριά, έγινε «Τεοντόρ Κολοκοτρόνι».  (Θα του ζητούσα του κακομοίρη να μου εξηγήσει τις ετυμολογίες του ονόματος του ήρωα.  Το «Τεοντόρ» στα αλβανικά, τι ορίζει για παράδειγμα;).
Η καλύτερη άμυνα όμως είναι η επίθεση.  Εθνικός ήρωας των Αλβανών θεωρείται ο λεγόμενος κατ’ αυτούς «Σκεντέρμπεης».  Η λέξη είναι σύνθετη από το Ισκεντέρ, η αραβική απόδοση της λέξεως Αλέξανδρος και από το μπέης (=άρχοντας).
Ποιος ήταν όμως ο Σκεντέρμπεης και τι σχέση έχει με την μωαμεθανική Αλβανία; Το πραγματικό του όνομα είναι Γεώργιος Καστριώτης.  Γεννήθηκε το 1404 στην Ήπειρο-δεν υπήρχε καμιά Αλβανία τότε-από χριστιανούς γονείς.  Τον Ιωάννη Καστριώτη και την Σερβίδα Βαϊσάβα.  Από αρχοντική γενιά, ο πατέρας του αναγκάστηκε, όταν η περιοχή του έπεσε στα χέρια των Τούρκων, να παραδώσει τους γιους του ως ομήρους στην Αδριανούπολη. Εκεί εξισλαμίστηκαν βιαίως και μετέπειτα δολοφονήθηκαν, πλην του Γεωργίου «όστις διακρινόμενος διά το ανδρικόν του κάλλος, την ευχέρειαν του λόγου και την περί τα πολεμικά δεξιότητα, είλκυσε την εκτίμηση του σουλτάνου Μουράτ Β΄, ο οποίος ανέθεσεν εις τούτον την αρχηγίαν σώματος εκ 5000 ιππέων, προσονομάσας τούτον Σκεντέρμπεην…».  (Λεξικό του «Ηλίου», τομ. 16, σελ. 1066).  Και βέβαια τον ονόμασε Αλέξανδρο (Ισκεντέρ), γιατί ήταν ελληνικής καταγωγής.
Το 1443 στην μάχη της Νίσσας, αυτομόλησε στις τάξεις των Χριστιανών ηγεμόνων και ανέλαβε το χριστιανικό του όνομα,  Γεώργιος Καστριώτης, το οποίο ποτέ πια δεν αποχωρίστηκε.  (Όλα αυτά τα χρόνια προφανώς ήταν κρυπτοχριστιανός). Παντρεύτηκε μάλιστα, όχι Οθωμανή,  αλλά την Ανδρονίκη Κομνηνή. Δεν έπαυσε έκτοτε να πολεμά τους Τούρκους.   Μάλιστα το 1457 κατανίκησε τουρκικό στρατό, υπό τον Ισά Μπέη, 50.000 άνδρες, τον οποίο έστειλε εναντίον του Καστριώτη, ο Μεχμέτ ο Β΄, γεγονός που προκάλεσε θαυμασμό και κατάπληξη στην Ευρώπη.  Στο έργο του μεγάλου και ακαταπόνητου ιστοριοδίφη Κωνσταντίνου Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 1453-1821», που εκδόθηκε το 1869, έργο βασιζόμενο σε εγκυρότατες πηγές, διαβάζουμε τα εξής, που αποκαλύπτουν τι εθνικότητας ήταν ο Γεώργιος Καστριώτης, για ποια πατρίδα πολέμησε και σε ποιον λαό ανήκε.
«Ο μέγας της Ηπείρου ηγεμών Γεώργιος ο Καστριώτης, τοσάκις κατασυντρίψας τας τρομεράς του Μωάμεθ φάλαγγας, έβλεπε πλέον την ημισέληνον κυματίζουσα εντός των χωρών του.
Μάτην δ’ επικαλεσθείς την συνδρομήν της χριστιανοσύνης απεφάσισεν ιν’ αυτοπροσώπως μεταβή εις την Ρώμην και προσπαθήση ίνα μαλάξη την καρδίαν του σκληροτράχηλου πάπα, Παύλου.  Παρουσιασθείς ενώπιον του πάπα και των καρδιναλίων εξώρκισεν αυτούς εις τον κατά του Μωάμεθ πόλεμον, καταστρέψας τον λόγον του ως εξής (καταλήγοντας με αυτά τα λόγια):
Μετά την καταστροφήν της Ασίας και της Ελλάδος, μετά την σφαγήν των ηγεμόνων της Κωνσταντινουπόλεως, της Τραπεζούντος, της Σερβίας, της Βοσνίας και της Μολδοβλαχίας, μετά την υποδούλωσιν της Πελοποννήσου και την λεηλάτησιν του μεγαλυτέρου μέρους της Μακεδονίας και της Ηπείρου, έμεινα μόνος εγώ μετά του αδυνάτου και μικρού κράτους μου, με τους στρατιώτας μου εξηντλημένους εκ τόσων πολέμων, κατεστραμμένους εκ τοσούτων μαχών, ώστε η Ήπειρος δεν διατηρεί πλέον αίμα ίνα χύση υπέρ του χριστιανικού λαού. Εις την Μακεδονίαν ταύτην την γενέτειραν τοσούτων ηγεμόνων και στρατηγών δεν μένει άλλο ειμή μόνον η ημετέρα ανδρεία και ψυχή ακαταδάμαστος.  Δράμετε λοιπόν προς βοήθειάν μας, εν όσω μένει καιρός· διότι μετ’ ου πολύ δεν θέλουσιν ίσως υπάρχει εις το αντίπεραν  του Αδριατικού πελάγους αθληταί του Χριστού…» (εκδ. «Καμαρινόπουλος», σελ. 17, Αθήνα 1962).
Τι απέγινε η έκκληση του Καστριώτη προς τον Πάπα;  Διαβάζω.  «Η Ρωμαϊκή αυλή ανάλγητος εις τους εξορκισμούς του προμαχώνος της θρησκείας ως απεκάλει τον Καστριώτην, μόλις προσήνεγεν αυτώ (=προσέφερε) βοήθειαν 100.000 δραχμών, ην ο Σαγρέδος ονομάζει ατιμίαν των Χριστιανών».  (Τον πάπα τον ενδιαφέρει μόνο η καθυπόταξη της Ορθοδοξίας και τίποτε άλλο).
Με βάση το κείμενο έχει καμμιά σχέση ο Γ.  Καστριώτης  με την Αλβανία και τους τωρινούς μωαμεθανούς Αλβανούς; Ήταν μέγας ηγεμών της Ηπείρου, πρόμαχος της Ορθοδοξίας, υπερασπιστής δεινός της Μακεδονίας και της Ηπείρου.  Ήταν Ρωμιός, Χριστιανός Ορθόδοξος, πολίτης της ψυχορραγούσης τότε αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, όπως ήταν ο Παλαιολόγος, ο Γεννάδιος Σχολάριος , ο Αθ. ο Πάριος, ο Κολοκοτρώνης και ο Τζαβέλας.  Ανήκε στην Πονεμένη Ρωμιοσύνη, στο Γένος των Ελλήνων.  Όσοι στην Ήπειρο εξισλαμίστηκαν, έγιναν Αλβανοί, Τουρκαλβανοί τους οποίους ο σουλτάνος χρησιμοποιούσε για να καταπνίγει στο αίμα τις επαναστάσεις των Χριστιανών Ελλήνων.  Μάλιστα ο Καστριώτης πέθανε το 1486 «ευρισκόμενος εν Αλεσσίω» και τάφηκε «εν τω εκεί ναώ του Αγίου Νικολάου».
Ο Γεώργιος Καστριώτης, εθνικός ήρωας των Αλβανών.  Ο Μέγας Αλέξανδρος, των Σκοπιανών.  Η Θράκη και ο Δημόκριτος των Βουλγάρων.  Ο Όμηρος, η Ιωνία και Θαλής ο Μιλήσιος, των Τούρκων.  Τρώνε, τρώνε, την μαγιά μας, όπως θα έλεγε και ο Μακρυγιάννης, διεκδικήσεις παρανοϊκές και ανιστόρητες, γιατί;  Γιατί διαβάζοντας την ιστορία τους αισθάνονται ντροπή και κλέβουν φως από τον ήλιο του πολιτισμού μας, κλέβουν μεγαλεία, γιατί δεν έχουν και ψάχνουν γερά θεμέλια για να σταθούν. Και θα συνεχίζεται η ατιμωτική λεηλασία της μυρίπνοης εθνικής μας λειψανοθήκης, όσο μας κυβερνούν νάνοι και αρλεκίνοι που δεν γνωρίζουν ή περιφρονούν το τι σημαίνει Ελλάς και Έλληνας.  «Δεν υπάρχει ιδιότης τιμιωτέρα», όπως λέει ο ποιητής. Θλιβόμενοι, υστερούμενοι, κακουχούμενοι, όμως, «ιδού ζώμεν». Πεινώντες, διψώντες, γυμνητεύοντες… Ναι, όμως Έλληνες… με ψυχή και Χριστό.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Η ζωή της Μαργαρίτας και του Φανούρη




































Μπορεί ένας έρωτας να μετατραπεί σε μια αξιοπρεπή αγάπη; 
Ναι μπορεί!!! Και η θεατρική όμάδα από την Αμάρυνθο σε συνεργασία με την θεατρική ομάδα της ενορίας μας το απέδειξε. Όλη η ζωή της Μαργαρίτας και του Φανούρη σε τρία μικρά, αλλά τόσο όμορφα μονόκρακτα. 
Ένα από την εποχή του μεγάλου έρωτα, ένα από την εποχή της οικονομικής δυσπραγίας και της αντιμετώπισης των μυρίων προβλημάτων μέσα στην οικογένεια, και τέλος ένα από την εποχή που ο Φανούρης φροντίζει με τόση στοργή και αγάπη την Μαργαρίτα που έχει αλτσχάιμερ.  
Σε όλη αυτή την διαδρομή ο Φανούρης και η Μαργαρίτα έκαναν εκείνο τον έρωτά τους τελικά μια αγάπη που μακροθυμεῖ, χρηστεύεται,  οὐ ζηλοῖ,  οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

Θερμά συγχαρητήρια και πολλές ευχαριστίες στην Λένα Πεπέ, τον Ευάγγελο Παπαδέα, και την Μαντώ Μπόικου που μας χάρισαν το ταλέντο τους και την αγάπη τους συγκινώντας  μας όλους!!!

Επίσης στην Όλγα Κιοσόγλου που έγραψε τα κείμενα, τον Γιώργο Βαρούχα, τον Δημήτρη Κρανιώτη, την Ιωάννα Ντεκώ, την Φωτεινή Λαζαρίδη και φυσικά τον σκηνοθέτη μας Γιώργο Νικολα'ί'δη. 

Καλή αντάμωση στην επόμενη μηνιαία συνάντηση μας στην οποία θα σας περιμέμουμε ολους.



Η μήτρα του καινούργιου

Η προεκλογική περίοδος ξεγυμνώνει, δραματικά και ανέλπιδα, τον εγχώριο ευτελισμό της πολιτικής.
Η διαφθορά, η ανικανότητα, ο τυφλός φανατισμός μπορούν να καταγγελθούν και η καταγγελία να αφυπνίσει τους πολίτες (έστω εφήμερα). Ο ευτελισμός της πολιτικής είναι κάτι άλλο: Για να αντιδράει κάποιος με αποτροπιασμό, προϋποτίθεται καλλιέργεια δυσκατόρθωτη στους καιρούς μας.
Ενας ορισμός της ευτέλειας θα ήταν, να την ταυτίσουμε με τη σκόπιμη υποκατάσταση της πραγματικότητας από τις εντυπώσεις. Η «πολιτική» σήμερα αρχίζει και τελειώνει με αυτή την υποκατάσταση. Εχει υιοθετήσει τη λογική του μάρκετινγκ, τα τεχνάσματα των opinion makers, την «κατασκευή» της πραγματικότητας από τα τηλεοπτικά-ραδιοφωνικά «μέσα» και το «διαδίκτυο». Ευτελισμός της πολιτικής ήταν: να ασκείται η εξουσία (αλλά και η αντιπολίτευση) με αποκλεισμένη (έντεχνα εξουδετερωμένη) τη λογική-κριτική ικανότητα των πολιτών.
Η χρηστική εκδοχή του σχολείου, η αξιολογική υπεροχή (ρεαλιστικότατη) του φροντιστηρίου, ο έλεγχος των πανεπιστημίων από τις κομματικές νεολαίες, η μεθοδική επιβολή της ποδοσφαιρολαγνείας και του τζόγου στις μάζες είναι η στανική (ανεπίγνωστη) «παιδαγωγία» που έχει οδηγήσει την ελλαδική κοινωνία, χρόνια τώρα, στην υποκατάσταση της πολιτικής από τις εντυπώσεις. Η αντίσταση στη μεθοδικότατη αυτή υποδούλωση δεν είναι εύκολη, γι’ αυτό και σπανίζει.
Ζούμε και πολιτευόμαστε με την ψευδαίσθηση ότι επιλέγουμε και αυτενεργούμε, ενώ είμαστε υποταγμένοι στο δόλιο παιχνίδι των μεθοδευμένων εντυπώσεων. Μας λανσάρουν το μαύρο για άσπρο, το άσπρο για μαύρο. Ποιος είναι ο «προοδευτικός» και ποιος ο «συντηρητικός» και «σκοταδιστής» το καθορίζουν τα υπανθρωπάκια κομματικών επιτελείων και το αναμηρυκάζουν θλιβερές μαριονέτες εκφωνητών και «σχολιαστών» σε ραδιόφωνα και τηλεοπτικά κανάλια. Πόσοι Ελληνες έχουν κιόλας λησμονήσει το ιστορικό κορύφωμα ευτελισμού της πολιτικής: την αδιάντροπη «κωλοτούμπα» του ΣΥΡΙΖΑ. Οχι η οποιαδήποτε «Αριστερά», αλλά η αλαζονικά κλασαυχενιζόμενη σαν «Ριζοσπαστική», πούλησε ξεδιάντροπα, μέσα σε μια νύχτα, την αριστεροσύνη της και τη δημοψηφισματική ετυμηγορία του λαϊκού σώματος, μόνο για την ηδονή της εξουσίας.
Αυτή η έσχατη ευτέλεια, η ατιμωτική ντροπή της ωμής προδοσίας «αρχών» και επαγγελιών, εμφανίζεται σήμερα, στο προεκλογικό παραλήρημα του πρωθυπουργού, σαν σπουδαίο πολιτικό κατόρθωμα. Κατόρθωμα που «απειλείται» από το ενδεχόμενο επανάκαμψης του «παλαιού καθεστώτος», δηλαδή κομμάτων που τη μνημονιακή τους χαμέρπεια αναπαράγει αδιάντροπα ο ΣΥΡΙΖΑ, τρία χρόνια τώρα, λειτουργώντας «αντ’ αυτών».
Πώς να ξεχωρίσει ο πολίτης τον λακεδισμό της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς από τον λακεδισμό του «παλαιού καθεστώτος» («Κεντροδεξιάς» - «Κεντροαριστεράς»); Η υποταγή ολόκληρου του κομματικού φάσματος (πλην των άγονα ακραίων) στην απολυταρχία της επιτρόπευσης δεν αφήνει περιθώρια πολιτικών διαφοροποιήσεων – όλοι «γλείφουν εκεί που έφτυναν». Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός του «επικρατείας» (θλιβερή φιγούρα αυτοκαταργημένης αξιοπρέπειας) διεκδικούν τη διαφοροποίηση καταφεύγοντας στην ευκολία της ετικέτας, με τελική συνέπεια τη λασπολογία: Τσουβαλιάζουν όλους αναμίξ τους πολιτικούς τους αντιπάλους κάτω από τους χαρακτηρισμούς: «Λαϊκισμός», «Εθνικισμός», «Ακρα Δεξιά». Το δίλημμα που θέλουν να «χάψει» ο ψηφοφόρος είναι πολωτικό, βάναυσα ανέντιμο. «Ή εμείς ή το χάος» – όλοι οι άλλοι είναι η στενοκεφαλιά της συντήρησης, αυτοί που παγίδευσαν τη χώρα στα μνημόνια.
Το κυβερνητικό «καθεστώς» και τα φερέφωνά του λογαριάζουν όλους τους πολίτες αμνήμονες: Οτι έχουν πάψει να συντηρούν στη μνήμη την εξευτελιστική αλλαξοπιστία και εξωμοσία των «ριζοσπαστών» της «Αριστεράς». Οτι δεν αντιλήφθηκαν ότι τα άλλοτε «μαύρα πρόβατα» του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος μεταμορφώθηκαν (με δόλωμα την εξουσία) σε χαϊδεμένα παιδιά του ίδιου αυτού ιστορικο-υλιστικού στρατοπέδου.
Δεν είναι οπωσδήποτε αμνήμονες οι πολίτες. Κάποιοι θυμούνται τη φασιστική τρομοκρατία των «προοδευτικών δυνάμεων» που εξανάγκαζε και τον Καραμανλή (τον ελάσσονα) να αποφεύγει σχολαστικά τη λέξη «πατρίδα», δέσμιος του συμπλεγματικού φόβου μήπως τον χαρακτηρίσουν «εθνικιστή» – ίδια και με τον Κυριάκο σήμερα.
Ομως στην προεκλογική αμάχη τα κόμματα επιμένουν να λογαριάζουν τον πολίτη όχι μόνο αμνήμονα, αλλά και ηλίθιο. Οι «διαμορφωτές κοινής γνώμης» έχουν πείσει τους κομματανθρώπους ότι πρέπει να εκφράζουν «βεβαιότητα» για τη νίκη τους. Και η φαιδρότητα ξεχειλίζει ασυμμάζευτη, μικρονοϊκή, πραγματικό ρεσιτάλ μωρολογίας και κρετινισμού: «Την επομένη των εκλογών θα είμαστε κυβέρνηση...». «Θα είναι συντριπτική η νίκη μας...». «Θα κερδίσουμε απόλυτη πλειοψηφία...». «Θα νικήσουμε με μεγάλη διαφορά...» – η εντολή των διαφημιστών για «εικόνα αυτοπεποίθησης» παράγει φτηνιάρικη παιδαριωδία.
Η προτεραιότητα των εντυπώσεων και η χρησιμοποίησή τους για τη διαβουκόληση των μαζών είναι το καίριο εύρημα του Ιστορικού Υλισμού (μηδενισμού και αμοραλισμού τόσο των «Αγορών» όσο και του παραισθησιογόνου μαρξισμού). Το καινούργιο στην πολιτική θα υπάρξει, όταν εμφανιστεί πειστική πρόταση για μια ριζικά καινούργια οργάνωση και λειτουργία του σχολείου και του πανεπιστημίου. Είναι η μήτρα της αλλαγής.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Ο Αρχιμ. Φιλόθεος Θεοχάρης τοποθετήθηκε σήμερα, Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019 νέος Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου.


Ραδιοφωνικος Σταθμος Ι.Μ. Χαλκιδος
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΝΕΟΣ ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Μετά πολλής χαράς και συγκινήσεως αναγγέλλουμε στο πλήρωμα της τοπικής μας Εκκλησίας Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων ότι, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. Φιλόθεος Θεοχάρης, Ιεροκήρυκας και Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, με πρόταση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρίου Ιερωνύμου και απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ορίσθηκε Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο εκ των διακεκριμένων κληρικών μας π. Φιλόθεος είναι τέκνο της Χαλκίδος γεννηθείς στις 9/7/1977, υπό των ευσεβεστάτων γονέων του Δημητρίου και Παρασκευής Θεοχάρη.

Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διπλωματούχος της Βυζαντινής Μουσικής. Εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου «ΑΡΜΑ», στις 16/2/2002 και την επομένη (17/2/2002) χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδος κύριο Χρυσόστομο, ο οποίος τον χειροθέτησε και Αρχιδιάκονο. Στις 19/6/2005 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και έλαβε αυθημερόν το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη από τον ίδιο Μητροπολίτη.

Υπηρετεί, ως Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως ενώ έχει υπηρετήσει και ως υπεύθυνος του ιδιαιτέρου Γραφείου του Σεβασμιωτάτου και του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως, Αρχηγός Κατασκηνωτικών περιόδων και Κατηχητής, Υπεύθυνος της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως, ενώ στις 26/10/2009 διορίσθηκε Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος.

Μέχρι σήμερα είναι μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων των α) Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Χαλκίδος, β) Ιεραποστολικού και Μορφωτικού Ιδρύματος «Άγιος Τιμόθεος Ευρίπου» γ) Σχολής Βυζαντινής Μουσικής και δ) μέλος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Χαλκίδος, ως εκπρόσωπος της Ιεράς Μητροπόλεως.

Προσελήφθη από την Ιερά Σύνοδο και υπηρέτησε ως γραμματεύς της Επιτροπής Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Α΄ Γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Συμμετείχε υπό την ιδιότητα του Συνοδικού Γραμματέως, στον διάλογο Εκκλησίας και Πολιτείας για το μάθημα των Θρησκευτικών και για τα κοινού ενδιαφέροντος θέματα Εκκλησίας και Πολιτείας.

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος συνεχάρη εγκαρδίως τον πιστό πνευματικό του υιό και εκλεκτό του συνεργάτη και του ευχήθηκε να συνεχίσει να υπηρετεί την Αγία μας Εκκλησία με τον ίδιο ζήλο και την εγνωσμένη του αγάπη.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η λεηλασία της χώρας μας.

Η πατρίδα μας διέρχεται μεγάλη δοκιμασία. Η προσκόλλησή μας σε κομματικούς σχηματισμούς δεν μας επιτρέπει να ερευνήσουμε σε βάθος πώς φθάσαμε στο σημερινό κατάντημα και ποια τα γενεσιουργά αίτιά του. Ακόμη πιστεύουμε σε μεγάλο βαθμό ότι κάποια κυβερνητική μεταβολή, δηλαδή η ανάρρηση άλλου σχηματισμού στην εξουσία, θα συμβάλει καθοριστικά στην έξοδο της χώρας από την κρίση. Αυτό οφείλεται στη διαλαλούμενη από όλους τους σχηματισμούς μεγάλη ιδεολογική διαφορά μεταξύ τους. Αν και υπάρχουν πληθώρα απτών αποδείξεων ότι στη μεταϊδεολογική εποχή είναι αστείο να ομιλούμε για ιδεολογικές διαφορές, ο δημαγωγικός λόγος είναι αρκούντως πειστικός, ώστε να συγκρατεί σημαντικό μέρος των πολιτών σε συγκεκριμένους σχηματισμούς. Βέβαια δεν σημαίνει ότι οι μετακινούμενοι είναι και οι πλέον ενημερωμένοι και σοβαροί πολίτες, όπως δεν είναι σοβαροί οι πολιτικοί, που με τις μετακινήσεις τους έχουν υποβιβάσει τον πολιτικό μας βίο στο επίπεδο του αντίστοιχου ποδοσφαιρικού.
                Οι κομματικές παρωπίδες δεν επιτρέπουν στους λαούς, και όχι μόνο στον ελληνικό, να συνειδητοποιήσουν ότι με τις εκλογές επιλέγουν αυτοί μεταξύ των προεπιλεγμένων από το διεθνές σύστημα εξουσίας, εντολοδόχους. Γι’ αυτό και αντιδρούν πλείστοι όσοι στην επισήμανση αυτή με πείσμα και ιδιαίτερη καύχηση τονίζοντας: Ο κυρίαρχος λαός αποφασίζει. Πέρα από το ότι το σύστημα νομής εξουσίας έχει πλείστες όσους μεθόδους καθοδήγησης των λαών, το πλέον σημαντικό είναι ότι δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα το ποιος από τους δύο προτεινόμενους, που συγκεντρώνουν τις μεγαλύτερες, πιθανότητες θα εκλεγεί τελικά. Πάντως κατά κανόνα φαίνεται ποιον το σύστημα προτιμά κάθε φορά.
                Κάποια παραδείγματα καθιστούν πιο σαφή τα παραπάνω εκτεθέντα. Κατά τη δεκαετία του 1970 το όραμα της ενωμένης Ευρώπης ήταν ακτινοβόλο και σε πολλούς Έλληνες θέριεψε ο πόθος να καταστούμε ισότιμα μέλη της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας. Πιστεύουμε ακόμη ότι ήταν πράγματι σκοπός των πρωτεργατών η ειρηνική συνύπαρξη των λαών της ηπείρου μας στα πλαίσια της ειλικρινούς συνεργασίας και αλληλοβοήθειας; Δυστυχώς υπάρχουν ακόμη συμπατριώτες μας, που, παρά τα όσα βλέπουν, δεν επιρρίπτουν ουδεμία ευθύνη για το κατάντημά μας στο διευθυντήριο των Βρυξελλών ή στους «θεσμούς», αλλά μόνο στους πολιτικούς που άσκησαν την εξουσία στη χώρα μας. Αλλά είναι πλέον εμφανέστατο ότι το διευθυντήριο εφαρμόζει πολιτική καθ’ υπαγόρευση από το τραπεζικό σύστημα, το οποίο ως μόνη έγνοια έχει την αύξηση των κερδών του και όχι τα δίκαια των λαών. Και όλοι, όσοι άσκησαν την εξουσία ήταν εκλεκτοί του συστήματος και τα συμφέροντα αυτού υπηρέτησαν. Είναι δυνατόν να αδυνατούσαν οι συμπατριώτες μας βιομήχανοι και οικονομολόγοι να αντιληφθούν ότι η ένταξή μας στην ΕΟΚ θα ήταν η ταφόπλακα της βιομηχανίας μας; Ήταν δυνατόν να πιστεύουμε ότι όσα αποφάσιζαν οι «κουτόφραγκοι» σε θέματα πρωτογενούς παραγωγής ευνοούσαν την αύξησή της στη χώρα μας, ώστε να καταστούμε τροφοδότες των βιομηχανικών χωρών της Δύσης; Δεν αντιλαμβάνονταν, ως κουτοί, τις μικρές ή μεγαλύτερες απάτες μας στο θέμα των επιδοτήσεων, για αισχρούς ψηφοθηρικούς λόγους; Και εκείνοι γνώριζαν, αλλά ανέμεναν καρτερικά, και οι δικοί μας αντιλαμβάνονταν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη χώρα μας, αλλά κινούνταν μικρόψυχα στον ορίζοντα της τετραετίας ή, το πολύ, οκταετίας.
                Γιατί έχασε ο κομματισμός σχηματισμός, που μας ενέταξε στην ΕΟΚ, ευθύς αμέσως τις εκλογές από τον άλλο με το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»; Γιατί οι ηττημένοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για τη χώρα εκ της κομμουνιστικής απειλής; Γιατί οι νικητές δεν είπαν ποτέ στον λαό ότι η επίπλαστη ευμάρεια, με την οποία αυτός αποκοιμήθηκε επί τριάντα έτη, δεν οφειλόταν στην αναδιανομή του εγχωρίου εισοδήματος στη βάση αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά στον αλόγιστο εξωτερικό δανεισμό. Και ο λαός τονίζει συνετά ότι οι νοικοκυραίοι τρώνε ξερό ψωμί και δεν δανείζονται. Δεν γνώριζαν ότι η συνεχής πτωτική πορεία των δεικτών παραγωγής, θα καθιστούσε κάποτε αδύνατη την αποπληρωμή των δανείων; Όχι μόνο αυτά γνώριζαν, αλλά διέπραξαν  ένα μεγαλύτερο κακό σε βάρος της χώρας. Μετέτρεψαν σε ναυαγοσωστικά των ναυαγών του ιδιωτικού τομέα τις δημόσιες επιχειρήσεις, τις οποίες διαχειρίστηκαν οι δύο σχηματισμοί εξουσίας ως κομματικά φέουδα. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, λόγω των μυρίων κριμάτων του, και την ενορχηστρωμένη άγρια επίθεση κατά του κράτους, ως επιχειρηματία, από το διεθνές τραπεζικό σύστημα, έγινε πλέον ορατό με γυμνό οφθαλμό ότι οι πολιτικοί είχαν παραδώσει την εξουσία στο αδηφάγο κεφάλαιο. Στη διεξαγόμενη δίκη για σκάνδαλο δωροδοκίας πολιτικών προσώπων από γερμανική εταιρεία, ισχυρό κατά το παρελθόν πολιτικό πρόσωπο ομολόγησε ότι το κόμμα του έλαβε σημαντική βοήθεια για προεκλογική εκστρατεία. Άραγε δεν το γνώριζε αυτό ο αρχηγός του κόμματος, που πούλησε όραμα εκσυγχρονισμού του πολιτικού βίου της χώρας και τολμά να μας συμβουλεύει ακόμη και σήμερα, αν και δεν απηύθυνε ακόμη συγγνώμη προς τους άπληστους και συνάμα αφελείς, που εξαπατήθηκαν και έχασαν τις οικονομίες τους στο χρηματιστήριο, που καταβαραθρώθηκε; Και πολλοί πιστεύουν ακόμη ότι η ένταξή μας στη ζώνη του ευρώου ήταν επωφελής για τη χώρα μας και τρέμουν στη σκέψη της εξόδου μας απ’ αυτήν!
                Και η ΕΕ συνέχιζε να εφαρμόζει αντιλαϊκές πολιτικές, που οδήγησαν τελικά στα μνημόνια και την πώληση αντί πινακίου φακής του δημοσίου πλούτου της χώρας στο αδηφάγο ξένο και εντόπιο κεφάλαιο. Και τώρα έφθασε η ώρα της κατάρρευσης της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης της χώρας, της ΔΕΗ. Αφού ευτελίστηκε με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν, η μετοχή της, αφού την υποχρέωσαν να αγοράζει την «πράσινη» ενέργεια σε τιμή υψηλότερη απ’ εκείνη της πώλησης, αφού ο λιγνίτης δέχθηκε άγρια και ενορχηστρωμένη επίθεση από κάποιους που παρασύρθηκαν από τον «καταπράσινους» Γκορ και Φίσερ, που «έχασαν» τον ύπνο τους ανησυχώντας για το μέλλον του πλανήτη μας, τώρα εκποιούνται οι μονάδες της και οι αγοραστές καταθέτουν εξοργιστικά χαμηλές τιμές. Και διαχειρίζεται πλέον την εξουσία στη χώρα μας «αριστερή» κυβέρνηση, η οποία είχε διαγγείλει στο παρελθόν ότι έχει χαράξει «κόκκινες» γραμμές. Μόνο που δεν μας είχε πει ότι τις έχει χαράξει σε κινούμενη άμμο! Και οι συνδιεκδικητές της εξουσίας επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό των κυβερνώντων ότι είναι αριστεροί. Τί και αν είναι εμφανέστατο ακόμη και στον αδαή περί τα πολιτική ότι η παρούσα κυβέρνηση είναι η εκλεκτή του διεθνούς συστήματος εξουσίας; Τί και αν όλοι οι ισχυροί πλέκουν το εγκώμιο της κυβέρνησης για την εκτέλεση όλων των εντολών τους και, κυρίως, για τη διεκπεραίωση των εκκρεμών θεμάτων, εθνικών, οικογενειακού δικαίου και σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας, πέραν των οικονομικών; Όταν ανήλθε στην εξουσία η παρούσα κυβέρνηση, το διεθνές χρηματιστήριο αντιλήφθηκε τη μεταβολή, όσο το βόδι την επικάθηση του κουνουπιού στο κέρατο του, κατά τον μύθο του Αισώπου. Και επειδή η κυβέρνηση δεν έχει ολοκληρώσει το έργο της μία ακόμη τετραετία δεν είναι διόλου απίθανη, όσο και αν οι δημοσκοπἠσεις προβλέπουν μεταβολή. Ας μην αποκλείουμε πάντως και συγκυβέρνηση κατά το προηγούμενο με δοτό πρωθυπουργό. Οι μετακινήσεις πολιτικών από σχηματισμό προς άλλο φανερώνει ότι ωρίμασαν οι συνθήκες να το δούμε κι’ αυτό! Βέβαια οπωσδήποτε για τη σωτηρία της πατρίδος!
                                                                                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Γιατί επιρρεπείς στον διχασμό

Είμαστε οι Ελληνες, περισσότερο από άλλους λαούς, επιρρεπείς σε διχασμούς, φατριασμούς, παθιασμένες αντιμαχίες;
Η απώλεια της κοινωνικής συνοχής και ο εμπαθής αλληλοσπαραγμός είναι συνάρτηση της ιδιοσυγκρασίας ή της κατά κεφαλήν καλλιέργειας ενός λαού; Είναι αποτέλεσμα μάλλον οικονομικών συγκυριών ή κυρίως του αμοραλισμού της ηγεσίας του; Θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι εμφύλιοι διχασμοί απροκαθόριστες εκρήξεις κάποιου είδους συλλογικής παράνοιας, ή καταπιεσμένων παρορμήσεων και πεισματικής εμμονής σε ναρκισσιστικές επενδύσεις μεγαλοϊδεατισμού;
Τα ερωτήματα είναι απλώς ενδεικτικά της δυσκολίας να εντοπίσουμε ένα μόνο συντελεστή ή παράγοντα ως αιτία των δραματικών στην ελληνική Iστορία διχασμών. Τουλάχιστον των πρόσφατων, που συνοδεύουν την επαναστατική εθνεγερσία του 1821 και το κρατικό της αποκύημα στους δύο τελευταίους αιώνες. Ωστόσο, παρά την εμφανή πολλότητα των αιτίων και αφορμών των διχαστικών διενέξεων, θα μου επιτραπεί να θεωρώ ερμηνευτικά κρίσιμο και μεθοδολογικά γόνιμο έναν κυρίως παράγοντα και συντελεστή: Τη διαφορά ανάμεσα στους μακραίωνες πολιτικούς εθισμούς των Ελλήνων και στο πολιτικό μοντέλο του έθνους-κράτους που η Νεωτερικότητα μας επέβαλε σαν μοναδική επιλογή.
Φάνηκε να μην υπάρχουν περιθώρια άλλης επιλογής. Το όραμα κάποιων Φαναριωτών να «αλωθεί ένδοθεν» η Οθωμανική Αυτοκρατορία από το συγκριτικά υπέρτερα σε καλλιέργεια (συχνά και σε πλούτο) ελληνικό στοιχείο, ήταν μάλλον ουτοπικό. Το ίδιο και η «Μεγάλη Ιδέα»: να αξιοποιήσει το νεόφυτο ελλαδικό κρατίδιο την κατάφωρη παρακμή των Οθωμανών, για να επανακτήσει βαθμιαία την πανάρχαιη ελληνική γη της Μικρασίας, του Πόντου, των στενών του Βοσπόρου – τον άξονα των οραμάτων της Ρωμιοσύνης: την «Πόλη και την Αγια-Σοφιά».
Για έναν περίπου αιώνα, ώς τη μικρασιατική καταστροφή, η αυτονόητη κοσμοπολίτικη συνείδηση δεν άφηνε περιθώρια για το ερώτημα: Ο κοσμοπολιτισμός είναι οπωσδήποτε συνάρτηση της αυτοκρατορίας; Το εδαφικά ελάχιστο κρατίδιο θα ήταν αδύνατο να διαχειριστεί την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια; Η ελληνικότητα του νεωτερικού έθνους-κράτους θα εξελισσόταν νομοτελειακά σε επαρχιωτικό εθνικισμό βαλκανικής μιζέριας;
Ενα τέτοιο διαυγή προβληματισμό τον απέκλεισε και η παιδαριώδης εμπιστοσύνη των Ελλήνων στον φιλελληνισμό των Ευρωπαίων. Υστερα από ταπεινωτική υποδούλωση, όχι πέντε και δέκα, αλλά τετρακοσίων ετών στον τουρκικό πρωτογονισμό, η μετα-μεσαιωνική Ευρώπη των ιδεών του «Διαφωτισμού» και της εκθαμβωτικής οικονομικής ανάπτυξης, φάνταζε στα μάτια των ραγιάδων σαν αναμφισβήτητα μοναδική οδός συλλογικής ευτυχίας.
Η ομοφωνία για τον εκσυγχρονισμό, επομένως για την πρόσληψη της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, θα έλεγα ότι ήταν δεδομένη. Από τι λοιπόν προέκυψαν οι διχασμοί; Τολμώ να ισχυριστώ ότι απάντηση στο ερώτημα δίνει η μελέτη της διαφοράς που υπήρξε στον εξευρωπαϊσμό των εκτός του ελλαδικού κρατιδίου Ελλήνων (των κοινοτήτων της διασποράς) και στον εξευρωπαϊσμό των εντός: των κρατικών και κοινωνικών δομών στην απελεύθερη Ελλάδα.
Στην πρώτη περίπτωση (π.χ. του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού, των αστικών κέντρων της Μικρασίας, του Πόντου, των παραδουνάβιων ηγεμονιών, της Τεργέστης, της Βιέννης, της Λειψίας κ.ο.α.) οι δομές και οι θεσμοί οργάνωσης του βίου ήταν αυθεντικά της Δύσης, οι Ελληνες εντάσσονταν αυτονόητα, δίχως άλλη επιλογή. Ενώ, παράλληλα, ελεύθερη επιλογή τους και απόφαση ήταν να διασώζουν ενεργά την ελληνική τους ταυτότητα.
Στο νεόκοπο ελλαδικό κρατίδιο οι δομές και οι θεσμοί κοινωνικών και κρατικών λειτουργιών δεν ήταν ούτε αυθεντικά και αυτονόητα δυτικοί, ούτε καρπός μελετημένης προσαρμογής του προβλήματος στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού χαρακτήρα (της μακραίωνης εμπειρίας και εθισμών των Ελλήνων). Ο ελλαδικός Ελληνισμός υποτάχθηκε στο δυτικό μοντέλο κράτους και κοινωνίας που του επέβαλαν στανικά οι Βαυαροί ή αντέγραψε αυτό το μοντέλο με τη συνείδηση του μειονεκτικού που μιμείται, δεν αφομοιώνει, πιθηκίζει, δεν προσλαμβάνει δημιουργικά το πρόσλημμα.
Ολοι οι σπαραχτικοί της ελληνικής κοινωνίας διχασμοί μοιάζουν να είναι αποτέλεσμα αυτής της σχιζοείδειας: Της αδυναμίας μας των Ελλήνων να εκσυγχρονίσουμε την πολιτισμική, χαρακτηρολογική μας ιδιαιτερότητα, να τη μεταφράσουμε σε πρόταση επίκαιρη με πανανθρώπινη εμβέλεια. Ακροβατούμε ανάμεσα σε έναν δυτικής κοπής εθνικισμό, βασισμένον κυρίως σε ψυχολογικές ανάγκες, ανάλογες της ποδοσφαιρολαγνείας. Και σε μια φιλοδυτική λιγούρα, μικρονοϊκής ξιπασιάς και εξευτελιστικής αρνησιπατρίας.
Για τους τρεις, τους πιο ακριβοπληρωμένους διχασμούς του Νέου Ελληνισμού, θα είχα να προτείνω τρία «ξεστραβωτικά», κατά την κρίση μου, βιβλία:
Για τον διχασμό που συνοδεύει καταγωγικά την επαναστατική εθνογερσία και το κρατικό της αποκύημα προτείνω, το εκπληκτικό μελέτημα της Ελλης Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα.
Για τον πιο μακάβριο σε συνέπειες διχασμό Βενιζελικών-Κωνσταντινικών, το βιβλίο: Η ιστορία του εθνικού διχασμού κατά την αρθρογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά, Θεσ/νίκη, Εκδόσεις Κυρομάνος.
Για τον ψευδωνύμως λεγόμενο «εμφύλιο» (1946-1949) το μελέτημα του Νίκου Μαραντζίδη, Δημοκρατικός στρατός Ελλάδας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Ό Αρχιμ. Φιλόθεος Θεοχάρης για ΤΟ ΕΙΣΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


«Το Εισοδικό της Αγίας Σοφίας» είναι ένα βιωματικό και ιστορικό οδοιπορικό στα εσωτερικά και εξωτερικά σημαίνοντα και σημαινόμενα του ναού, στα μυστικά της τέχνης του και της ομορφιάς του. Ο συγγραφέας διατρέχει την ιστορία της Αγίας Σοφίας από την πρώτη θεμελίωση μέχρι τη σημερινή της κατάσταση, με αναφορές, περιγραφές, διηγήσεις, σχολιασμούς άλλοτε ρεαλιστικούς και άλλοτε υπαινικτικούς, αξιολογήσεις και επισημάνσεις.

Στο προλογικό του σημείωμα ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος τονίζει: «Ἐκφράζομεν τήν εὐαρέσκειαν ἡμῶν καί τήν βεβαιότητα ὅτι «Τό Εἰσοδικό τῆς Ἁγίας Σοφίας», τό ὁποῖον διεκδικεῖ περίοπτον θέσιν μεταξύ τῶν κειμένων περί τῆς «Μεγάλης Ἐκκλησίας», θά ὁδηγήσῃ τά βήματα τῶν ἀναγνωστῶν εἰς τήν Βασιλεύουσαν, διά νά ἀνακαλύψουν καί νά θαυμάσουν καί αὐτοί τά ἱερά μυστικά καί τά θεῖα μυστήρια τοῦ περιωνύμου ναοῦ, ὅπου «πάλλει ἡ καρδιά τῆς Ρωμηοσύνης».

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου




Εἶναι μέσα στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ριζωμένο ἕνα ἀλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστὰ στὸ φαινόμενο τοῦ ὕπνου. Ὁ ζωντανός, ὁ ἐργαζόμενος, ὁ σκεπτόμενος, ὁ γεμάτος δραστηριότητα ἄνθρωπος, καμπτόμενος ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴ κόπωση, καταλαμβάνεται ἀπὸ μία ἀκατανίκητη ἀνάγκη νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγκάλη τοῦ ὕπνου. Οἱ αἰσθήσεις, οἱ διανοητικὲς λειτουργίες, οἱ δυνάμεις τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ ὁ ζωντανὸς γίνεται σὰν νεκρός. Εἰκόνα τοῦ θανάτου ὁ ὕπνος.
 
Μυστήριο γιὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῶν περασμένων ἐποχῶν. Ὥρα ποὺ ἐνεδρεύουν οἱ πονηρὲς δυνάμεις τοῦ κόσμου τούτου, ὁρατὲς καὶ ἀόρατες, γιὰ νὰ κακοποιήσουν ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πειράξουν τὸν ἀνυπεράσπιστο ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνθρώπινο ὂν ποὺ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη, ἀφήνοντας προσωρινὰ τὸν κόσμο τῶν ζώντων γιὰ νὰ περάσει στὸ μυστήριο τῆς εἰκόνας τοῦ θανάτου, νὰ στρέψει τὸ νοῦ του στὸ Θεό του καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ αὐτὸν προστασία καὶ σκέπη.


Σ’ αὐτὸ τὸ ὑπόβαθρο τῆς ἰδιωτικῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς στηρίχθηκε καὶ ἡ πράξη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἔδινε στὴν ἀτομικὴ αὐτὴ προσευχὴ τὴ μορφὴ ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας.


Ἡ μετατροπὴ ἔγινε κατ’ ἀρχὰς στὶς μοναχικὲς ἀδελφότητες, ποὺ τὰ πάντα, καὶ ἰδίως ἡ προσευχή, ἦσαν κοινά. Ἡ κοινὴ αὐτὴ προσευχὴ γινόταν στὴν ὥρα τῆς ἰδιωτικῆς, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὸ δεῖπνο καὶ πρὶν τὸν ὕπνο. Γι’ αὐτὸ καὶ τῆς δόθηκε τὸ ὄνομα «ἀπόδειπνο» ἢ «ἀπόδειπνα» καὶ «προθύπνια».


Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου μία πολὺ μεγάλη ἀκολουθία. Τὸ μῆκος της δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει. Εἶναι καθαρὰ μοναστηριακὴ καὶ γνωρίζουμε πόσο οἱ μοναχοὶ ἤθελαν νὰ παρατείνουν τὴν προσευχή τους, τόσο πού, ἂν ἦταν φυσικῶς δυνατόν, δὲν θὰ διέκοπταν ποτὲ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἴσοδός της ὅμως στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς καὶ ἡ χρήση της ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ ὁδήγησε γρήγορα σὲ ἀδιέξοδο. 
Ἔτσι κατὰ τὸν ΙΔ΄ μὲ ΙΕ΄ αἰώνα ἀναγκάσθηκαν νὰ κάνουν καὶ μία ἐπιτομή της, ποὺ ὀνομάσθηκε, γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἐκτενῆ μορφή, «μικρὸ ἀπόδειπνο». Τὸ ἄλλο, τὸ πλῆρες καὶ παλαιό, ὀνομάσθηκε τώρα «μέγα ἀπόδειπνο». Εἶναι κοινὸς νόμος, ὅτι τὰ νεώτερα πράγματα καὶ τὰ συντομότερα κερδίζουν γρήγορα ἔδαφος. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο. Τὸ «μικρὸ» καὶ νεώτερο ἐπισκίασε τὸ παλαιὸ καὶ μεγάλο, καὶ περιόρισε τὴν τέλεσή του μόνο κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ποὺ λόγω τῆς ἱερότητας τῆς περιόδου αὐτῆς καὶ τῆς συντηρητικότητας τῶν ἀκολουθιῶν της, μποροῦσε νὰ βαστάσει τὸ βάρος τῆς ἐκτενοῦς ἀρχαϊκῆς ἀκολουθίας. 


Ἔτσι σήμερα ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ παρακολουθήσουμε τὴν τέλεση τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν Δευτέρα ὡς τὴν Πέμπτη τῶν ἑβδομάδων τῆς μεγάλης Νηστείας, τὶς δὲ Παρασκευὲς μαζὶ μὲ τοὺς χαιρετισμοὺς τὴν ἀκολουθία τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Στὶς ὑπόλοιπες ἐκτός τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡμέρες τελεῖται, κατ’ ἰδίαν στὰ σπίτια ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ εὐλαβεῖς λαϊκοὺς ἢ ἀπὸ κοινοῦ στὰ μοναστήρια, τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο.


Τὸ θέμα τοῦ ἀποδείπνου εἶναι διπλό, ἀνάλογο πρὸς τὴν ὥρα τῆς τελέσεώς του· εὐχαριστία δηλαδὴ κατὰ πρῶτον καὶ δοξολογία γιὰ τὴν διέλευση τῆς ἡμέρας καὶ δέηση γιὰ τὴν «ἀπρόσκοπτο» καὶ «ἐλευθέρα φαντασιῶν», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἀνάπαυση κατὰ τὴν ἐπερχόμενη νύκτα. 
Μὲ τὸ πρῶτο θέμα συμπλέκονται καὶ ἄλλα συναφῆ. Μία ἀνασκόπηση τῶν ἔργων τῆς ἡμέρας γεννᾶ ἀσφαλῶς τὴν ἀνάγκη γιὰ αἴτηση συγγνώμης γιὰ τὶς ποικίλες παραβάσεις μας, ἕνα ἔντονο συναίσθημα μετανοίας. Ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας γέννησε ἀσφαλῶς δυσαρέσκειες καὶ ἐνδεχομένως προκάλεσε ἀντιδικίες καὶ μίση. Εἶναι καιρὸς ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπανορθωθοῦν μὲ τὴν ἀμοιβαία συγχώρηση καὶ συνδιαλλαγή. Μὲ τὸ δεύτερο πάλι θέμα συνδέεται ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, γιὰ νὰ μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος στερεὰ στερεωμένους στὴν ἀληθινὴ μαρτυρία καὶ ὁμολογία, κατὰ τοὺς Πατέρες. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα κατακλείει καὶ ἡ δέηση γιὰ τὴν ταχεία ἀπὸ τὸν ὕπνο ἐξανάσταση γιὰ νὰ μὴ σιγήσει ἐπὶ πολὺ τὸ στόμα ποὺ δοξολογεῖ τὰ «κρίματα» τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὸ ἀπόδειπνο ἀποτελεῖται ἀπὸ ψαλμούς, ὕμνους καὶ εὐχές. Ὅλα ἔχουν ἐκλεγεῖ μὲ βάση τὰ πιὸ πάνω θέματα. 
Στὰ τρία μέρη τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στὴν ἐπιτομὴ τῶν «καιριωτάτων» τοῦ μεγάλου, ποὺ περιέχονται στὸ ἕνα μέρος τοῦ μικροῦ, βρίσκει κανεὶς ἐκλεκτοὺς νυκτερινοὺς ψαλμούς, ὅπως ὁ 4ος μὲ τὸ «ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτῷ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω», ὁ 6ος μὲ τὸ «λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», ὁ 12ος μὲ τὸ «φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον», ὁ 30ός μὲ τὸ «εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», ὁ 90ός μὲ τὸ «οὐ φοβηθήση ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ… ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου». Φράσεις γεμάτες βαθειὰ πίστη καὶ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ βρεῖ τὸν περίφημο ψαλμὸ τῆς μετανοίας, τὸν 50ό. τὸ «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…», καὶ κείμενα γεμάτα μετάνοια καὶ συντριβή, ὅπως τὴν προσευχὴ τοῦ Μανασσῆ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας.


Ἀπὸ τὶς εὐχὲς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τόσο γνωστὴ εὐχὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο τοῦ μοναχοῦ τῆς Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος Παύλου «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε…» καὶ τὴν σύντομη καὶ περιεκτικὴ «ἐπικοίτιο» εὐχὴ στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ τοῦ μοναχοῦ Ἀντιόχου τοῦ Πανδέκτου «Καὶ δὸς ἡμῖν, δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς … », θὰ ἔπρεπε νὰ μνημονεύσουμε τὴν θαυμάσια εὐχὴ ποὺ ἀποδίδεται στὸν Μέγα Βασίλειο «Κύριε. Κύριε, ὁ ρυσάμενος ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς βέλους πετομένου ἡμέρας…». Αὐτὴ συγκεφαλαιώνει κατὰ ἕνα ἀπαράμιλλο τρόπο τὰ αἰτήματα τῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς τοῦ πιστοῦ. 
Βρίσκεται στὰ «Ὡρολόγια» καὶ σὲ ὅλα τὰ προσευχητάρια, ποὺ κυκλοφοροῦν μεταξὺ τῶν πιστῶν. Καὶ μόνη ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωσή της, καὶ μάλιστα στὴν πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχή, εἶναι ἱκανὴ νὰ γεμίσει τὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πιὸ ἱερὰ αἰσθήματα.


Τὸ ἀπόδειπνο περιλαμβάνει καὶ τὴν ψαλμωδία τροπαρίων καὶ μάλιστα τριῶν ἀρχαίων ὕμνων, ποὺ ἔχουν ὅμως παραλειφθεῖ κατὰ τὴν σύνταξη τῆς ἀκολουθίας τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Σήμερα δὲν ψάλλονται πιὰ παρὰ μόνο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, στὸ μέγα ἀπόδειπνο.


Ὁ πρῶτος, τὸ γνωστὸ «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», εἶναι μία ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν ὠδὴ τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ βρίσκεται στὸ 8ο καὶ 9ο κεφάλαιο τοῦ ὁμώνυμου προφητικοῦ βιβλίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι ἕνας ὕμνος θριάμβου καὶ ἐγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατὰ στίχο κατὰ τὸν ἀρχαῖο τρόπο, μὲ ἐφύμνιο τὸ «ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Κατὰ τὸν ἅγιο Πατέρα Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὁ ὕμνος αὐτὸς ψάλλεται στὸ ἀπόδειπνο «κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δαιμόνων… ποὺ ἐκδηλώνουν τὴν πονηρὴ δύναμή τους κατὰ τὴ νύκτα».


Ὁ δεύτερος ὕμνος εἶναι ἕνα ἀρχαϊκὸ πρωτοχριστιανικὸ ποιητικὸ κείμενο σὲ στίχους ἑνδεκασύλλαβους, ποὺ τὸ βρίσκομε καὶ σὲ πάπυρο τοῦ 6ου αἰώνα. Δοξολογία ἀγγελικὴ καὶ ἀνθρώπινη πρὸς τὸ δημιουργὸ καὶ δέηση ἑνώνονται ἁρμονικὰ στὸ ὡραῖο αὐτὸ ὑμνογράφημα τὸ «Ἡ ἀσώματος φύσις τὰ χερουβείμ…»


Τέλος ἕνας τρίτος ὕμνος λαϊκῆς ἐμπνεύσεως. Εἶναι γεμάτος κατάνυξη καὶ σύντονη δέηση. Ὅλοι οἱ ἅγιοι προβάλλονται στὸ Θεὸ γιὰ πρεσβεία ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἀρχίζει μὲ τὸ«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν».

Ἰωάννη Μ. Φουντούλη Ἀπό τό βιβλίο: «Λογικὴ Λατρεία»

  Ἱερεὺς
Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀναγνώστης Ἀμήν.

Ἱερεὺς Δόξα σοι ὁ Θεός, δόξα σοι.

Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁ Πανταχοῦ Παρὼν καὶ τὰ Πάντα Πληρῶν, ὁ Θησαυρός τῶν Ἀγαθῶν καὶ Ζωῆς Χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον, Ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Ἀναγνώστης Ἀμήν. Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς (ἐκ γ')


Δόξα... Καὶ νῦν...

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν, Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα... Καὶ νῦν...

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ἱερεὺς Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία...

Ἀναγνώστης Ἀμήν. Κύριε ἐλέησον ιβ'

Δόξα... Καὶ νῦν...

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ, Χριστῷ τῷ βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν.



ΨΑΛΜΟΣ Δ' (4)

ν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με.

Οἰκτείρησόν με, καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου.

Υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἵνα τὶ ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;

Καὶ γνῶτε, ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ, Κύριος εἰσακούσεταί μου, ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν.

Ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε, ἃ λέγετε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε,

Θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης, καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ Κύριον.

Πολλοὶ λέγουσι· Τὶς δείξει ἡμῖν τὰ ἀγαθὰ;

Ἐσημειώθη ἐφ' ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε, ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου.

Ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν.

Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι, καὶ ὑπνώσω.

Ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ' ἐλπίδι κατῴκισάς με.



ΨΑΛΜΟΣ ς' (6)

Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.

Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου,

καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα, καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;

Ἐπίστρεψον, Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου, σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου.

Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου, ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τὶς ἐξομολογήσεταί σοι;

Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω.

Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου, ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου.

Ἀπόστητε ἀπ' ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου.

Ἤκουσε Κύριος τῆς δεήσεώς μου, Κύριος τὴν προσευχήν μου προσεδέξατο.

Αἰσχυνθείησαν καὶ ταραχθείησαν πάντες οἱ ἐχθροί μου, ἀποστραφείησαν καὶ καταισχυνθείησαν σφόδρα διὰ τάχους.



ΨΑΛΜΟΣ ΙΒ' (12)

Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ;

Ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός;

Ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ' ἐμέ; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ὁ Θεός μου.

Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν.

Οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ, ἐγὼ δέ, ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα.

Ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου, ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με, καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Καὶ πάλιν

Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ὁ Θεός μου.

Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν.



Δόξα... Καὶ νῦν... Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Δόξα σοι ὁ Θεός, Μετανοίας (γ'), Κύριε, ἐλέησον (γ'), Δόξα... Καὶ νῦν...



ΨΑΛΜΟΣ ΚΔ' (24)

Πρὸς σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου, ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα.

Μηδὲ καταγελασάτωσάν με οἱ ἐχθροί μου· καὶ γὰρ πάντες οἱ ὑπομένοντές σε, οὐ μὴ καταισχυνθῶσιν.

Αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες διακενῆς. Τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με.

Ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου, καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ Σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν.

Μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σου, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη σου, ὅτι ἀπὸ τοῦ αἰῶνός εἰσιν.

Ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς.

Κατὰ τὸ ἔλεός σου μνήσθητί μου σύ, ἕνεκεν τῆς χρηστότητός σου, Κύριε,

Χρηστὸς καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος, διὰ τοῦτο νομοθετήσει ἁμαρτάνοντας ἐν ὁδῷ.

Ὁδηγήσει πραεῖς ἐν κρίσει, διδάξει πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ.

Πᾶσαι αἱ ὁδοὶ Κυρίου ἔλεος, καὶ ἀλήθεια τοῖς ἐκζητοῦσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ, καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ.

Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἱλάσθητι τῇ ἁμαρτίᾳ μου· πολλὴ γὰρ ἐστι.

Τὶς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ ᾖ ᾑρετίσατο.

Ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει γῆν,

Κραταίωμα Κύριος τῶν φοβουμένων αὐτόν, καὶ ἡ διαθήκη αὐτοῦ δηλώσει αὐτοῖς.

Οἱ ὀφθαλμοί μου διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου.

Ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμέ, καὶ ἐλέησόν με, ὅτι μονογενὴς καὶ πτωχός εἰμι ἐγώ.

Αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν, ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με.

Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ τὸν κόπον μου, καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου.

Ἴδε τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι ἐπληθύνθησαν, καὶ μῖσος ἄδικον ἐμίσησάν με.

Φύλαξον τὴν ψυχήν μου, καὶ ῥῦσαί με, μὴ καταισχυνθείην ὅτι ἤλπισα ἐπὶ σέ.

Ἄκακοι καὶ εὐθεῖς ἐκολλῶντό μοι, ὅτι ὑπέμεινά σε, Κύριε.

Λύτρωσαι, ὁ Θεός, τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ.



ΨΑΛΜΟΣ Λ' (30)

πὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με, καὶ ἐξελοῦ με.

Κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με.

Γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστήν, καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με.

Ὅτι κραταίωμά μου, καὶ καταφυγή μου εἶ σύ, καὶ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὁδηγήσεις με, καὶ διαθρέψεις με.

Ἐξάξεις με ἐκ παγίδος ταύτης, ἧς ἔκρυψάν μοι, ὅτι σὺ εἶ ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε,

Εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου, ἐλυτρώσω με, Κύριε, ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας.

Ἐμίσησας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενῆς.

Ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἤλπισα, ἀγαλλιάσομαι καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ ἐλέει σου.

Ὅτι ἐπεῖδες ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου.

Καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου.

Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι θλίβομαι, ἐταράχθη ἐν θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ γαστήρ μου.

Ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου, καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς.

Ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν.

Παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος, καὶ τοῖς γείτοσί μου σφόδρα, καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου.

Οἱ θεωροῦντες με ἔξω ἔφυγον ἀπ' ἐμοῦ, ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας.

Ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός, ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν.

Ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ' ἐμέ, τοῦ λαβεῖν τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο.

Ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα, εἶπα· Σὺ εἰ ὁ Θεός μου ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροί μου.

Ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν μου, καὶ ἐκ τῶν καταδιωκόντων με.

Ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, σῶσόν με ἐν τῷ ἐλέει σου Κύριε, μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἐπεκαλεσάμην σε.

Αἰσχυνθείησαν ἀσεβεῖς, καὶ καταχθείησαν εἰς ᾅδου.

Ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια, τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν, ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει.

Ὡς πολὺ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε.

Ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σὲ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.

Κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ προσώπου σου, ἀπὸ ταραχῆς ἀνθρώπων.

Σκεπάσεις αὐτοὺς ἐν σκηνῇ ἀπὸ ἀντιλογίας γλωσσῶν.

Εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐθαυμάστωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐν πόλει περιοχῆς.

Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· Ἀπέρριμμαι ἀπὸ προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου.

Διὰ τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου, ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.

Ἀγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ Κύριος,

καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν ὑπερηφανίαν.

Ἀνδρίζεσθε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον.



ΨΑΛΜΟΣ 90

κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.

Ἐρεῖ τῷ Κυρίω· Ἀντιλήπτωρ μου εἶ, καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ' αὐτόν.

Ὅτι αὐτὸς ῥύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν, καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους.

Ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς, ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.

Οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας.

Ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ.

Πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιάς, καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ.

Πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις, καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει.

Ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου, τὸν Ὕψιστον ἔθου καταφυγήν σου.

Οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου.

Ὅτι τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου.

Ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.

Ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσει, καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.

Ὅτι ἐπ' ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ῥύσομαι αὐτόν, σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου.

Κεκράξεται πρός με, καὶ εἰσακούσομαι αὐτοῦ, μετ' αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει, ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν.

Μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτόν, καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου



Δόξα... Καὶ νῦν... Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα. Δόξα σοι ὁ Θεός, Κύριε, ἐλέησον (γ') Δόξα... Καὶ νῦν...



Εἶτα τοὺς ἐφεξῆς Στίχους, χῦμα καὶ ἄνευ μέλους, εἰ ἔστιν ἐκτὸς τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἐν ταύτῃ δὲ ψάλλομεν αὐτοὺς ἐξ ἑκατέρων τῶν Χορῶν, ἀργῶς καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ.



Ἄρχεται δὲ ὁ πρῶτος Χορὸς οὕτω, εἰς



Ἦχον πλ. β'

Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



πακούσατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς,

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



σχυκότες ἡττᾶσθε.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



ὰν γὰρ πάλιν ἰσχύσητε, καὶ πάλιν ἡττηθήσεσθε.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ ἣν ἂν βουλὴν βουλεύσησθε, διασκεδάσει Κύριος.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός,



Καὶ λόγον, ὃν ἐὰν λαλήσητε, οὐ μὴ ἐμμείνῃ ἐν ὑμῖν,

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Τὸν δὲ φόβον ὑμῶν οὐ μὴ φοβηθῶμεν, ουδ' οὐ μὴ ταραχθῶμεν.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Κύριον δὲ τὸν Θεὸν ἡμῶν, αὐτὸν ἁγιάσωμεν, καὶ αὐτὸς ἔσται ἡμῖν φόβος.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ ἐὰν ἐπ' αὐτῷ πεποιθὼς ᾧ ἔσται μοι εἰς ἁγιασμόν.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ πεποιθὼς ἔσομαι ἐπ' αὐτῷ, καὶ σωθήσομαι δι' αὐτοῦ.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



δοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἃ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός,

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, ἴδε φῶς μέγα.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ, καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ' ἡμᾶς.

Ὅτι μεθ΄ ἡμῶν ὁ Θεός.



τι Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, Υἱός, καὶ ἐδόθη ἡμῖν,

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον,

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Θαυμαστὸς σύμβουλος.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Θεὸς ἰσχυρός, Ἐξουσιαστής, Ἄρχων εἰρήνης.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.

Δόξα...

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.

Καὶ νῦν...

Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός , γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.



Καὶ εὐθὺς ὁ Ἀναγνώστης τὰ παρόντα Τροπάρια (χῦμα).



Τὴν ἡμέραν διελθών, εὐχαριστῶ σοι, Κύριε, τὴν ἑσπέραν, αἰτοῦμαι, σὺν τῇ νυκτὶ ἀναμάρτητον, παράσχου μοι, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.

Δόξα...

Τὴν ἡμέραν παρελθών, δοξολογῶ σε, Δέσποτα, τὴν ἑσπέραν αἰτοῦμαι, σὺν τῇ νυκτὶ ἀσκανδάλιστον, παράσχου μοι, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.

Καὶ νῦν...

Τὴν ἡμέραν διαβάς, ὑμνολογῶ σε, Ἅγιε, τὴν ἑσπέραν, αἰτοῦμαι, σὺν τῇ νυκτἰ ἀνεπίβουλον, παράσχου μοι, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.



Εἶτα ψάλλουσιν ὁμοῦ οἱ δύο Χοροί, εἰς Ἤχον πλ. β'

ἀσώματος φύσις, τὰ Χερουβείμ, ἀσιγήτοις σε ὕμνοις, δοξολογεῖ.

ξαπτέρυγα ζῷα, τὰ Σεραφείμ, ταῖς ἀπαύστοις φωναῖς σε, ὑπερυψοῖ.

Τῶν Ἀγγέλων τε πᾶσα ἡ στρατιά, τρισαγίοις σὲ ᾄσμασιν, εὐφημεῖ.

Πρὸ γὰρ πάντων ὑπάρχεις, ὁ ὢν Πατήρ, καὶ συνάναρχον ἔχεις, τὸν σὸν Υἱόν.

Καὶ ἰσότιμον φέρων, Πνεῦμα ζωῆς, τῆς Τριάδος δεικνύεις, τὸ ἀμερές.

Παναγία Παρθένε, Μήτηρ Θεοῦ, οἱ τοῦ Λόγου αὐτόπται, καὶ ὑπουργοί,

Προφητῶν καὶ Μαρτύρων, πάντες χοροί, ὡς ἀθάνατον ἔχοντες, τὴν ζωήν.

πὲρ πάντων πρεσβεύσατε, ἐκτενῶς, ὅτι πάντες ὑπάρχομεν, ἐν δεινοῖς.

να πλάνης ῥυσθέντες, τοῦ πονηροῦ, τῶν Ἀγγέλων βοήσωμεν, τὴν ᾠδήν.

ὁ Ἀναγνώστης, χῦμα

γιε, Ἅγιε, Ἅγιε, Τρισάγιε Κύριε, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.



Καὶ εὐθὺς

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.

Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τὸν Μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς Οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν.

Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἕν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.



Ἤχον πλ. β'

Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν (ἐκ γ').

Πᾶσαι αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις τῶν ἁγίων Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν (δίς).

γιε Ἰωάννη, Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, καὶ Βαπτιστὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν (δίς).

γιοι ἔνδοξοι Ἀπόστολοι, Προφῆται, καὶ πάντες Ἅγιοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.

σιοι, θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν, Ποιμένες, καὶ Διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν (δίς).

ἀήττητος, καὶ ἀκατάλυτος, καὶ θεία δύναμις τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς (δίς).

οἱ Χοροί, ἐναλλὰξ

Θεός, ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς (τρίς).



ὁ β' Χορὸς

Καὶ ἐλέησον ἡμᾶς (ἅπαξ).



Εἶτα, Τρισάγιον, Δόξα... Καὶ νῦν... Παναγία Τριάς, Κύριε, ἐλέησον (γ'), Δόξα... Καὶ νῦν... Πάτερ ἡμῶν... Ὅτι σοῦ ἐστιν...



Ἐὰν μὲν τύχῃ Ἑορτή, λέγομεν τὰ τῆς ἑορτῆς Τροπάρια.



Εἰ δὲ μή, ἡμέραν παρ' ἡμέραν, τὰ Τροπάρια ταῦτα.



Ἦχος β'

Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, Χριστὲ ὁ Θεός, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν.

Δόξα...

ντιλήπτωρ τῆς ψυχῆς μου, γενοῦ, ὁ Θεός, ὅτι μέσον διαβαίνω παγίδων πολλῶν, ῥῦσαί με ἐξ αὐτῶν, καὶ σῶσόν με, ἀγαθέ, ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ νῦν... Θεοτοκίον

τι οὐκ ἔχομεν παρρησίαν, διὰ τὰ πολλὰ ἡμῶν ἁμαρτήματα, σὺ τὸν ἐκ σοῦ γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε· πολλὰ γὰρ ἰσχύει δέησις Μητρός, πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου· μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν ἱκεσίας ἡ πάνσεμνος, ὅτι ἐλεήμων ἐστί, καὶ σῴζειν δυνάμενος, ὁ καὶ παθεῖν ὑπὲρ ἡμῶν, σαρκὶ καταδεξάμενος.



Ἔτερα Τροπάρια, ψαλλόμενα ἡμέραν παρ' ἡμέραν

Ἦχος πλ. δ'

Τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μου, τὸ ἄϋπνον ἐπίστασαι, Κύριε, καὶ τῆς ἀθλίας σαρκός μου, τὸ ἄτονον ἔγνως, ὁ πλάσας με· διὸ εἰς χεῖράς σου, παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου. Σκέπασόν με πτέρυξι τῆς σῆς ἀγαθότητος, ἵνα μὴ ὑπνώσω εἰς θάνατον, καὶ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμούς μου φώτισον, ἐν τῇ τρυφῇ τῶν θείων λόγων σου, καὶ διέγειρόν με ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, πρὸς σὴν δοξολογίαν, ὡς

μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.



Στίχ. Ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, κατὰ τὸ κρῖμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου.



ς φοβερὰ ἡ κρίσις σου, Κύριε, τῶν Ἀγγέλων παρισταμένων, τῶν ἀνθρώπων εἰσαγομένων, τῶν βίβλων ἀνεῳγμένων, τῶν ἔργων ἐρευνωμένων, τῶν λογισμῶν ἐξεταζομένων. Ποία κρίσις ἔσται ἐν ἐμοί, τῷ συλληφθέντι ἐν ἁμαρτίαις; τίς μου τὴν φλόγα κατασβέσει; τίς μου τὸ σκότος καταλάμψει; εἰ μή, σύ, Κύριε, ἐλεήσεις με, ὡς φιλάνθρωπος;

Δόξα...

Δάκρυά μοι δός, ὁ Θεός, ὥς ποτε τῇ γυναικὶ τῇ ἁμαρτωλῷ, καὶ ἀξίωσόν με βρέχειν τοὺς πόδας σου, τοὺς ἐμὲ ἐκ τῆς ὁδοῦ, τῆς πλάνης ἐλευθερώσαντας, καὶ μύρον εὐωδίας σοι προσφέρειν, βίον καθαρὸν ἐν μετανοίᾳ μοι κτισθέντα, ἵνα ἀκούσω κἀγὼ τῆς εὐκταίας σου φωνῆς. Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εἰς εἰρήνην.

Καὶ νῦν... Θεοτοκίον

Τὴν ἀκαταίσχυντον, Θεοτόκε, ἐλπίδα σου ἔχων, σωθήσομαι, τὴν προστασίαν σου κεκτημένος, Πανάχραντε, οὐ φοβηθήσομαι, καταδιώξω τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ τροπώσομαι αὐτούς, μόνην ἀμπεχόμενος, ὡς θώρακα, τὴν σκέπην σου, καὶ τὴν παντοδύναμον βοήθειάν σου, καθικετεύων, βοῶ σοι· Δέσποινα, σῶσόν με ταῖς πρεσβείαις σου, καὶ ἀνάστησόν με ἐκ ζοφώδους ὕπνου, πρὸς σὴν δοξολογίαν, δυνάμει τοῦ ἐκ σοῦ σαρκωθέντος, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.



Τὸ Κύριε, ἐλέησον (μ') Δόξα... Καὶ νῦν... Τὴν τιμιωτέραν... Ἐν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον, Πάτερ.

ὁ Ἱερεὺς Δι' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν...



Εἶτα τὴν ἑπομένην



Εὐχὴν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

Κύριε, Κύριε, ὁ ῥυσάμενος ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς βέλους πετομένου ἡμέρας, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ ἀπὸ παντὸς πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου. Πρόσδεξαι θυσίαν ἑσπερινήν, τὰς τῶν χειρῶν ἡμῶν ἐπάρσεις. Καταξίωσον δὲ ἡμᾶς καὶ τὸ νυκτερινὸν στάδιον ἀμέμπτως διελθεῖν, ἀπειράστους κακῶν, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ταραχῆς καὶ δειλίας, τῆς ἐκ τοῦ διαβόλου ἡμῖν προσγινομένης. Χάρισαι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν κατάνυξιν, καὶ τοῖς λογισμοῖς ἡμῶν μέριμναν τῆς ἐν τῇ φοβερᾷ καὶ δικαίᾳ σου κρίσει ἐξετάσεως. Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας ἡμῶν, καὶ νέκρωσον τὰ μέλη ἡμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα καὶ ἐν τῇ καθ' ὕπνον ἡσυχίᾳ ἐμφαιδρυνώμεθα τῇ θεωρίᾳ τῶν κριμάτων σου. Ἀπόστησον δὲ ἀφ' ἡμῶν πᾶσαν φαντασίαν ἀπρεπῆ, καὶ ἐπιθυμίαν βλαβεράν. Διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς ἐστηριγμένους ἐν τῇ πίστει, καὶ προκόπτοντας ἐν τοῖς παραγγέλμασί σου, εὐδοκίᾳ καὶ ἀγαθότητι τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ' οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.



ὁ Ἀναγνώστης

Δεῦτε, προσκυνήσωμεν... (ἐκ γ' ) Μετανοίας (γ' ), Εἶτα τοὺς Ψαλμοὺς



ΨΑΛΜΟΣ Ν' (50)

λέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου

ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με

ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντὸς

σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε

ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου

ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι

ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι

ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα

ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον

καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου

μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιόν μὴ ἀντανέλῃς ἀπ' ἐμοῦ

ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με

διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσιν

ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου

Κύριε τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου

ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν ἔδωκα ἂν ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις

θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει

ἀγάθυνον Κύριε ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιὼν καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλημ

τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα

τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.



ΨΑΛΜΟΣ ΡΑ' (101)

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου πρὸς σὲ ἐλθέτω.

Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρα, θλίβωμαι, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου,

Ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου,

Ὅτι ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἱ ἡμέραι μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν.

Ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος, καὶ ἐξηράνθη ἡ καρδία μου, ὅτι ἐπελαθόμην τοῦ φαγεῖν τὸν ἄρτον μου,

Ἀπὸ φωνῆς τοῦ στεναγμοῦ μου ἐκολλήθη τὸ ὀστοῦν μου τὴ σαρκί μου,

Ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ.

Ἠγρύπνησα, καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος.

Ὅλην τὴν ἡμέραν ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, καὶ οἱ ἐπαινοῦντές με κατ' ἐμοῦ ὤμνυον.

Ὅτι σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον, καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων

ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου καὶ τοῦ θυμοῦ σου, ὅτι ἐπάρας κατέρραξάς με.

Αἱ ἡμέραι μου ὡσεὶ σκιὰ ἐκλίθησαν, κἀγὼ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθην.

Σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα μένεις, καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.

Σὺ ἀναστὰς οἰκτειρήσεις τὴν Σιών, ὅτι καιρὸς τοῦ οἰκτειρῆσαι αὐτήν, ὅτι ἥκει καιρός.

Ὅτι εὐδόκησαν οἱ δοῦλοί σου τοὺς λίθους αὐτῆς, καὶ τὸν χοῦν αὐτῆς οἰκτειρήσουσι.

Καὶ φοβηθήσονται τὰ ἔθνη τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς τὴν δόξαν σου.

Ὅτι οἰκοδομήσει Κύριος τὴν Σιών, καὶ ὀφθήσεται ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ.

Ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν, καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν.

Γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν, καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν Κύριον.

Ὅτι ἐξέκυψεν ἐξ ὕψους ἁγίου αὐτοῦ, Κύριος ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν ἐπέβλεψε.

Τοῦ ἀκοῦσαι τοῦ στεναγμοῦ τῶν πεπεδημένων, τοῦ λῦσαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων.

Τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐν Σιὼν τὸ ὄνομα Κυρίου, καὶ τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ.

Ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι λαοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό, καὶ βασιλεῖς τοῦ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ,

Ἀπεκρίθη αὐτῷ ἐν ὁδῷ ἰσχύος αὐτοῦ· Τὴν ὀλιγότητα τῶν ἡμερῶν μου ἀνάγγειλόν μοι.

Μὴ ἀναγάγῃς με ἐν ἡμίσει ἡμερῶν μου, ἐν γενεᾷ γενεῶν τὰ ἔτη σου.

Κατ' ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί.

Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται.

Καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται, σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν.

Οἱ υἱοὶ τῶν δούλων σου κατασκηνώσουσι, καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα κατευθυνθήσεται.



Καὶ τὴν Εὐχὴν



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΝΑΣΣΗ

ΒΑΣΙΛΕΩΣ τῆς ΙΟΥΔΑΙΑΣ

Κύριε παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, τοῦ Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, καὶ τοῦ σπέρματος αὐτῶν τοῦ δικαίου, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν σύν παντὶ τῷ κόσμῳ αὐτῶν, ὁ πεδήσας τὴν θάλασσαν τῷ λόγῳ τοῦ προστάγματος, σου, ὁ κλείσας τὴν ἄβυσσον, καὶ σφραγισάμενος αὐτὴν τῷ φοβερῷ καὶ ἐνδόξῳ ὀνόματί σου, ὃν πάντα φρίσσει καὶ τρέμει ἀπὸ προσώπου τῆς δυνάμεώς σου, ὅτι ἄστεκτος ἡ μεγαλοπρέπεια τῆς δόξης σου, καὶ ἀνυπόστατος ἡ ὀργὴ τῆς ἐπὶ ἁμαρτωλοῖς ἀπειλῆς σου, ἀμέτρητόν τε καὶ ἀνεξιχνίαστον τὸ ἔλεος τῆς ἐπαγγελίας σου. Σὺ γὰρ εἶ Κύριος ὕψιστος, εὔσπλαγχνος, μακρόθυμος, καὶ πολυέλεος, καὶ μετανοῶν ἐπὶ κακίας ἀνθρώπων. Σύ, Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου ἐπηγγείλω μετάνοιαν, καὶ ἄφεσιν τοῖς ἡμαρτηκόσι σοι, καὶ τῷ πλήθει τῶν οἰκτιρμῶν σου ὥρισας μετάνοιαν ἁμαρτωλοῖς εἰς σωτηρίαν. Σὺ οὖν, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, οὐκ ἔθου μετάνοιαν δικαίοις, τῷ Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, τοῖς οὐχ ἡμαρτηκόσι σοι, ἀλλ' ἔθου μετάνοιαν ἐπ' ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ, διότι ἥμαρτον ὑπὲρ ἀριθμὸν ψάμμου θαλάσσης. Ἐπλήθυναν αἱ ἀνομίαι μου, Κύριε, ἐπλήθυναν αἱ ἀνομίαι μου, καὶ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἀτενίσαι, καὶ ἰδεῖν τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν μου, κατακαμπτόμενος πολλῷ δεσμῷ σιδηρῷ, εἰς τὸ μὴ ἀνανεῦσαι τὴν κεφαλήν μου, καὶ οὐκ ἔστι μοι ἄνεσις, διότι παρώργισα τὸν θυμόν σου, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, μὴ ποιήσας τὸ θέλημά σου, καὶ μὴ φυλάξας τὰ προστάγματά σου. Καὶ νῦν, κλίνω γόνυ καρδίας, δεόμενος τῆς παρὰ σοῦ χρηστότητος. Ἡμάρτηκα, Κύριε, ἡμάρτηκα, καὶ τὰς ἀνομίας μου ἐγὼ γινώσκω, ἀλλ' αἰτοῦμαι δεόμενος. Ἄνες μοι, Κύριε, ἄνες μοι, καὶ μὴ συναπολέσῃς με ταῖς ἀνομίαις μου, μηδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνίσας τηρήσῃς τὰ κακά μοι, μηδὲ καταδικάσῃς με ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς· διότι σὺ εἶ Θεός, Θεὸς τῶν μετανοούντων, καὶ ἐν ἐμοὶ δείξεις πᾶσαν τὴν ἀγαθωσύνην σου, ὅτι ἀνάξιον ὄντα, σώσεις με κατὰ τὸ πολὺ ἔλεός σου, καὶ αἰνέσω σε διὰ παντὸς ἐν ταῖς

ἡμέραις τῆς ζωῆς μου. Ὅτι σὲ ὑμνεῖ πᾶσα ἡ δύναμις τῶν οὐρανῶν, καὶ σοῦ ἐστιν ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.



Τρισάγιον, Μετανοίας (γ') Δόξα... Καὶ νῦν... Παναγία Τριάς... Κύριε ἐλέησον (γ') Δόξα... Καὶ νῦν... Πάτερ ἡμῶν... Ὅτι σοῦ ἐστιν...



Καὶ ψάλλομεν, πραείᾳ τῇ φωνῇ, τὰ Κατανυκτικὰ ταῦτα τροπάρια.



Ἦχος πλ. β'

λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν, ὦς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα...

Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν, μὴ ὀργισθῇς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν, ἀλλ' ἐπίβλεψον καὶ νῦν, ὦς εὔσπλαγχνος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν· σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαός σου, πάντες ἔργα χειρῶν σου, καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικεκλήμεθα.

Καὶ νῦν...

Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς σέ, μὴ ἀστοχήσωμεν, ῥυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.

Κύριε ἐλέησον μ'

Δόξα... Καὶ νῦν...

Τὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.



ν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον Πατερ.

ὁ Ἱερεύς Δι' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν...



Καὶ τὴν Εὐχὴν

Δέσποτα Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υἱὲ μονογενές, Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, μία Θεότης, μία Δύναμις, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν, καὶ οἷς ἐπίστασαι κρίμασι, σῶσόν με τὸν ἀνάξιον δοῦλόν σου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.



ὁ Ἀναγνώστης

Δεῦτε προσκυνήσωμεν... (γ'), Μετανοίας (γ'), Εἶτα τοὺς ψαλμούς:



ΨΑΛΜΟΣ ΞΘ' (69)

Ο Θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον.

Αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου.

Ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μοι κακά.

Ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι, οἱ λέγοντές μοι· Εὖγε, εὖγε.

Ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες, οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεός,

καὶ λεγέτωσαν διαπαντός· Μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου.

Ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης, ὁ Θεός, βοήθησόν μοι· Βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ, Κύριε, μὴ χρονίσῃς.



Ψαλμὸς 142

Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου

καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν

ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος

καὶ ἠκηδίασεν ἐπ' ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου

ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου ἐν ποιήμασιν τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων

διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι

ταχὺ εἰσάκουσόν μου Κύριε ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου

μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον

ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα

γνώρισόν μοι Κύριε ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου

ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε πρὸς σὲ κατέφυγον

δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου

τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει μὲ ἐν γῇ εὐθείᾳ

ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου Κύριε ζήσεις με

ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου

καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολεθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου ὅτι ἐγώ δοῦλός σού εἰμι.



ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Ὑμνοῦμέν σε, εὐλογοῦμέν σε, προσκυνοῦμέν σε, δοξολογοῦμέν σε, εὐχαριστοῦμέν σοι, διὰ τὴν μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεῦ, ἐπουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υἱὲ μονογενές, Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Κύριε ὁ Θεός, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱός τοῦ Πατρός, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου. Πρόσδεξαι τὴν δέησιν ἡμῶν, ὁ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς. Ὅτι σὺ εἶ μόνος Ἅγιος, σὺ εἶ μόνος Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, Ἀμήν. Καθ' ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε, καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Κύριε, καταφυγὴ ἐγενήθης ἡμῖν ἐν γενεᾷ καὶ γενεᾷ. Ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με, ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι. Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε.

Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας, Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ' ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Δέσποτα, συνέτισόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Ἅγιε, φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί σου. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς. Σοὶ πρέπει αἶνος, σοὶ πρέπει ὕμνος, σοὶ δόξα πρέπει, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.



Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν ψάλλομεν τὸ δι' ἑκάστην ἡμέραν ὡρισμένον τμῆμα τοῦ Μεγάλου Κανόνος, "Βοηθὸς καὶ σκεπαστής ", προτάσσοντες εἰς ἕκαστον Τροπάριον τὸν Στίχον.



Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλεησόν με.



Μετὰ τὴν ς' ῴδὴν ψάλλομεν ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους τὸ Κοντάκιον, "Ψυχή μου, ψυχή μου,... ".



Μετὰ τὴν θ' ᾠδήν, τὸν Εἱρμόν "Ἀσπόρου συλλήψεως... ".



Μετὰ δὲ τὴν συμπλήρωσιν τῶν Τροπαρίων τοῦ Κανόνος.



ὁ Ἀναγνώστης

Τρισάγιον, Δόξα... Καὶ νῦν... Παναγία Τριάς... Κύριε, ἐλέησον (γ') Δόξα... Καὶ νῦν... Πάτερ ἡμῶν...

ὁ Ἱερεύς, Ὅτι σοῦ ἐστιν...



Καὶ ψάλλομεν τὸ ἑπόμενον Τροπάριον μετὰ τῶν στίχων αὐτοῦ

Ἦχος πλ. β'

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Στίχ. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείας αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ.

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ.

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ. Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον.

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



Εἶτα ὁ πρῶτος Χορὸς

Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ.

ὁ δεύτερος Χορὸς

Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.

Καὶ πάλιν οἱ δύο Χοροὶ ὁμοῦ, ἀργότερον

Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς.



ὁ Ἀναγνώστης

Δόξα...

Κύριε, εἰ μὴ τοὺς Ἁγίους σου εἴχομεν πρεσβευτάς, καὶ τὴν ἀγαθότητά σου συμπαθοῦσαν ἡμῖν, πῶς ἐτολμῶμεν, Σῶτερ, ὑμνῆσαί σε, ὃν εὐλογοῦσιν ἀπαύστως Ἄγγελοι; Καρδιογνῶστα, φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Καὶ νῦν... Θεοτοκίον

Πολλὰ τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν, Θεοτόκε, πταισμάτων, πρὸς σὲ κατέφυγον, Ἁγνή, σωτηρίας δεόμενος. Ἐπίσκεψαι τὴν ἀσθενοῦσάν μου ψυχήν, καὶ πρέσβευε τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, δοθῆναί μοι τὴν ἄφεσιν, ὧν ἔπραξα δεινῶν, μόνη εὐλογημένη.



Καὶ ψάλλει ὁ α' Χορός, τὸ

Παναγία Θεοτόκε, τὸν χρόνον τῆς ζωῆς μου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ἀνθρωπίνη προστασία, μὴ καταπιστεύσῃς με, ἀλλ' αὐτὴ ἀντιλαβοῦ, καὶ ἐλέησόν με.



Καὶ ὁ β' Χορὸς

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.



Εἶτα τό, Κύριε, ἐλέησον (μ')



ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς προσκυνούμενος καὶ δοξαζόμενος Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ μακρόθυμος, ὁ πολυέλεος, ὁ πολυέσπλαγχνος, ὁ τοὺς δικαίους ἀγαπῶν καί τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐλεῶν, ὁ πάντας καλῶν πρὸς σωτηρίαν διά τῆς ἐπαγγελίας τῶν μελλόντων ἀγαθῶν , αὐτός, Κύριε, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τὰς ἐντεύξεις καὶ ἴθυνον τὴν ζωὴν ἡμῶν πρὸς τὰς ἐντολάς σου. Τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἁγίασον, τὰ σώματα ἅγνισον , τοὺς λογισμοὺς διόρθωσον, τὰς ἐννοίας κάθαρον καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, κακῶν καὶ ὀδύνης. Τείχισον ἡμᾶς ἁγίοις σου Ἀγγέλοις, ἵνα τῇ παρεμβολῇ αὐτῶν φρουρούμενοι καὶ ὁδηγούμενοι καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀπροσίτου σου δόξης, ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κύριε ἐλέησον γ'

Δόξα... Καὶ νῦν...

Τὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.



ν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον Πατερ.



Ἱερεὺς Ὁ Θεὸς οἰκτειρήσαι ἡμᾶς, καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς, καὶ ἐλεήσαι ἡμᾶς.



Καὶ ποιοῦμεν τὰς τρεῖς μεγάλας μετανοίας, Εἶθ' οὕτω, λέγομεν καθ' ἑαυτοὺς καὶ ἕνα στίχον τῆς Εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ.



Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς.

Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Μετὰ δὲ ταύτας, ἑτέρας μικρὰς ιβ' λέγοντες καθ' ἑκάστην, τὸ ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, καὶ ἐλέησόν με, καὶ πάλιν μετάνοιαν μεγάλην, καὶ τὸν τελευταῖον στίχον τῆς ἀνωτέρω Εὐχῆς.



Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀναγνώστης Ἀμήν.



Μεθ' ἥν, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς... Πάτερ ἡμῶν... Ὅτι σοῦ ἐστιν...



Ἱερεὺς Κύριε, ἐλέησον (ιβ')



Εἶτα ὁ Ἀναγνώστης τὰς ἑπομένας Εὐχάς.



ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

(Παύλου μοναχοῦ, Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος)

σπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνὴ Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα, ἡ Θεὸν Λόγον τοῖς ἀνθρώποις τῇ παραδόξῳ σου κυήσει ἑνώσασα καὶ τὴν ἀπωσθεῖσαν φύσιν τοῦ γένους ἡμῶν τοῖς οὐρανίοις συνάψασα· ἡ τῶν ἀπηλπισμένων μόνη ἐλπὶς καί τῶν πολεμουμένων βοήθεια, ἡ ἑτοίμη ἀντίληψις τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, καὶ πάντων τῶν Χριστιανῶν τὸ καταφύγιον· μὴ βδελύξῃ με τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν ἐναγῆ, τὸν αἰσχροῖς λογισμοῖς καὶ λόγοις καὶ πράξεσιν ὅλον ἐμαυτὸν ἀχρειώσαντα, καί τῇ τῶν ἡδονῶν τοῦ βίου, ῥαθυμίᾳ γνώμης, δοῦλον γενόμενον. Ἀλλ' ὡς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίθητι ἐπ' ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ ἀσώτῳ, καὶ δέξαι μου τὴν ἐκ ῥυπαρῶν χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, καὶ τὸν σὸν Υἱόν , καὶ ἡμῶν Δεσπότην καὶ Κύριον, τῇ μητρικῇ σου παρρησίᾳ χρωμένη δυσώπησον, ἵνα ἀνοίξῃ κἀμοὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος καί, παριδών μου τὰ ἀναρίθμητα πταίσματα, ἐπιστρέψῃ με πρὸς μετάνοιαν καί τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν ἐργάτην δόκιμον ἀναδείξῃ με. Καὶ πάρεσό μοι ἀεὶ ὡς ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος, ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός, τάς τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα καὶ πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσα με· καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρω αὐτῆς ἀπελαύνουσα. Ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ῥυομένη κολάσεως, καί τῆς ἀπορρήτου δόξης τοῦ σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα. Ἧς καὶ τύχοιμι, Δέσποινα μου, ὑπεραγία Θεοτόκε, διά τῆς σῆς μεσιτείας καὶ ἀντιλήψεως, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς ΣουΥἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων . Ἀμήν.



ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ

(Ἀντιόχου Μοναχοῦ τοῦ Πανδέκτου)

Καὶ δὸς ἡμῖν, Δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν , ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ἀπό τοῦ ζοφεροῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ πάσης σκοτεινῆς καὶ νυκτερινῆς ἡδυπαθείας. Παῦσον τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν , σβέσον τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ καθ' ἡμῶν δολίως κινούμενα. Τὰς τῆς σαρκὸς ἡμῶν ἐπαναστάσεις κατάστειλον καὶ πᾶν γεῶδες καὶ ὑλικὸν ἡμῶν φρόνημα κοίμισον. Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν , ὕπνον ἐλαφρόν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον. Διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς ἐστηριγμένους ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου καὶ τὴν μνήμην τῶν σῶν κριμάτων ἐν ἑαυτοῖς ἀπαράθραυστον ἔχοντας. Παννύχιον ἡμῖν τὴν σὴν δοξολογίαν χάρισαι εἰς τὸ ὑμνεῖν καὶ εὐλογεῖν καὶ δοξάζειν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα σου, τοῦ Πατρὸς καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



περένδοξε, ἀειπάρθενε, εὐλογημένη Θεοτόκε, προσάγαγε τὴν ἡμετέραν προσευχὴν τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, καὶ αἴτησαι ἵνα σώσῃ διὰ σοῦ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι.



Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.



Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν [ἀπὸ τῆς Δευτέρας (Καθαρᾶς)] εὐθὺς ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει, ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, τὸ τῆς ἡμέρας Εὐαγγέλιον [τῆς Παννυχίδος].



ὁ Ἱερεὺς

Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως... κ.λ.π.

ὁ Χορὸς Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

ὁ Ἱερεὺς Εἰρήνη πᾶσι.

ὁ Χορὸς Καὶ τῷ πνεύματί σου.

ὁ Ἱερεὺς Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.

ὁ Χορὸς Σοί, Κύριε.



Καὶ ἡμῶν κεκλιμένων, λέγει εὐθύς, ὁ Ἱερεὺς



Δέσποτα πολυέλεε, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων, ἱκεσίαις τοῦ τιμίου καὶ ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, τῶν ἁγίων, ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων, ἐνδόξων καὶ καλλινίκων Μαρτύρων, τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, τῶν ἁγίων καὶ δικαίων θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων,

Εὐπρόσδεκτον ποίησον τὴν δέησιν ἡμῶν,

Δώρησαι ἡμῖν τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων ἡμῶν,

Σκέπασον ἡμᾶς ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου

Ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον,

Εἰρήνευσον ἡμῶν τὴν ζωήν,

Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον σου, καὶ σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

ὁ Ἀναγνώστης Ἀμήν.



Εἶθ' οὕτω ποιήσας ὁ Προεστὼς μετάνοιαν ἐπὶ γῆς λέγει τοῖς ἀδελφοῖς.



Εὐλογεῖτε, Πατέρες ἅγιοι, συγχωρήσατέ μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.



Καὶ οἱ Ἀδελφοὶ

Ὁ Θεὸς συγχωρῆσαί σοι, Πάτερ ἅγιε.



ὁ Ἀναγνώστης

Δόξα... Καὶ νῦν... Κύριε, ἐλέησον (γ'), Πάτερ ἅγιε εὐλόγησον.



Καὶ ἄρχονται οἱ Ἀδελφοὶ ἀνὰ δύο, εἷς ἐξ ἑκατέρου Χοροῦ κατὰ τάξιν, ποιεῖν τὸ αὐτό, καὶ αἰτεῖσθαι, καὶ λαμβάνειν συγχώρησιν, μέχρις ἂν πληρωθῶσιν ἅπαντες.



Εὐξώμεθα ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου.

πὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

πὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.

πὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους.

πὲρ εὐοδώσεως καὶ ἐνισχύσεως τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ.

πὲρ τῶν ἀπολειφθέντων πατέρων, καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν.

πὲρ τῶν διακονούντων καὶ διακονησάντων ἡμῖν.

πὲρ τῶν μισούντων καὶ ἀγαπώντων ἡμᾶς.

πὲρ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν.

πὲρ ἀναρρύσεως τῶν αἰχμαλώτων.

πὲρ τῶν ἐν θαλάσσῃ καλῶς πλεόντων.

πὲρ τῶν ἐν ἀσθενείαις κατακειμένων.

Εὐξώμεθα καὶ ὑπὲρ εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς.

Καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων, καὶ ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων.

Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, τὸ Κύριε, ἐλέησον, (γ' ).



Καὶ λαμβάνουσι πάντες συγχώρησιν παρὰ τοῦ Προεστῶτος ἢ τοῦ Ἱερέως, ἀσπαζόμενοι τὴν δεξιὰν αὐτοῦ. Ἐφ' ὅσον δὲ γίνεται ὁ ἀσπασμός, ψάλλεται ὑπὸ τοῦ β' Χοροῦ:



Τῇ μὲν Δευτέρᾳ, Τετάρτῃ καὶ Παρασκευῇ ἑσπέρας.

Ἦχος β' Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου

Πάντων προστατεύεις, Ἀγαθή, τῶν καταφευγόντων ἐν πίστει τῇ κραταιᾷ σου χειρί· ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεόν, ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν, ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων, πολλῶν. Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου· ὅθεν σοι προσπίπτομεν· Ῥῦσαι πάσης περιστάσεως τοὺς δούλους σου.



Τῇ δὲ Τρίτῃ ἑσπέρας καὶ τῇ Πέμπτῃ ψάλλεται, τὸ

Ἦχος α'

Σφαγήν σου τὴν ἄδικον Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα, ὀδυρομένη ἐβόα σοι· Τέκνον γλυκύτατον, πῶς ἀδίκως θνῄσκεις; πῶς τῷ ξύλῳ κρέμασαι, ὁ πᾶσαν γῆν κρεμάσας τοῖς ὕδασι; Μὴ λίπῃς μόνην με, Εὐεργέτα πολυέλεε, τὴν Μητέρα καὶ δούλην σου δέομαι.



Ὁ Ἱερεὺς ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ μεθ' ὑποκλίσεως, ἐπιλέγει.



Δὶ' εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς.

ὁ Ἀναγνώστης Ἀμήν.